Ανάμεσα στις μεγάλες μαύρες παύσεις. Σάμιουελ Μπέκετ: Η αλληλογραφία 1929-1940

May 2, 2009 § Leave a comment

  • The Letters of Samuel Beckett
  • Τόμος πρώτος 1929-1940
  • επιμέλεια: Martha Dow Fehsenfeld και Lois More Overbeck, σε συνεργασία με τους Dan Gunn kai George Craig
  • εκδόσεις Cambridge University Press, σ. 822, 50 $

Φωτο: Henri-Cartier Bresson,magnum

Φωτο: Henri-Cartier Bresson,magnum

Γιατί ένας αναγνώστης εγκύπτει με λαιμαργία στην προσωπική αλληλογραφία ενός συγγραφέα; Για να τον φιλοξενήσει εντός του, προσπαθώντας να τον καταλάβει όσο γίνεται καλύτερα; Για να πλησιάσει την ανθρώπινη πλευρά που σκιάζεται από το έργο; Από ανεπίτρεπτη αδιακρισία; Ή μήπως, όπως σημειώνει ο Ελίας Κανέτι στο βιβλίο του «Η άλλη δίκη. Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε», επειδή «για τη φρίκη της ζωής, που σπανίως συνειδητοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι, εκτός από ορισμένους που δεν τη λησμονούν ποτέ, λες και κάποιες εσωτερικές δυνάμεις τούς έχουν ορίσει μάρτυρες, υπάρχει μόνο μία παρηγοριά: η συμμετοχή τους στη φρίκη που ένιωσαν μάρτυρες παρελθόντων χρόνων»; Ισως για όλους αυτούς τους λόγους μαζί. Ομως οι επιστολές του Κάφκα, του Κιτς, του Μπάιρον, του Βαν Γκογκ διαβάζονται όπως η μεγάλη λογοτεχνία: σαν ασκήσεις στην αυτογνωσία και στον στοχασμό, σαν κλεφτές ματιές σε ιδιωτικά άβατα, που μας αποκαλύπτουν όχι τόσο τον συγγραφέα ή την εποχή του, αλλά τον εαυτό μας. Το ίδιο και οι επιστολές του μανιώδους αλληλογράφου Νίκου Καχτίτση. Το ίδιο και οι πολλές και προς πολλούς, ποικίλες ως προς το ύφος και τον στόχο, επιστολές του Γιώργου Σεφέρη.

Και ο Σάμιουελ Μπέκετ ήταν πολυγραφότατος επιστολογράφος. Οι επιμελητές Martha Dow Fehsenfeld και Lois More Overbeck, που δούλεψαν σκληρά για τον πρώτο τόμο της αλληλογραφίας του Σάμιουελ Μπέκετ (1929-1940), ο οποίος μόλις εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις του Κέμπριτζ, μετέγραψαν περισσότερες από 15.000 επιστολές, γραμμένες στην πορεία 60 χρόνων: από το 1929, όταν ο Μπέκετ ήταν 23 ετών, ώς τον θάνατό του το 1989. 2.500 παρατίθενται πλήρεις, ενώ στις σημειώσεις φιλοξενούνται αποσπάσματα από 5.000 ακόμη. Μερικές που ενδεχομένως θα ήταν αποκαλυπτικές και συγκινητικές, δεν θα τις δούμε πιθανότατα ποτέ, αφού ο Μπέκετ, πριν ενδώσει στη δημοσίευση της αλληλογραφίας του, διευκρίνισε ότι επιθυμούσε να δημοσιοποιήσει μόνον όσες είχαν «σχέση με το έργο του». Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν θα διαβάσουμε, ακόμη και αν υπάρχουν, το ισοδύναμο των επιστολών του Κάφκα προς τη Μιλένα ή τη Φελίτσε -και είναι κρίμα γιατί οι ερωτικές ιστορίες του Μπέκετ δεν ήταν καθόλου αμελητέες, ούτε σε ένταση ούτε σε αριθμό.

Εστω· οι επιστολές που έχουμε δεν είναι λίγες, σχολιάζει ο συγγραφέας Gabriel Josipovici που παρουσιάζει τον πρώτο τόμο του έργου στους Times. Και μολονότι πολλές απ’ αυτές είχαν δημοσιοποιηθεί και παλιότερα, η αίσθηση εγγύτητας που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντάς τες συνολικά και όχι ενσωματωμένες σε κάποια βιογραφία (όπως π.χ. η πολύτιμη του James Knowlson που κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Scripta, σε μετάφραση Γ.Ι. Μπαμπασάκη) είναι μεγάλη. Γιατί η βιογραφία, όσο επιδέξια και διακριτικά και αν έχει γραφτεί, επιβάλλει μια ψευδή τελεολογία στο θέμα της ή δίνει σε μια ζωή το σχήμα και το νόημα που πιθανότατα δεν είχε για εκείνον που τη ζούσε -όπως είχε επισημάνει από χρόνια ο Σαρτρ. Κι αν η αλληλογραφία μάς συγκινεί, είναι γιατί μέσα από τις επιστολές που ξετυλίγονται παράλληλα με τη ζωή των συγγραφέων τους, ο χρόνος αποκαλύπτει τη διάσταση που έχει για τις δικές μας ζωές: ότι δεν είναι ποτέ γραμμικός, ακύμαντος, ούτε οδηγεί σ’ έναν ολοκάθαρα διακριτό προορισμό, αλλά είναι σκολιός, δόλιος, με «μεγάλες μαύρες παύσεις» – παύσεις που θα εγγραφούν, εξάλλου, σ’ ολόκληρο το σώμα του μπεκετικού έργου.

Το 1929 ο νεαρός Σάμιουελ Μπέκετ είχε ήδη ταξιδέψει στην Ιταλία και στη Γερμανία, και ύστερα από μια ιλιγγιώδη καριέρα ως υφηγητής γαλλικής και ιταλικής λογοτεχνίας στο Τρίνιτι του Δουβλίνου είχε πάρει τη θέση του λέκτορα στην Ecole Normale Superieure, όπου ο McGreevy, ένας πολύ μεγαλύτερός του Ιρλανδός, υπήρξε προκάτοχός του. Ο ΜακΓκρίβι, που ακόμη ζούσε στο Παρίσι, θα συστήσει τον Μπέκετ σε πολλούς φίλους του: ανάμεσα τους, ο Τζέιμς Τζόις -γραμματέας του οποίου θα διατελέσει ο Μπέκετ επί δύο χρόνια, εμπνέοντας, μάλιστα, καταστροφικό έρωτα στη διαταραγμένη ψυχικά κόρη τού Τζόις, Λουτσία- και ο Ρίτσαρντ Αλντινγκτον, ένας από τους πιο ένθερμους ιμαζιστές της εποχής, φίλος του Εζρα Πάουντ και σύζυγος της ποιήτριας Χίλντα Ντούλιτλ. Ο Μπέκετ πέρασε όλη τη δεκαετία του ’30 κυριολεκτικά on the road: επέστρεψε στο Δουβλίνο, πήρε και μετά εγκατέλειψε μια ακαδημαϊκή θέση στο Τρίνιτι, έγραψε ένα βιβλιαράκι για τον Προυστ, αρκετά ποιήματα, μερικά από τα οποία δημοσιεύτηκαν, μερικά διηγήματα, ανάμεσά τους και το αριστουργηματικό More Pricks than Kicks και δύο μυθιστορήματα, από τα οποία το πρώτο, Dream of Fair to Middling Women, δεν κατάφερε να βρει εκδότη και το δεύτερο, ο Μέρφι, δημοσιεύτηκε όταν η δεκαετία έφτανε στο τέλος της· προσπάθησε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο και άρχισε ψυχανάλυση με τον Wilfred Bion· έχασε τον πατέρα του που υπεραγαπούσε («Δεν μπορώ να γράψω γι’ αυτόν. Μπορώ μονάχα να περπατάω στα χωράφια και να σκαρφαλώνω στις πλαγιές ακολουθώντας τον», σημειώνει σπαρακτικά σε μια επιστολή λίγο μετά τον θάνατό του) και προσπάθησε να ζήσει και πάλι στο Δουβλίνο· ταξίδεψε επί ένα εξάμηνο στη Γερμανία για να μελετήσει τέχνη στα μεγάλα της μουσεία και ερωτοτρόπησε με την ιδέα ή να γίνει έμπορος έργων τέχνης ή να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, φτάνοντας μάλιστα να γράψει στον Αϊζενστάιν, ζητώντας του να τον προσλάβει ως βοηθό του· τέλος, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνάντησε και ερωτεύτηκε τη διά βίου σύντροφό του Suzanne Descheveaux-Dumesnil. Εκεί θα τον μαχαιρώσει αναίτια στο στήθος ένας παντελώς άγνωστός του μια γεναριάτικη νύχτα του 1938. Εκεί θα συναντήσει το παράλογο, ενσαρκωμένο στην απάντηση που έδωσε ο παραλίγο δολοφόνος του, όταν ο Μπέκετ τον ρώτησε γιατί του επιτέθηκε: «Δεν ξέρω, κύριε. Συγγνώμη». Εκεί θ’ αρχίσει να συναναστρέφεται μια μικρή ομάδα ιρλανδών και γάλλων διανοουμένων, να πίνει πολύ, να γράφει κείμενα ερμητικά, και να οικοδομεί το credo του: «Η μορφή είναι το περιεχόμενο, το περιεχόμενο είναι μορφή. Τα κείμενα ενός συγγραφέα δεν αναφέρονται σε κάτι· είναι αυτό το κάτι, καθεαυτό».

Οι φωτογραφίες του Μπέκετ, μ’ αυτό το βλέμμα του ανήσυχου πουλιού, το οστεώδες πρόσωπο, το αγέλαστο στόμα τού κατ’ εξοχήν προφήτη της στειρότητας και της απάνθρωπης ερημιάς του σύγχρονου κόσμου, δίνουν την εντύπωση ενός ανθρώπου κλειστού, απορροφημένου από την τέχνη του· κι όμως, σύμφωνα με όλους όσοι τον γνώρισαν, ήταν ένας από τους πιο εγκάρδιους συνομιλητές, πιστός και γενναιόδωρος φίλος, νευρωτικός και βαθιά ανθρώπινος. Οι επιστολές του, προς τον ΜακΓκρίβι, τον Γερμανό φίλο του Axel Kaun, τη φίλη του Nuala Costello, τον εξάδελφό του Μόρις Σίνκλερ κι άλλους φανερώνουν ολοκάθαρα τη θερμότητα και την ευγένειά του. Ταυτόχρονα, όμως, μιλούν για τις αγωνίες ενός φιλόδοξου και εσωτερικά βασανισμένου νέου συγγραφέα που προσπαθεί να ανακαλύψει ποιος είναι και τι θέλει από τη ζωή και την τέχνη του. Είναι, όπως και τα πρώιμα ποιήματα και διηγήματά του, ένα είδος στοχασμών – οι δοκιμές μιας φωνής, ενός τόνου, μερικές φορές και μιας άλλης γλώσσας.

Ολη τη δεκαετία του ’30 ο Μπέκετ θα ταλαντεύεται ανάμεσα στη βάσανο της τέχνης και την έγνοια του για την τύχη των έργων του· ανάμεσα σ’ ένα γιγάντιο εγχείρημα αυτομόρφωσης και τις καθημερινές μέριμνες. Μαθαίνοντας ότι ένας αμερικανός εκδότης είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον Μέρφι, αλλά απαιτούσε περικοπές, απαντάει αρχικά ότι ο ίδιος έχει περικόψει ό,τι μπορούσε να περικοπεί, μερικούς μήνες αργότερα, ωστόσο, γράφει στον πράκτορά του: «Εχουμε κανένα νεότερο για τον Κουίγκλι, εννοώ τον Μέρφι; Το τελευταίο που θυμάμαι είναι η προθυμία μου να πετσοκόψω το έργο, έστω και αφήνοντας μονάχα τον τίτλο. Τώρα είμαι έτοιμος να προχωρήσω ακόμα περισσότερο, και να αλλάξω τον τίτλο, αν θεωρείται προσβλητικός, σε Κουίγκλι, Τρομπέτενσλάιμ, Ελιοτ, ή όποιο άλλο όνομα γουστάρουν οι εκδότες». Περίπου την ίδια εποχή ξαναδιαβάζει τον Προυστ, και σημειώνει: «Διάβασα τον πρώτο τόμο τού “Από τη μεριά του Σουάν’ και τον βρήκα παράξενα άνισο. Υπάρχουν ασύγκριτα πράγματα -Φρανσουάζ, Ταντ Λεονί, Λεγκραντέν- και μετά κομμάτια που είναι προσβλητικά, πληκτικά, τεχνητά και σχεδόν ανέντιμα… Η φλυαρία του είναι ασφαλώς πιο ενδιαφέρουσα και έξυπνη από του Μουρ, αλλά εξίσου ακατάσχετη, ένα γλουγλούκισμα μασέλας, μια διάρροια λόγω μαντλέν, από μια κοιλιά που υποφέρει από κωλικούς. Επινε πολύ τίλιο φαίνεται. Και να σκέφτεσαι ότι είμαι υποχρεωμένος να τον παρακολουθώ στην τουαλέτα επί δεκαέξι τόμους!» Η αποστροφή του για τον Μπαλζάκ, εγγεγραμμένη και στο μυθιστόρημά του Dream of Fair to Middling Women («Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ εισπράττεις την εντύπωση ενός χλωροφορμισμένου κόσμου») ξεσπάει στην αλληλογραφία του απερίφραστα: «Διαβάζω την “Εξαδέλφη Μπέτι”. Η γελοιότητα του ύφους είναι τόσο τεράστια, που αναρωτιέμαι αν γράφει σοβαρά ή αν παρωδεί». Δεν χαρίζεται σε κανέναν. «Κι έτσι απέφυγα να τελειώσω το Le Desert de l’ Amour του Μοριάκ, που αναμφίβολα δεν μου αρέσει. Ενα καρτερικό, ανούσιο κλαψούρισμα που ανυπομονεί κανείς να το δει να καταλήγει θορυβωδώς σ’ ένα μυξομάντιλο». Ο Κιτς δεν γλιτώνει: «Μ’ αρέσει αυτό το κουκούβισμα και το κλώσημα που υπάρχει στον Κιτς – να κάθεται ανακούρκουδα στα βρύα, να συνθλίβει ένα πέταλο, να γλείφει τα χείλια του και να τρίβει τα χέρια του». Ακόμα και στον Ντοστογιέφσκι δεν δίνει carte blanche: «Διαβάζω τους “Δαιμονισμένους” σε μετάφραση. Πρέπει να είναι πολύ αφρόντιστα και άσχημα γραμμένο στα ρωσικά, γεμάτο κλισέ και δημοσιογραφικά κόλπα. Ομως η κίνηση, οι μεταπτώσεις! Κανένας δεν κινείται όπως ο Ντοστογιέφσκι. Κανένας δεν έχει συλλάβει τον παραλογισμό του διαλόγου όπως εκείνος».

Πανταχού παρόν το χιούμορ, που υποβόσκει ακόμη και στις πιο σκοτεινές πλευρές του έργου του. Πανταχού παρούσα και η ικανότητά του να διακρίνει ό,τι δεν του αρέσει σ’ ένα έργο από το σύνολό του που μπορεί και να εκτιμά. Σε μια επιστολή προς τον Μόρις Σίνκλερ γράφει: «Ποτέ δεν μπόρεσα να συμφιλιωθώ με την Ποιμενική Συμφωνία, στην οποία έχω την εντύπωση ότι ο Μπετόβεν διοχέτευσε ό,τι χυδαίο, εύκολο και παιδικό είχε (και είχε πολλά), για να τελειώνει μια και καλή με όλα». Αντίθετα, στην επιστολή του προς τον Axel Kaun αναφέρεται με πάθος στην Εβδόμη και στο πώς «η επιφάνεια του ήχου… καταβροχθίζεται από τεράστιες μαύρες παύσεις» – παύσεις ανάλογες, στην πυκνότητά τους, με εκείνες που καταβροχθίζουν το νόημα στα έργα του ίδιου του Μπέκετ, παράγοντας εκείνο το τόσο ασφυκτικό αίσθημα του κενού.

Είναι η εποχή που διαβάζει πολύ, παθιασμένα, με ιδιοτέλεια, αναζητώντας ερεθίσματα για τη δική του δουλειά και συναντώντας τα στα πιο απροσδόκητα σημεία -όπως στην Τζέιν Οστεν που, καθώς λέει στον ΜακΓκρίβι, «έχει πολλά να του διδάξει»- πηδώντας από τη φιλοσοφία στην κλασική ποίηση και από τους ήσσονες Γάλλους και Γερμανούς συγγραφείς στον Γκέτε και τον Σίλερ. Είναι ταυτόχρονα η εποχή που κονταροχτυπιέται με την αμφιβολία, την αποθάρρυνση, το αίσθημα της ανεπάρκειας. Είναι η εποχή της διαμόρφωσης, η οδυνηρή κυοφορία του μέλλοντος. Είναι τα χρόνια που κατατρώγεται από το άγχος της επίδρασης: «Ορκίζομαι να ξεπεράσω τον Τζ.Τζ. (Τζέιμς Τζόις) πριν πεθάνω». Το 1930 γράφει στον Τσαρλς Πρέντις από τον εκδοτικό οίκο Chatto and Windus, στον οποίο είχε υποσχεθεί μερικές επιπλέον σελίδες στο βιβλιαράκι του για τον Προυστ. «Δεν έχω να προσθέσω τίποτα στον Προυστ. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα εδώ – ούτε να διαβάσω ούτε να σκεφτώ ούτε να γράψω… Πρέπει να απολογηθώ για τον παραλογισμό της όλης δραστηριότητάς μου. Προσδοκούσα πιο γενναιόδωρα διαλείμματα στη γενική παράλυση που με έχει καταλάβει». Δύο χρόνια αργότερα, στον ΜακΓκρίβι: «Δεν προσπάθησα να γράψω. Η ιδέα και μόνο της συγγραφής μού φαίνεται γελοία». Οταν ολοκληρώνει κάποιο ποίημα ή διήγημα, αισθάνεται ότι η συγγραφή απλώς «του συμβαίνει», ανεξάρτητα από τη βούλησή του: «Εσωκλείω το μόνο κομμάτι που μου συνέβη από την εποχή του Παρισιού και που δεν μου περιποιεί ιδιαίτερη τιμή, απ’ όσο μπορώ να κρίνω». Πενθεί γιατί δεν διελαύνεται από την ακαριαία έμπνευση που διακρίνει «στον Ομηρο, τον Δάντη, τον Ρακίνα, και μερικές φορές στον Ρεμπό». Θρηνεί για την «έλλειψη ακεραιότητας» που καταλογίζει στα γραφτά του. Ομολογεί την απουσία της απόλαυσης: «Το γράψιμο είναι μια καταραμένη, φρικτή αγγαρεία. Εφτιαξα δύο ακόμη “short stories”, εμφιαλωμένες ατμόσφαιρες, comme ηa, χωρίς πίστη, μόνο και μόνο επειδή πρέπει κανείς να κάνει κάτι, αλλιώς θα αφανιστεί από πλήξη». Η ακηδία τον παραλύει: «Δεν έχω τον ελεύθερο χρόνο, ακόμη κι αν εμφανιζόταν η επιθυμία, να κάνω οτιδήποτε στον τομέα της λογοτεχνίας». Κι όμως, ανησυχεί: «Τρομοκρατούμαι μερικές φορές στην ιδέα ότι η φαγούρα της συγγραφής έχει θεραπευτεί».

Οπως παρατηρεί ο συγγραφέας Gabriel Josipovici στους Times, αυτό το πολύπλοκο και βασανιστικό πλέγμα αντιφατικών παρορμήσεων θυμίζει πολύ τον Κάφκα. Αλλά οι αναλογίες ανάμεσα στους δύο συγγραφείς είναι ακόμη περισσότερες. Οπως και ο Κάφκα, ο Μπέκετ συνεχώς παραπονιέται για σωματικές ενοχλήσεις, λες και η αποτυχία του να γράψει όπως θα ήθελε επηρεάζει αυτομάτως το σώμα: τα δόντια του χαλάνε, ο λαιμός του πονάει, έχει πλευρίτιδα, «φτερουγίσματα στο στήθος», «σμηγματώδεις κύστεις», τα πόδια του τον πεθαίνουν. Οπως ο Κάφκα, ο Μπέκετ πλήττει και βυθίζεται στην αδράνεια. Οπως ο Κάφκα μισούσε την Πράγα, έτσι ο Μπέκετ απεχθάνεται το Δουβλίνο, που του γεννά «κουρασμένη, αφηρημένη οργή, αόριστη παθητική αντίδραση». Ο Κάφκα ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία και ονειρευόταν να εγκατασταθεί μια μέρα στην Παλαιστίνη, για να δραπετεύσει από τον αυταρχικό του πατέρα· ο Μπέκετ έχει αντίστοιχα προβλήματα με τη διεκδικητική, πιεστική του μητέρα και εγκαταλείπει το Δουβλίνο για να ξεφύγει «απ’ την αρπάγη» της. Οπως συμβαίνει και με τον Κάφκα, τέλος, τα πάντα κρέμονται από το γράψιμο: «Οταν ο Φρανκ άκουσε ότι ο (εκδοτικός οίκος) Heinemann είχε απορρίψει τον Μέρφι, είπε: “Γιατί δεν μπορείς να γράψεις όπως θέλουν οι άνθρωποι;”, κι εγώ απάντησα ότι μονάχα έτσι μπορούσα να γράψω, δηλαδή, όσο καλύτερα μπορούσα (όχι σωστή απάντηση, βέβαια, καθόλου σωστή απάντηση)».

Ποια είναι η απάντηση που αναζητεί ο νεαρός ακόμη Μπέκετ, έχοντας κιόλας απορρίψει την ελέγχουσα αυθεντία και την αίσθηση τελικότητας στα κείμενα, τόσο ενάντιος στη χειραγώγηση, τον εξωραϊσμό ή την εξύμνηση της πραγματικότητας, τόσο εχθρικός στη δικτατορία της καλλιέπειας; «Γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, σχεδόν άσκοπο», γράφει στον Axel Kaun, «να γράφω σε τυπικά αγγλικά. Ολοένα και περισσότερο η γλώσσα μου μού φαίνεται σαν πέπλο που κάποιος πρέπει να σκίσει για να βρει τα πράγματα (ή το τίποτα) που βρίσκονται πίσω του. Γραμματική και ύφος! Φαίνεται ότι για μένα έχουν καταντήσει το ίδιο άσχετα όπως κι ένα μαγιό της εποχής Μπιντερμίαρ, ή το φλέγμα ενός τζέντλεμαν. Μια μάσκα. Ελπίζω πως θα έρθει η στιγμή, δόξα τω Θεώ, και σε κάποιους κύκλους έχει ήδη έρθει, που η γλώσσα θα χρησιμοποιείται καλύτερα, όταν κακοποιείται αποτελεσματικότερα… Ή μήπως μονάχα η λογοτεχνία θα μείνει πίσω, σ’ εκείνο τον παλιό ηλίθιο δρόμο που από καιρό εγκατέλειψαν η μουσική και η ζωγραφική; Υπάρχει κάτι παραλυτικά ιερό που περιέχεται μέσα στη στρεβλή φύση της λέξης και δεν ανήκει στα στοιχεία των άλλων τεχνών; Υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η τρομακτικά αυθαίρετη υλικότητα της λεκτικής επιφάνειας δεν πρέπει να διαλυθεί, όπως, για παράδειγμα, η ηχητική επιφάνεια της Εβδόμης του Μπετόβεν καταβροχθίζεται από τεράστιες μαύρες παύσεις, έτσι ώστε επί σελίδες στη σειρά δεν μπορούμε να την προσλάβουμε παρά σαν ένα ιλιγγιώδες μονοπάτι από ήχους που συνδέουν ανεξιχνίαστα χάσματα σιωπής; Αναζητείται απάντηση». Δεν ξέρουμε αν ο Kaun αποπειράθηκε να δώσει κάποια απάντηση, πάντως πολύ σύντομα ο Μπέκετ ανακάλυψε το δικό του ιλιγγιώδες μονοπάτι, παρασύροντας τους αναγνώστες του ίσως στον πιο εντελή, τον πιο συνεκτικό, στην απόγνωσή του, συγγραφικό κόσμο του 20ού αιώνα.

Comedians praise humour of Samuel Beckett

April 22, 2009 § Leave a comment

From , April 12, 2009

Phill Jupitus, Al Murray, Ricky Gervais, Mark Thomas, Stewart Lee, Omid Djalili and others on Waiting for Godot and more

Samuel Beckett

(Frank Herrmann)

Samuel Beckett

If there’s one piece of theatre that obsesses comedians, it’s Waiting for Godot. Great double acts, from Rik Mayall and Ade Edmondson to Steve Martin and Robin Williams, have had a punt at playing Vladimir and Estragon — while Buster Keaton and Lee Evans have performed in other parts of Beckett’s canon. Perhaps it’s the vaudeville routines that Beckett used, perhaps it’s the way he takes the props of comedy to support more complex soul-searching. Though his works can be bleak, they can also be very funny. So, we asked comedy’s finest what Beckett the playwright means to them.

  • Phill Jupitus

The longest-serving face on Never Mind the Buzzcocks started his career as Porky the Poet, supporting Billy Bragg

Godot is the first play I ever saw with professional actors — barring pantomimes. And I. Did. Not. Know. What. The. F. Was. Going. On. Little realising that that was Beckett’s point. It’s a play that’s equally demanding on performer and audience — you can’t help thinking about it after you’ve seen it, even if you only went for a laugh. Beckett loved clowning, but his two favourites — Groucho Marx and Buster Keaton — were as deep, dark and troubled as he was. I wrote a parody in 2006, Waiting for Alice, about Tweedledee and Tweedledum in a copy of Through the Looking Glass that hasn’t been opened for 60 years. It was along the riff of “does a character exist if nobody’s reading them?” We looked at taking chunks from the original play, but you realise it’s so elliptically interlinked that anything you use becomes shallow and redundant out of the context of the whole piece — which is strange when you realise how many routines were sampled. I’m looking forward to the new production because I saw Ian McKellen host Saturday Night Live — which is a big ask for an actor — and he pulled it off. Plus, there are going to be X-Men fans in the audience and they’ll be watching Beckett. I find that delightful.

  • Robin Ince

A stand-up and writer who usually supports Ricky Gervais on tour and runs club nights such as the School for Gifted Children

My favourite Beckett line is the opening line from A Piece of Monologue: “Birth was the death of him.” A stand-up could build an hour-long Edinburgh show around existentialism, but he nailed it with just one line.

My envy of his writing is about two things: his absolute lack of wastage — even though his lines are about waste and futility — and his confidence with the pause. You can tell truly great stand-ups if they can get to a moment where they just pause for a moment of silence and they still have you and you can see what’s going on in their head. I suppose that’s why comedians are so obsessed with him. It’s because we spend our lives falling over and looking ugly for cash, but Beckett has somehow taken that and raised it to the kind of philosophical level that requires critical acclaim. The only thing that’s come close is The Music Box with Laurel and Hardy, where they have a 10-minute sequence trying to get a piano upstairs, only to meet the delivery man, who says, “Why didn’t you bring it by the road?” They pause, and you think, no, they won’t, but they take it back down the stairs and up the road. In that scene, Stan Laurel is saying as much about the futility of any human task as Beckett at his most profound.

  • Al Murray

Currently on ITV in his sketch show Al Murray’s Multiple Personality Disorder and touring as the Pub Landlord

I grew up watching Laurel and Hardy — which is essentially the story of two men trying to pass the time during the Great Depression and, it being America, make a little profit too. So when I came to Waiting for Godot at A-level, there was a sense in which I was thinking, I have seen this before. Of course Beckett turned to vaudeville, and of course it should be played as vaudeville, because how else can you stage a play that’s described as nothing happening twice? There are times with the Pub Landlord when my routine involves me making an idea or a phrase sound meaningless through exaggerated repetition, and I suspect that wouldn’t work — or it might not even have happened — if I hadn’t been exposed to Beckett. I’m not sure if I’ll be able to go and see this production, though, because I won’t be able to shake the thought that it’s Professor X versus Magneto from the first X-Men movie. Which shows how Godot borrowed from mainstream culture, existed on the fringes of it and is now back in the mainstream with Hollywood stars performing it in the West End.

  • Simon Munnery

He has performed as Alan Parker: Urban Warrior, the League Against Tedium and hosted BBC2’s Attention Scum! His second book, How to Die, will be available in August

For me, Beckett is one of those people, like Miles Davis, who the thought that they have lived is enough to get you through a bad night. And like jazz, it’s your route to Beckett that determines your response: I was lucky enough to see Waiting for Godot (at the National, with John Alderton) having never heard of it, and laughed like a drain. My academic friend would later quote morsels to me in bars, alongside stanzas of Monty Python. “Let’s go/ We can’t/ Why not?/ We’re waiting for Godot.” You can’t beat that, the rhythm of the halls, the classic about-to-split-up nature of double acts. I haven’t been influenced by Beckett so much as stolen from him. I used to use a line from his novel Murphy as a put-down in dingy clubs around the land. And for Club Zarathustra, a cabaret I was in, we nicked the idea of people in dustbins from Endgame. We had the comedian Tom Binns hide in a bin and pop up halfway through the show and deliver a withering parody of stand- up. I love a one-liner, the density of thought you can get in one sentence, the beautiful ambiguities inherent therein. Abstract landscape rather than kitchen sink. Scrupulous absence of topical references. For all this and more, I thank Beckett.

  • Mark Thomas

A comedian and film-maker, he graduated from the agitprop pranks of Channel 4’s Mark Thomas Product to making documentaries for Dispatches. His new tour, It’s the Stupid Economy, starts April 20

I’ve loved Beckett for years — whether it’s Krapp’s Last Tape and the way he plays with repeated phrases, toying with the word “spool”, or Endgame, with the minutely detailed stage directions simply for positioning a stepladder. What annoys me most about Beckett is the audience. I went to see his sketches at the Young Vic directed by Peter Brook and there were skits with men dressed as women that the audience were howling with laughter at, and I thought, that’s just like Les Dawson, but if it actually was Les Dawson you wouldn’t find it funny. That audience wouldn’t go to the circus either, but Godot is like a weird, dribbly circus — at least, that’s what I thought the first time I saw it as a kid. If it wasn’t for the clowning it would be so unbearably, unremittingly bleak, which makes me wonder if Beckett began with the laughter or gave in to it. Beckett was essentially clowning, but it was such perfect, precise clowning.

  • Omid Djalili

Djalili has been nominated for a Perrier, appeared in Gladiator and Pirates of the Caribbean: At World’s End, as well as writing and starring in BBC1’s The Omid Djalili Show, series two of which starts on April 20

In 1988, I was lucky enough to take part in the annual Anglo-Irish literature conference at the University of Ulster — from where I had just graduated — which was being chaired that year by my uncle Suheil Bushrui, a professor of English literature at Oxford University and an expert on WB Yeats, James Joyce and Samuel Beckett. There he encouraged me to “watch and learn” from him, driving him around in my red Renault 5 and being his general dogsbody. It was in the car that he told me about his interview with Beckett in Paris the year before. After a long interview covering all his works, he had put it to him that he thought himself just “a bedouin from the Middle East” and who was he to make assumptions, but surely was not Waiting for Godot less a nihilistic viewpoint of man set loose in a bleak godless world with no hope, and more a plea for mankind to stop waiting for God to appear out of nowhere and rather to cajole us to search inwardly and to find the innate divine within? Was not this work, then, his most deeply religious in essence? Beckett apparently looked at him, smiled, put his hand on my uncle’s arm and said: “Who would have thought that it would take a bedouin from the Middle East to hit the nail on the head?”

  • Stewart Lee

Stewart Lee’s Comedy Vehicle is currently on BBC2. His previous TV outings include Fist of Fun and This Morning with Richard not Judy

Beckett isn’t the kind of thing that’s going to leak through via TV — like most of high culture, he’s been removed from most people’s lives. The fact that he influenced Monty Python and alternative comedians, however, does mean that comics today are influenced by him, albeit second hand. They may have seen Vic Reeves and Bob Mortimer and been inspired by them, in the way Coldplay are influenced by Echo and the Bunnymen, who were influenced by Television. I think that’s important. Godot perfectly encapsulates the theory that clowning represents man’s attempt to stand upright and retain some shred of dignity in the face of impossible odds. If done right, Beckett is still shocking. I saw John Hurt in Krapp’s Last Tape in the West End and there were people in the audience who were totally freaked out — they were asking the ushers if there had been some sort of mistake because this couldn’t actually be the play. Surely, they said, an actor like John Hurt wouldn’t be in this. It’ll be interesting to see how Patrick Stewart’s fanbase responds.

  • Ricky Gervais

His new movie, This Side of the Truth, is out in the autumn and he will preview his new stand-up show, Science, at the Edinburgh Playhouse on August 25

I know so little about Beckett, I would embarrass myself with a comment. He hasn’t been an influence on my work, although some of those in the know have told me that The Office had certain Beckett qualities. One journalist also said it was like Chekhov. I know nothing about him either. What I’m saying is, it seems I rip people off without knowing it. I also rip people off and know it. Laurel and Hardy, for example. Now they were like Beckett. Does that count as knowing something about Beckett after all?

  • Phil Nichol

A Canadian comic and actor who has appeared in One Flew over the Cuckoo’s Nest and whose 2006 Edinburgh show, The Naked Racist, won the if.comedy award

When I first went up to the Edinburgh Festival, it was very much a stand-up world — gags or characters or rapid-fire sketches, which was fine. Then I noticed comics such as Owen O’Neil, Michael Smiley and Dave Gorman doing stories or slideshows and involving theatrical tricks. O’Neil could do grotesque Beckett-style characters mixed with stand-up and have you laughing all the way through, then crying at the end. I think if you look at comics like Wil Hodgson, Daniel Kitson and We Are Klang, they’re closer to absurdist theatre than they are to Jimmy Tarbuck — and the comedy audience is ready for it. A few years ago, I was getting bored with stand-up, so Carey Marx, another comic, would set me a dare every night to see if I could pull it off within the show. One night it was pure Beckett — do nothing. I told the audience that was what I was planning to do. Then I just sat at the edge of the stage and fiddled with the mic stand for a full 20-minute set. I got a huge encore, came back on and did three minutes of nothing. Foolishly I did the same the thing the following night at a different club and was booed off.

  • Waiting for Godot, starring Ian McKellen and Patrick Stewart, opens at the Theatre Royal Haymarket, SW1, on April 30.

Where Am I?

You are currently browsing the Beckett Samuel category at Κείμενα.