Το παιχνίδι με τον χρόνο και η υπέρβαση του ρεαλισμού

January 18, 2009 § Leave a comment

“ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ Ο ΠΟΘΟΣ” ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ “ΠΑΛΛΑΣ” ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΝΤΖΕΛΑΣ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΒΑΡΙΚΙΩΤΗΣ

Της Αναστασίας Σανίκα, Η ΑΥΓΗ, Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

«Εγώ δε θέλω ρεαλισμό! Θέλω μαγεία!», διακηρύσσει η Μπλανς ντυ Μπουά στην ένατη σκηνή του έργου Λεωφορείο ο Πόθος του Τ. Ουίλλιαμς. Το ίδιο φαίνεται να διακηρύσσει και η σκηνοθέτις Άντζελα Μπρούσκου στον τρόπο που «διάβασε» το έργο και το απέδωσε σκηνικά. Η φράση αυτή της Μπλανς ντυ Μπουά γίνεται το μότο όλης της παράστασης.

Ένα θεατρικό παιχνίδι έστησε η Α. Μπρούσκου προκειμένου να ξεπεράσει τη συγκεκριμένη ιστορικότητα ενός ρεαλιστικού θεατρικού έργου και να το φέρει στο «εδώ και τώρα» του θεατή. Το κλειδί αλλά και το μέσο αυτής της μεταφοράς ήταν ένα ριψοκίνδυνο, άλλοτε σκληρό και άλλοτε παιδικά ανάλαφρο, παιχνίδι με τον χρόνο. Διαφορετικές χρονικότητες συναντιόντουσαν, συμπλέκονταν και συμφύονταν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της παράστασης, δημιουργώντας έτσι διαφορετικά επίπεδα επικοινωνίας ανάμεσα στον θεατή και στο σκηνικό γίγνεσθαι.

Ο βασικός άξονας του δραματικού χρόνου του έργου, του χρόνου της ιστορίας που ευθύγραμμα εκτυλίσσεται μπροστά μας -και ο οποίος, έτσι κι αλλιώς, περιλαμβάνει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον μέσα από γεγονότα ή αναφορές στο χθες αλλά και προβολές στο αύριο- διακόπτεται, εμπλουτίζεται ή επεξήγεται από άλλα χρονικά επίπεδα, δημιουργώντας έτσι τον παραστασιακό χρόνο του «εδώ και τώρα», μέσα στον οποίο ο θεατής -αναπόσπαστο και καθοριστικό κομμάτι αυτού του χρόνου- καλείται να δει και να ερμηνεύσει τη διαλογική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στις διάφορες χρονικότητες, κατανοώντας μέσα από αυτήν τα πρόσωπα και τη ζωή, όχι απλώς στη συγκεκριμένη ιστορικότητα του έργου αλλά στη διαχρονικότητά τους.

Έτσι λοιπόν «βλέπουμε» τον χρόνο του συγγραφέα κατά τη διάρκεια συγγραφής του έργου. «Βλέπουμε» τον χρόνο των ηθοποιών κατά τη διάρκεια της αναμονής τους πριν «ντυθούν» τον ρόλο τους: Η συγκεκριμένη αντίστιξη του ηθοποιού που χαλαρά πίνει το ποτό του στο μπαρ, πριν γίνει πρόσωπο του έργου και μπει στη δράση, λειτουργεί σχεδόν απελευθερωτικά και βοηθά στην υπέρβαση ενός σκληρού ρεαλισμού, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα με διάθεση παιχνιδιάρικη τη θεατρική σύμβαση: τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, μια σχέση άκρως δημιουργική για όλους τους συμμετέχοντες στο θεατρικό γίγνεσθαι.

Πάνω απ’ όλα όμως «βλέπουμε» το χρόνο του μύθου και της πραγματικότητας. Μέσα από μια σειρά εικόνων της σύγχρονης Αμερικής -εικόνες πολιτισμικά αναγνωρίσιμες από όλους μας- παρουσιάζεται η διαδρομή του «αμερικάνικου ονείρου», η δημιουργία και η κατάρρευσή του, το «παραμύθιασμα» αλλά και η απομυθοποίησή του. Ο ανάλαφρος και γεμάτος χιούμορ τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό λειτουργεί ως μηχανισμός συναισθηματικής απελευθέρωσης για τον θεατή, που βλέπει το «παραμύθι» να τίθεται στην υπηρεσία της υπέρβασης ενός ρεαλισμού και μιας πραγματικότητας που, όσο αναγκαία και «πραγματική» κι αν είναι, χρειάζεται να την ξεπερνάς, να την κοροϊδεύεις και να της κλείνεις το μάτι για να την αντέξεις.

Γι’ αυτό η Άντζελα Μπρούσκου έχει μια τόσο φιλάνθρωπη στάση απέναντι στη Μπλανς ντυ Μπουά στο τέλος του έργου. Δεν παραχωρεί στην ηρωίδα απλώς την υλοποίηση της φαντασίωσής της αλλά της προσφέρει με γενναιοδωρία το μεγαλύτερο ψέμα στο ωραιότερο περιτύλιγμα. Η Μπλανς δεν αντέχει τον ρεαλισμό. Δεν θα την παραλάβει λοιπόν ο γιατρός του τρελοκομείου από το σπίτι του Στάνλεϋ και της Στέλλας, αλλά ο ήρωας του παραμυθιού. Όχι ένας οποιοσδήποτε ευγενικός κύριος που θα λυπηθεί το ανθρώπινο ράκος που αντικρίζει, αλλά ο απόλυτος ήρωας μιας ολόκληρης εποχής. Ο ίδιος ο Σούπερμαν! Έτσι, στην ηρωίδα, που τόσο σιχάθηκε τον ρεαλισμό και τόσο αναζήτησε τη μαγεία και την ομορφιά στη ζωή της, παραχωρείται η απόλυτη μαγική εικόνα, η πραγματική σωτηρία της και η διαφυγή της στη σφαίρα του ονείρου και του υπερ-ρεαλισμού. Αλλά και στα μάτια και στο συναίσθημα του θεατή, το χαμόγελο γι’ αυτήν την τόσο παιδική φαντασίωση συνυπάρχει με την πικρία και την επώδυνη συνειδητοποίηση για τη ματαιότητα του παιχνιδιού των προσδοκιών και των διαψεύσεων, του παραμυθιού και της πραγματικότητας.

Όπως λοιπόν η Μπλανς ντυ Μπουά βαδίζει πάνω στο τεντωμένο σχοινί του ρεαλισμού και της κατάργησης ή υπέρβασής του, έτσι και η σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου βάδισε πάνω στα χνάρια αυτού του ίδιου σχοινιού, έχοντας ως εργαλείο και σύμμαχό της τα παιχνίδια με το χρόνο.

* Η Α. Σανίκα είναι εκπαιδευτικός – θεατρολόγος

Advertisements

Where Am I?

You are currently browsing the Χρόνος category at Κείμενα.