Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν οι κότες…

May 31, 2009 § Leave a comment


Μολονότι κατά τεκμήριον επαρκής αναγνώστης, ο συγγραφέας κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος πιάστηκε, κατά το κοινώς λεγόμενο, «αδιάβαστος». Στη λογοκριτική επίθεση ενάντια στο «Από Μηχανής Θέατρο», που είχε ως αποτέλεσμα εκτεταμένες καταστροφές και τη ματαίωση της πρεμιέρας του έργου του Μ. Φάις Το κίτρινο σκυλί, αναφέρεται, στο φύλλο του Σαββάτου 23/5 των Νέων («Τι κρύβεται μες στο αυγό της κότας»), ο ανά δεκαπενθήμερο αρθρογράφος.

Αφού παρατηρήσει πως «ούτε κι εμείς (σ.σ.: οι Α. Δοξιάδης, Π. Μάρκαρης και ο ίδιος, στο κείμενο-καταγγελία με αφορμή τη διακοπή της πρεμιέρας του Εθνικού το Δεκέμβρη) περιμέναμε πως οι φόβοι μας θα αποδειχθούν τόσο αληθινοί», καταλήγει χαρακτηρίζοντας «αυγό του φιδιού», τουτέστιν φασιστικές, ανάλογες πρακτικές.

Λίγο πριν την κατακλείδα όμως, ο κ. Θεοδωρόπουλος θεωρεί πως πρέπει να «αφήσουμε κατά μέρος την Αυγή η οποία με αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία προσπάθησε να ξεχωρίσει τους ‘υπεραριστερούς’ που τα έσπασαν στο ‘Από μηχανής’, από τους ‘απλώς αριστερούς’ που διέκοπταν τις παραστάσεις τον Δεκέμβριο. Αυτή έχει τη μεζούρα της Αριστεράς και δικαιούται να μετράει την πραγματικότητα όπως θέλει».

Φαίνεται πως ο κ. Θεοδωρόπουλος διάβασε αλλά μάλλον όχι επιμελώς το έργο του Πιερ Μπαγιάρ Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει… Αλλιώς δεν θα έπαιρνε δύο μονάχα λέξεις από την καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ («δήθεν ‘υπερεπαναστάτες’» χαρακτηρίζονται οι τραμπούκοι, κι όχι «υπεραριστεροί»: ακόμη κι εκεί κάνει λάθος…) αφήνοντας στη συνέχεια τα στερεότυπα τα οποία αποτελούν τη δική του μεζούρα με την οποία μετρά την πραγματικότητα να ανακαλύψουν την «αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία» της Αυγής, που τάχα ξεχώριζε τους «υπεραριστερούς» από τους «απλώς αριστερούς» -χωρίς, φυσικά, να μπει στον κόπο να τη διαβάσει για να μην εκτεθεί…

Αν θέλει να το κάνει, έστω και εκ των υστέρων, ας αναζητήσει την «αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία» μας στην ιστοσελίδα της Αυγής, στο κείμενο της 12/5 με τίτλο «Οι αυτόκλητοι ‘νταβατζήδες’ της Κ. Κούνεβα». Αλλά μάλλον δεν θα το κάνει… Γιατί, ως γνωστόν, αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με την άποψή μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα…

ΥΓ.: Το (πολύ χειρότερο) ενδεχόμενο να διάβασε την «αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία» μας και να μην κατάλαβε τι διαβάζει δεν θέλω καν να το σκέπτομαι…

  • Σ.Κ., Η ΑΥΓΗ: 30/05/2009
Advertisements

Τι κρύβεται μες στο αυγό της κότας

May 31, 2009 § Leave a comment

  • Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 23 Μαΐου 2009
  • Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΕΛΕΓΕ ΚΑΠΟΤΕ ΧΑΡΙΤΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΠΩΣ ΑΙΣΘΑΝΘΗΚΕ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 1959 ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΠΩΣ Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ «ΟΡΝΙΘΩΝ» ΕΙΧΕ ΑΠΑΓΟΡΕΥΘΕΙ. «ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟΙ, ΘΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΑΝ ΡΕΖΙΛΙ»

Την παραμονή, στην πρεμιέρα, το κοινό είχε αποδοκιμάσει την εμφάνιση ενός ιερέα ντυμένου με ρούχα παπά επί σκηνής και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, υπουργός Προεδρίας τότε, είχε αποφασίσει να μην αφήσει την ιεροσυλία να συνεχιστεί. Ως γνωστόν η παράσταση αυτή που επαναλήφθηκε μερικά χρόνια αργότερα, υπήρξε μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές, όχι μόνον του θεάτρου αλλά και της καλλιτεχνικής δημιουργίας γενικά, στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η μουσική του Χατζιδάκι δεν έχει γεράσει ούτε μέρα, τα σκηνικά του Τσαρούχη και η ανάγνωση του Αριστοφάνη από τον Κουν έφτιαξαν σχολή.

Ο χαμένος της όλης ιστορίας υπήρξε ο Τσάτσος. Τον θυμάμαι σε όλη μου την παιδική ηλικία να τον συνοδεύει εκείνη η κότα που του είχε κολλήσει ο Φωκίων Δημητριάδης στις γελοιογραφίες του στην πρώτη σελίδα των «ΝΕΩΝ». Το γεγονός παραμένει εμβληματικό και για έναν ακόμη λόγο. Ένας από τους πιο στιβαρούς διανοητές της εποχής, την κρίσιμη στιγμή συμπεριφέρθηκε σαν κοινός χωροφύλακας, θεματοφύλακας της συντηρητικής υστερίας που κυριαρχούσε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η πολιτική συγκυρία για μια ακόμη φορά αντιμετώπισε την καλλιτεχνική δημιουργία λες και ήταν άπλυτο εσώρουχο.

Έκτοτε η Δεξιά χρεώθηκε κατ΄ αποκλειστικότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πνευματικής λογοκρισίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σ΄ αυτά τα χρόνια ακόμη και η χρήση της λέξης «διανοούμενος» ήταν φορτισμένη με πολιτικές αποχρώσεις. Τα βλακώδη αντανακλαστικά της χούντας, με την αμορφωσιά και την ημιμάθεια των καραβανάδων «τεχνοκριτικών» της λογοκρισίας ήρθαν να κατοχυρώσουν περίτρανα τα εν λόγω δικαιώματα για λογαριασμό των πάσης φύσεως δεξιών, υπερδεξιών και συναφών επαγγελμάτων.

Στα χρόνια αυτά η Αριστερά μπορεί να μην είχε με το μέρος της τον νόμο, είχε όμως με το μέρος της την ηθική. Με τα χέρια καθαρά και το κεφάλι ψηλά αναλάμβανε την υπεράσπιση της πνευματικής ελευθερίας για λογαριασμό κάθε κατατρεγμένου. Μια πνευματική ελευθερία η οποία είχε, εννοείται, προ πολλού εξοριστεί από την επικράτεια του καταλάμποντος ακόμη τότε υπαρκτού σοσιαλισμού. Μια πνευματική ελευθερία την οποία, με το τεκμήριο της αθωότητας και της τραγικής ήττας στον Εμφύλιο, μπορούσε η ίδια η Αριστερά να τη χειρίζεται κατά βούληση.

Όποιος τολμούσε να σκεφτεί και μόνον ότι η Αριστερά μπορεί να ασκήσει λογοκρισία χρεωνόταν πάραυτα με τον ιό του αντικομμουνιστικού μένους, αφού δεν μπορούσε να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα, αφού, τυφλωμένος από την ιδεολογική του παράνοια, δεν μπορούσε να δει το οφθαλμοφανές: η Αριστερά όταν λογοκρίνει το κάνει για το καλό του κοσμάκη, για τον λαό, το προλεταριάτο, την Ιστορία και τον Σοσιαλισμό. Έτσι πέρασαν αφορολόγητες από το τελωνείο της δικής μας ιστορίας οι σταλινιάδες του Μάρκου Αυγέρη και άλλων που κατηγορούσαν συγγραφείς για ρεφορμισμό, μικροαστισμό και λοιπές λειχήνες που κατατρώνε το σώμα της επανάστασης. Αν ζούσε σήμερα ο Στρατής Τσίρκας θα είχε πολλά να μας πει, και ο Άρης Αλεξάνδρου ακόμη περισσότερα. Θα μου πείτε η υπόθεση έχει βαθιές ρίζες. Την είχε νιώσει στο πετσί του και ο Γληνός που ήταν αναγκασμένος να ακούει τις υποδείξεις αποφοίτων του Δημοτικού. Την ένιωσε αργότερα και ο Ρίτσος όταν αναγκάστηκε, υποτιμώντας και την ποιητική του ιδιοφυΐα και τη νοημοσύνη μας, να υμνήσει τα τανκς που χόρευαν στους δρόμους της Πράγας το 1968 ή «τα παιδιά της ΚΝΕ που λένε στη ζωή το μεγάλο Ναι».

Αυτά για την ιστορία. Και η ιστορία αξίζει ό,τι αξίζει για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι κάτι αξίζει. Το πνευματικό έργο, εδώ και μερικές δεκαετίες, έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό προϊόν και την επιλογή του τι πρέπει και μπορούμε να διαβάζουμε ή να βλέπουμε και τι όχι, την κάνουν μια χαρά οι κανόνες της αγοράς. Ο καθένας είναι ελεύθερος να λέει, να γράφει και να παίζει ό,τι θέλει, αρκεί αυτό που λέει, γράφει ή παίζει να μην ξεφεύγει αισθητά από τις απαιτήσεις του μέσου όρου των στατιστικών και των δημοσκοπήσεων. Αλλιώς είναι μια υπόθεση που αφορά μόνον τον ίδιον και τον εαυτό του, άρα ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού χώρου, άλλως, στην αρμοδιότητα των κατά μόνας ηδονών.

  • ΤΟ ΦΙΔΑΚΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΦΑΓΕ

//

Ούτε κι εμείς περιμέναμε πως οι φόβοι μας θα αποδειχθούν τόσο αληθινοί όσο αποδείχτηκαν μετά τα γεγονότα στο «Από μηχανής θέατρο». Το έργο «Το κίτρινο σκυλί» το έγραψε ο Μισέλ Φάις και αναφέρεται στην τραγική ιστορία της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Κάποιοι έκριναν πως η αντιμετώπιση της υπόθεσης δεν είναι αρκούντως επαναστατική, μπήκαν μέσα, έβγαλαν κάτι δεκάρικους και τα έκαναν λαμπόγυαλο.

Ας αφήσουμε κατά μέρος την «Αυγή» η οποία με αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία προσπάθησε να ξεχωρίσει τους «υπεραριστερούς» που τα έσπασαν στο «Από μηχανής», από τους «απλώς αριστερούς» που διέκοπταν τις παραστάσεις τον Δεκέμβριο. Αυτή έχει τη μεζούρα της Αριστεράς και δικαιούται να μετράει την πραγματικότητα όπως θέλει.

Κι ας θυμηθούμε απλώς πως όταν από το αυγό βγει το νεογέννητο ερπετό είναι ένα μικρό συμπαθητικό φιδάκι που μπορεί να το λένε και Γιακουμή. Όταν όμως μεγαλώσει μάλλον του ταιριάζει το «μαύρο φίδι που μας έφαγε όλους μαζί».

  • Οι «εισβολείς» του Δεκεμβρίου

//

Τον περασμένο Δεκέμβριο, υπό το κράτος της επαναστατικής διέγερσης, ομάδες νέων ηθοποιών διέκοψαν παραστάσεις για να καταγγείλουν την αδιαφορία του κοινού που αντί να διαμαρτύρεται στους δρόμους πάει να δει θέατρο. Είναι αξιοσημείωτο πώς, επίδοξοι ηθοποιοί, οι οποίοι αγαπούν τόσο πολύ το θέατρο ώστε να θέλουν να του αφιερώσουν το υπόλοιπον του βίου τους το αντιμετωπίζουν ως μια περιττή και μάλλον νοσηρή δραστηριότητα σε περιόδους κοινωνικής υγείας- αφού πίστευαν πως ό,τι υγιές διαθέτει η κοινωνία μας είναι στους δρόμους και οφείλει και το θέατρο να τρέξει πίσω του.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι πως τα παιδιά αυτά χειροκροτήθηκαν από μέρος του κοινού που βρισκόταν στις αίθουσες, ενίοτε δε και από τους ίδιους τους θιασάρχες. Και ας αφήσουμε τους θιασάρχες που ενδέχεται να ήταν δυσαρεστημένοι γιατί το ΥΠΠΟ καθυστερεί εδώ και μήνες τις επιχορηγήσεις και οι άνθρωποι βρήκαν τον τρόπο να διαμαρτυρηθούν. Το κοινό όμως που κανείς δεν το είχε υποχρεώσει να βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, κανείς, εκτός από το γούστο του, γιατί χειροκρότησε; Τέλος πάντων, ας πούμε ότι κανείς δεν θέλει να λείπει από την επόμενη επανάσταση για να τελειώνουμε και με την υποκρισία μας.

Τότε είχαμε συνυπογράψει μια επιστολή με τους φίλους Απόστολο Δοξιάδη και Πέτρο Μάρκαρη για να δηλώσουμε δημοσία την αντίθεσή μας στο γεγονός.

Το κίνητρο ήταν απλό: κρίναμε πως αυτού του είδους οι παρεμβάσεις ανοίγουν μια κερκόπορτα, της οποίας οι ιστορικές καταβολές είναι γνωστές και η οποία, αν μείνει ανοιχτή, κινδυνεύει να τραυματίσει καίρια την πνευματική μας ελευθερία. Και ο φανατικός χριστιανός που διακόπτει την προβολή του «Τελευταίου Πειρασμού» κι αυτός πιστεύει πως έχει δίκιο, οπότε το θέμα δεν είναι αν έχεις δίκιο ή όχι, το θέμα είναι αν ο πολιτισμός σου σού επιβάλλει να σέβεσαι την ελευθερία της δημιουργίας. Η δημιουργία δεν έχει σωματοφύλακες για να την προστατεύσουν. Το μόνο που την προστατεύει είναι ο σεβασμός με τον οποίον την περιβάλλει ο πολιτισμός μας. Ορισμένοι φίλοι βρήκαν την αντίδρασή μας υπερβολική, άλλοι μας προπηλάκισαν και κάπου διάβασα πως κάποιος νέος πρωταγωνιστής, προφανώς χωρίς ιδιαίτερες ιστορικές γνώσεις μάς αποκάλεσε φασίστες.

Το κείμενο του Μισέλ Φάις και η πραγματικότητα Κωνσταντίνα Κούνεβα

May 26, 2009 § Leave a comment

  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
  • Η ΑΥΓΗ: 24/05/2009
  • Είναι γνωστά τα συμβάντα, πριν από δύο εβδομάδες, στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Μισέλ Φάις Το κίτρινο σκυλί (κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη). Οι αυτόκλητοι και «αγανακτισμένοι» υπερασπιστές της τέχνης και της Κούνεβα ματαίωσαν την πρεμιέρα, στο όνομα μιας ασαφούς «καθαρότητας», τόσο της τέχνης όσο και των κοινωνικών αγώνων, στην ουσία απαγορεύοντας κάθε μεταξύ τους σχέση και όσμωση. Τόσοι και τόσοι κατήγγειλαν την ενέργεια αυτή ως λογοκρισία – και καλώς έπραξαν. Το πράγμα όμως πήρε άλλη διάσταση όταν, μετά τη ματαίωση της πρεμιέρας, η ίδια η Κωνσταντίνα Κούνεβα, με ιδιόχειρο σημείωμά της, έδωσε την επίνευσή της στο κείμενο και στην παράσταση, δηλαδή στο εγχείρημα το δράμα της να καταστεί «θέμα» ενός κειμένου και μιας παράστασης.
  • Όταν όμως ο Φάις δημοσιοποίησε, σκαναρισμένο, το ιδιόχειρο σημείωμα της Κούνεβα, διατυπώθηκε μια αναπάντεχη ένσταση, με το εξής δημοσιογραφικό σχόλιο: «Tο σκανάρισμα του ιδιόχειρου της Kούνεβα γιατί έγινε; Προφανώς ως οπτικό υλικό, που προσθέτει βάρος στον λόγο. Aπό πότε όμως ένας θεράπων του γραπτού λόγου αισθάνεται πως το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Λυπάμαι που θα το πω, αλλά η απορία, αν «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις», είναι τόσο αρχαία όσο και η λογοτεχνική συνθήκη. Γιατί αυτό είναι το μείζον και διαρκές χαρακτηριστικό της τέχνης, αυτό είναι το μεγαλείο της.
  • Υπάρχει όμως και συνέχεια, και τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα, αφού ακολουθεί και νέα ένσταση: «θα περίμενε κανείς, [ο Φάις] να μη νομιμοποιήσει τους αστείους που ακύρωσαν την πρεμιέρα. Έκανε ακριβώς το αντίθετο: Άνοιξε κουβέντα μαζί τους, εμπλέκοντας μια πονεμένη κατάκοιτη μετανάστρια. Kαι με τον πλέον απροσδόκητο για το συγγραφικό μέγεθός του τρόπο: Mε το ποιος έχει την άδεια της Kωνσταντίνας Kούνεβα… Δυστυχώς, έτσι [ο Φάις] πέρασε στον χώρο των συστημικών».
  • Το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί με «ηθικά» κριτήρια, όποιος και να τα εκφωνεί, ό,τι πολιτικό πρόσημο κι αν τους δίνει. Γιατί, πάντα θα συναντά το αμείλικτο ερώτημα: «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Επειδή όμως, ναι, ξεφεύγει, αφού αυτός είναι ο τρόπος που ένα κείμενο, δηλαδή ένα σύνολο «λέξεων», λειτουργεί ως έργο τέχνης, και, επιπλέον, επειδή αυτό το «παράδοξο», αυτή η «μαγεία» συμβαίνει μόνο μέσα από τις αισθητικές προκείμενες του έργου, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται ούτε με βανδαλισμούς ούτε ερήμην του αισθητικού προτάγματος του έργου.
  • Θέλω να πω, ότι ένα έργο τέχνης, για να το καταγγείλουμε ή για να το σεβαστούμε, θα πρέπει πρώτα να το δούμε και να το κρίνουμε ως έργο τέχνης, δηλαδή να δούμε και να κρίνουμε τις αισθητικές του προκείμενες. Όχι γιατί η αισθητική είναι «πάνω» από την ηθική, αλλά γιατί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος δεν υπάρχει παρά ως αισθητικό αποτέλεσμα. Μόνο έτσι υφίσταται. Αλλιώς, μιλάμε εν κενώ ή μιλάμε για κάποιο άλλο έργο. Και η λογοτεχνία που κάνει ο Μισέλ Φάις έχει συγκεκριμένο αισθητικό πλαίσιο, εγγράφεται σε έναν συγκεκριμένο αισθητικό ορίζοντα. Μπορεί να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει, μπορεί να κρίνουμε το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα ως σημαντικό ή ως έλασσον, πάντως το έργο του μπορεί να κριθεί μόνο ως αυτό που είναι.
  • Ο Φάις, λοιπόν, κάνει μεταμυθοπλασία. Και αυτό το λογοτεχνικό είδος υφίσταται μόνο μέσα από το διαρκή διάλογο μύθου και πραγματικότητας. Μάλιστα, το κατ’ εξοχήν «τεχνικό» του χαρακτηριστικό είναι πως ολόκληρα, και αυτούσια, κομμάτια της πραγματικότητας ενσωματώνονται μέσα στη λογοτεχνική αφήγηση. Επιπλέον, έτσι, η «αφήγηση» δεν περιορίζεται στα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας ή στους τέσσερις τοίχους μιας θεατρικής σκηνής αλλά, στο μέτρο της δυνατότητας κάθε συγκεκριμένου έργου, η αφήγηση διευρύνει τα όριά της προς το χώρο της πραγματικής ζωής.
  • Αυτό το χαρακτηριστικό όχι μόνο καθορίζει το «περιεχόμενο» και τη «μορφή» του έργου, ή την «ειδολογική» του κατάταξη, αλλά και παράγει την πολιτικότητά του. Χωρίς αυτά τα σπαράγματα της πραγματικότητας, που «σπαράζουν» μέσα στο έργο, διατηρώντας συνεχώς ανοιχτούς τους διαύλους με την εκτός κειμένου πραγματικότητα, δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς το «έξω κείμενο», που μιλά τη δική του φωνή μέσα στο «έργο», δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, μιλάμε για ένα άλλο έργο, ενός άλλου συγγραφέα∙ για μια άλλη παράσταση, ενός άλλου έργου.
  • Είναι λοιπόν στοιχείο της ιδρυτικής συνθήκης ενός κειμένου μεταμυθοπλασίας, να μετέχουν στο έργο φωνές του «έξω κειμένου», όπως εν προκειμένω αυτή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Ακόμα και το σημείωμά της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους μιλά η φωνή της και συμμετέχει η ζοφερή πραγματικότητά της (το ίδιο θα συνέβαινε, ακόμα κι αν το σημείωμα κατάγγελλε το κείμενο και την παράσταση).
  • Από την άλλη, οι «αγανακτισμένοι» νεαροί, επειδή είναι τραγικά άσχετοι με την τέχνη, δεν υποψιάστηκαν ότι το έργο αυτό, ως έργο μεταμυθοπλασίας, θα μπορούσε να περιλάβει την αντίρρησή τους, να εγγράψει και τη δική τους φωνή στο ίδιο το καλλιτεχνικό γεγονός. Μάλιστα, η αντίρρησή τους θα μπορούσε ακόμη και να φωτίσει διαφορετικά το έργο. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να γίνει η παράσταση. Προτίμησαν να την καταστρέψουν. Γι’ αυτό και δεν έχουν σχέση με την αριστερά. Αγράμματη αριστερά δεν υπάρχει.
  • Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως οι επιλογές του κάθε συγγραφέα βρίσκονται στο απυρόβλητο. Δεν σημαίνουν πως το έργο του Φάις, αλλά και ολόκληρο το ρεύμα της μεταμυθοπλασίας, δεν υπόκειται σε κριτική. Σημαίνει, όμως, πως οι όποιες κρίσεις προσεγγίζουν και προϋποθέτουν το έργο ως έργο μεταμυθοπλασίας. Και όχι π.χ. ως ρεαλιστικό στόρυ, με τους «κριτές» να μετρούν την «απόσταση» του έργου από την πραγματικότητα, ή ως μαρτυρία ή ως μυθιστορηματική ανάπλαση ή, έστω, ως «δημοσιογραφικό μυθιστόρημα».
  • Ας το γενικεύσουμε: όλα υπόκεινται σε κριτική. Ακόμα και τα αισθητικά ρεύματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να θεωρήσει ένα έργο μεταμυθοπλασίας «αστικό θέαμα», να χαρακτηρίσει τον συγγραφέα του «συστημικό» ή ό,τι άλλο νομίζει. Όμως, οι ηθικές κρίσεις, επί ενός αισθητικού ρεύματος ή επί ενός καλλιτεχνικού έργου (με ό,τι αυτό περιλαμβάνει), δεν μπορούν να βασίζονται στη λογική του περιβόητου «κοινού νου», έστω κι αν, κατά την περίσταση, είναι «ριζοσπαστικοποιημένος», «ενημερωμένος» κ.λπ. Αυτό είναι φασισμός. Στην πιο καθαρή του μορφή. Οι ηθικές κρίσεις επί ενός αισθητικού ρεύματος νομιμοποιούνται (αν νομιμοποιούνται) μόνο όταν εδράζονται σε φιλοσοφικές/θεωρητικές προκείμενες. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση – καλοδεχούμενη.

Το θέατρο και η δημοκρατία

May 24, 2009 § Leave a comment

Oταν μιλάμε για το θέατρο μιλάμε για τη δημοκρατία, για μια αντιπαράθεση των ιδεών και των αισθημάτων η οποία, στην όξυνσή της, είναι ικανή να παρακάμψει ή να ανατρέψει το δεδομένο τελετουργικό. Δεν μιλάμε για ένα σόου που απευθύνεται σε «χαυνοπολίτες», για να θυμηθούμε μία από τις τόσες λέξεις που έπλασε ο οίστρος του Αριστοφάνη, αλλά για μια εκκλησία του δήμου μέσα στην εκκλησία του δήμου. Η «διάδραση» μπορεί να μην είχε στην αρχαιότητα τη σημερινή της σημασία (και πάλι κατά τον Αριστοφάνη, «διαδρασιπολίτες» είναι όσοι αποφεύγουν να φορτωθούν οποιοδήποτε βάρος της πολιτείας, οι λουφαδόροι), αφού ο «διαδραστικός» έγινε του συρμού τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα για να περιγράψει το μη υπάρχον ή το οιονεί υπάρχον, ήταν ωστόσο γεγονός η συλλειτουργία και η δυναμική συνύπαρξη «κοινού», «ηρώων», ηθοποιών και ποιητών. Η ενσωμάτωση του Χορού στο αρχαιοελληνικό δράμα, την τραγωδία και την κωμωδία, υποστασιοποιούσε τον δήμο, ενεργό και παρεμβατικό· δεν ήταν η υποτιμητική αναπαράστασή του αλλά η ζώσα και δρώσα εικόνα του, που καμιά σχέση δεν είχε βέβαια με τον κονσερβαρισμένο δήμο που «εκπροσωπείται» από τα επίσης κονσερβαρισμένα γέλια που ακούμε στα αμερικανικά σίριαλ (παραδόξως, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επινοηθεί ούτε κονσερβαρισμένα κλάματα, επί δραμάτων, ούτε κονσερβαρισμένες κραυγές τρόμου, επί θρίλερ).

Ησυχη υπόθεση δεν ήταν ποτέ το θέατρο, κι αυτή η ιδρυτική ανησυχία του, γνώρισμα εσωτερικό και όχι επιδερμικό, είναι τμήμα της κληρονομιάς του σχεδόν εξίσου σημαντικό με τα καθαυτό κείμενα που παραλάβαμε. Μια γεύση για την εμπλοκή του δήμου στη θεατρική λειτουργία δίνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα από την «Ιστορία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου» του Νικολάου Λάσκαρη, θεατρικού συγγραφέα και ιστορικού του θεάτρου, αρχαιοελληνικού, ρωμαϊκού και νέου: «Οι θεαταί κατά την διάρκειαν της παραστάσεως επαθαίνοντο ευκόλως διά την μίαν ή την άλλην αιτίαν. Αλλοτε συνεκινούντο και έκλαιον διά τα παθήματα ή τας περιπετείας του τάδε ή δείνα ήρωος, άλλοτε ενθουσιάζοντο διά την τεχνοτροπίαν του συγγραφέως και ευθύς τον αντήμειβον, ενώ εξ άλλου τον απεδοκίμαζον α γ ρ ί ω ς οσάκις συνέβαινε να ασεβή προς τους θεούς. […] Οι θεαταί κατ’ ουδένα τρόπον επέτρεπον υπαινιγμούς από σκηνής διά την θρησκείαν των. Οταν ποτέ ο Ευριπίδης απετόλμησε διά τινος προσώπου του “Βελλερεφόντου” του να εκφέρη βλασφημίας τινάς, το ακροατήριον σύσσωμον θα ελιθοβόλει τον υποκρινόμενον το πρόσωπον αυτό υποκριτήν, εάν δεν ενεφανίζετο επί σκηνής ο ποιητής να το καθησυχάση λέγων ότι ο ούτω βλασφημήσας θα ετιμωρείτο σκληρώς εις το τέλος. Την αυτήν τιμωρίαν θα υφίστατο και ο Αισχύλος όταν απεκάλυψεν έν τινι τραγωδία του τα των Ελευσινίων μυστηρίων, εάν δεν κατέφευγε εις τον εν τη ορχήστρα βωμόν του Διονύσου».

Οσο για την αντίδραση των θεατών–πολιτών σε όσα άκουγαν και έβλεπαν, σημειώνει ο Ν. Λάσκαρης: «Εστιν ότε τους γέλωτας και τ’ αστεία των θεατών διεδέχοντο αυστηρόταται, αλλά και αυθάδεις επικρίσεις των από σκηνής λεγομένων. Διδασκομένου ποτέ του “Ορέστου” του Ευριπίδου, όταν ο ήρως του δράματος λέγη προς τον Τυνδάρεω: “Χωρίς πατέρα δεν γίνεται υιός”, εις εκ των θεατών, εγερθείς της θέσεώς του, εκραύγασε μεγαλοφώνως προς την σκηνήν: “Και χωρίς μητέρα, ω κάθαρμα Ευριπίδη!” […] Την αποδοκιμασίαν των την εξεδήλουν οι θεαταί διά συριγμάτων, ποδοκροτημάτων και κλωσμών [δηλ. με ήχους σαν κι εκείνους που κάνουμε με το στόμα μας για να διώξουμε τα πουλιά]. Εστιν ότε αι αποδοκιμασίαι, οσάκις υποκριτής τις καθίστατο ανυπόφορος, έφθανον και μέχρι λιθοβολισμού. Επί του προκειμένου, ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο υποκριτής Ηγήμων ο Θάσιος εισήλθέ ποτε εις την σκηνήν έχων το ιμάτιόν του πλήρες λίθων τους οποίους κατόπιν έρριψε εις την ορχήστραν προς μεγάλην έκπληξιν των θεατών· αφού δ’ επ’ ολίγον τους παρετήρησεν, είπε: “λίθοι μεν οίδε· βαλλέτω δ’ εί τις θέλει”. Αλλοτε μεταξύ αποδοκιμαζομένων υποκριτών και θεατών συνήπτετο άγριος πετροπόλεμος, οπότε επενέβαινον οι επιμεληταί της ευταξίας εν τω θεάτρω, οι ραβδούχοι καλούμενοι, ή, κατά τον Λουκιανόν, μαστιγοφόροι, και ερράβδιζον τους παρεκτρεπομένους υποκριτάς. Αλλά και τους επαινούντας εαυτούς από σκηνής ποιητάς φαίνεται ότι ετιμώρουν οι ραβδούχοι».

Χλεύη, άγρια μάλιστα, πετροπόλεμος, ραβδισμοί. Εν θεάτρω και λόγω του θεάτρου. Κάπως ηπιότερα, με τη βία μάλλον συμβολική, ήταν τα πράγματα στους επόμενους καιρούς. Και μολονότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η ιστορία διδάσκει, ας κάνουμε άλλη μία κίνηση προς το παρελθόν, προς τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. «Το θέατρο των χρόνων της επανάστασης αποτελούσε ένα ακόμη φλογερό πεδίο μάχης», σημειώνει η Μαίριλυν Γιάλομ στο βιβλίιο της «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών – Αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται» (μτφρ. Εύη Κλαδούχου, εκδόσεις «Αγρα», 2009). Και εξηγεί: «Το εύρος του θεάτρου ξεκινούσε από παρωδίες που ήταν γραμμένες για να διασκεδάζουν το αμόρφωτο πλήθος, ακόλαστες καρικατούρες της βασιλικής οικογένειας και των αυλικών της, έως σοβαρά δράματα που κήρυτταν τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας. Αρκετοί μάλιστα τόλμησαν να επιδείξουν την αφοσίωσή τους, όπως αφηγείται η Κυρία ντε Τουρζέλ [η τελευταία γκουβερνάντα των παιδιών του Λουδοβίκου του ΙΣΤ΄ και της Μαρίας – Αντουανέττας] στο ακόλουθο επεισόδιο: “Εδιναν μια παράσταση της “Ιφιγένειας” στην Οπερα. Η χορωδία, που τραγουδούσε ““Ας τιμήσουμε τη βασίλισσά μας”, χειροκροτήθηκε ένθερμα από τους βασιλικούς, που φώναζαν “κι άλλο”. Ακούγονταν διάφορες αποδοκιμασίες και μουρμουρητά από την αντίπαλη παράταξη… Η δυσαρέσκεια των αντιπάλων αυξήθηκε όταν ο [ηθοποιός] Lainez επέτρεψε στον εαυτό του να πει: “Νομίζω, κύριοι, ότι κάθε καλός Γάλλος πρέπει να αγαπά τον βασιλιά και τη βασίλισσα”… Επειτα από αυτήν τη δήλωση του πέταξαν ένα δάφνινο στεφάνι… Δύο μέρες αργότερα οι επαναστάτες, οι οποίοι είχαν αγοράσει όλες τις θέσεις στην πλατεία, δεν άφησαν τον Λαινέ να παίξει μέχρι να ποδοπατήσει το στεφάνι που του είχαν δώσει νωρίτερα”».

Ποια σχέση μπορεί να έχουν οι συμπεριφορές τού παρελθόντος με την πρόσφατη επίθεση στο θέατρο όπου θα παιζόταν το «Κίτρινο σκυλί» του Μισέλ Φάις, ένας μονόλογος που αφορμή του στάθηκε το δράμα της Κωνσταντίνας Κούνεβα, δράμα–στίγμα για την ελληνική πολιτεία; Την παραμικρή. Κι όχι μονάχα επειδή δεν ζούμε σε επαναστατική περίοδο, παρεκτός και δώσουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στη φαντασίωσή μας, περίπου την ίδια που μας αιχμαλωτίζει στην πεποίθηση πως είμαστε οι μοναδικοί ιδιοκτήτες της ευαισθησίας. Αλλά και επειδή ούτε η στάση των αρχαίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι: εκείνοι ερεθίζονταν από το έργο, από το λόγο, και αντιδρούσαν. Τώρα όμως ο λόγος απογοητεύτηκε πριν καν ακουστεί.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/5/2009

Σε μαυσωλείο η Kούνεβα;

May 17, 2009 § Leave a comment

  • Tου Τακη Καμπυλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009

Tα μαυσωλεία σηματοδότησαν τον νόμο. Δηλαδή την ισχύ. Δεν είχαν δικαίωμα σ’ αυτά όλοι. Δεν ήταν στην πορεία της Iστορίας -αναγκαστικά- ταφικά μνημεία, ούτε όλοι είχαν μια σύζυγο σαν αυτή του Mαυσώλου.

Προϋποθέτουν όμως, όλα, ένα πράγμα: Tην αναγνώριση (άρα και μία επίφαση δημοκρατικότητας). Και για να ζήσουν στον χρόνο, χρειάζονται τη δυνατόν ευρύτερη αποδοχή.

Yπάρχουν βέβαια και άλλα, ακόμη πιο επικίνδυνα μαυσωλεία. Aυτά που ενταφιάζουν ζωντανούς, όπως στην περίπτωση της Kωνσταντίνας Kούνεβα. Kαι συνήθως αυτά λειτουργούν ως πλυντήρια: Aριστεροσύνης, συνειδήσεων, ενοχών.

O «μονόλογος» της Kούνεβα, όπως τον αντελήφθη και τον έγραψε ο Mισέλ Φάις, μπορεί σε κάποιους να αρέσει και σε κάποιους όχι. (Διευκρινίζω εξ αρχής πως τον βρήκα εξαιρετικό. Αλλωστε σχετικό κείμενό μου υπάρχει και στο πρόγραμμα της παράστασης.) Kαι πάντως ο συγκεκριμένος «μονόλογος» έχει το δικαίωμα να κριθεί όπως κάθε έργο τέχνης. Kι αν ακόμη κατακριθεί, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα στη διαρκή επανάκριση στον Xρόνο. Aυτή είναι η ευκαιρία, η αθανασία της τέχνης.

Tο θέμα όμως είναι αλλού.

Γιατί ο Φάις έσπευσε να ζητήσει και να δημοσιοποιήσει (σκαναρισμένο) κείμενο της Kούνεβα, σύμφωνα με το οποίο η ίδια γράφει (με τρεμάμενο χέρι;) πως η παράσταση πρέπει να γίνει;

Tο σκανάρισμα του ιδιόχειρου της Kούνεβα γιατί έγινε;

Προφανώς ως οπτικό υλικό, που προσθέτει βάρος στον λόγο. Aπό πότε όμως ένας θεράπων του γραπτού λόγου αισθάνεται πως το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις; Γιατί ο ίδιος το θέτει υπό αμφισβήτηση; Tι έχουμε πάθει ξαφνικά και ένας από τους ταλαντούχους συγγραφείς της χώρας μας οδηγήθηκε να πιστεύει πως χρειάζεται να καταφύγει σε τέτοια τεχνάσματα; Ποια η «ιερότητα» του ιδιόχειρου και εντέλει ποιος την χρειάζεται;

Kι αν η Kούνεβα διαφωνούσε με τον -κατά Φάις, ή όποιον συγγραφέα- «μονόλογο», τότε τι; Δεν θα ‘πρεπε να ανέβει το έργο; Aπό πότε η Tέχνη ζητάει άδεια, ή νομιμοποιεί τέτοιες διαδικασίες;

O Φάις δεν βρήκε στρωμένο ή εύκολο τον δρόμο του. Kι αυτό φαίνεται στον «μονόλογό» του. Γι’ αυτό, όπως έχει μέχρι τώρα κάνει και στον «Bιζυηνό» του και στα άλλα του, θα περίμενε κανείς να πολεμήσει την αλήθεια του, όχι με μιντιακούς όρους. Aλλά μόνο με το έργο του. Διότι αυτός έχει έργο. Kαι επομένως τη δυνατότητα να εξηγεί σε μας τους υπόλοιπους την πραγματικότητα και την αλήθεια της, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται.

Kαι, πάντως θα περίμενε κανείς, να μη νομιμοποιήσει τους αστείους που ακύρωσαν την πρεμιέρα.

Εκανε ακριβώς το αντίθετο: Ανοιξε κουβέντα μαζί τους εμπλέκοντας μια πονεμένη κατάκοιτη μετανάστρια. Kαι με τον πλέον απροσδόκητο για το συγγραφικό μέγεθός του τρόπο: Mε το ποιος έχει την άδεια της Kωνσταντίνας Kούνεβα…

«Yπέγραψε Kωνσταντίνα»…

Δυστυχώς, έτσι πέρασε στον χώρο των συστημικών. Mπορεί ο Φάις να νιώσει πως τον αδικεί αυτή η διαπίστωση, αλλά δεν ευθύνεται άλλος για τον πήχυ που ο ίδιος έβαλε ψηλά με το έργο του.

Aναζητώντας κανείς εξηγήσεις (όχι δικαιολογίες), θα μπορούσε να εστιάσει στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, όταν ο Φάις συνυπέγραψε κείμενο μετά από αντίστοιχη (αλλά λιγότερο βίαιη) εισβολή σε άλλο θέατρο. Προφανώς τού την είχαν στημένη οι μπαχαλάκηδες. Eνδεχομένως ακόμη κι αν ανέβαζε άλλο θεατρικό. Kανείς δεν μπορεί να ξέρει. Eκείνο όμως που ξέρουμε είναι πως δεν ανοίγεις διάλογο με κάθε λογής τρομοκρατία, για τον απλούστατο λόγο ότι ο διάλογος προϋποθέτει εκατέρωθεν σεβασμό. Kι εδώ δεν υπάρχει από τη μία πλευρά, δεν θα ‘πρεπε πολύ περισσότερο να υπάρχει από την πλευρά του Φάις. Mε τον τραμπούκο δεν συζητάς. Aλλά ο Mισέλ έκανε το χειρότερο, ό, τι και οι τραμπούκοι: Εβαλε μπροστά του την Kούνεβα.

Σε μία κοινωνία κατ’ εξοχήν ενοχική, με τις πνευματικές της ελίτ να έχουν λερωμένη τη φωλιά τους και να αργοπίνουν τον ακριβό τους χρόνο στο Kολωνάκι, οι ήρωες δεν είναι κατ’ ανάγκη απομυθοποιητικοί. Aντίθετα, μπορούν να είναι και βολικοί. Θέλουν δεν θέλουν.

«Oι ήρωες ήταν ανέκαθεν η δικαιολογία των αδυνάτων» λέγαμε στην εφηβεία μας, αλλά να που μπορούν να είναι η δικαιολογία και των δυνατών. Διότι σ’ αυτούς ανήκει ο Mισέλ Φάις. Tο πέτυχε με το έργο του. Γι’ αυτό από τον ίδιο -και από μερικούς ακόμη που επιμένουν να ζουν στο Παγκράτι- θα περιμέναμε το διαφορετικό (το αδύνατο που έλεγε κι ένα παλαιότερο σύνθημα). Tην υπεράσπιση του έργου και όχι την κινητοποίηση του τραυματισμένου προσώπου.

H Kωνσταντίνα Kούνεβα δεν έχει ρόλο διαιτητή στην κοινωνία μας. Oύτε χρειάζεται να πάρει θέση. Διότι δεν είναι έξω από τον κόσμο μας και έχει ήδη πάρει θέση, απόδειξη τα σημάδια από το βιτριόλι, απόδειξη ο «μονόλογός» της όπως τον έγραψε ο Φάις.

H περιπέτειά της την αφορά και μας αφορά όλους. Αλλά όχι και να της φορτώνουμε και τις δικές μας περιπέτειες. Aυτές ας τις πορευτούμε μόνοι μας χωρίς την ιδιόχειρη συγκατάθεσή της…

(Yπάρχουν μερικά κείμενα πολύ δύσκολα λόγω της συναισθηματικής -σχεδόν συντροφικής- εμπλοκής του κειμενογράφου με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται. Tέτοιες δημοσιεύσεις χαρακτηρίστηκαν πολλές φορές από τους «κρινόμενους» ως πράξεις προδοσίας. Mόνο λίγοι θα τα χαρακτήριζαν ως πράξεις φιλίας. Eλπίζω και ο Mισέλ, αν ξαναδιαβάσει τον «μονόλογο» της Pούσκα Kούνεβα που με τόση οξυδέρκεια έγραψε. Mε την απεριόριστη εκτίμησή μου για το έργο του – και με θλίψη για το θέατρο των αδιάφορων στο οποίο χωρίς λόγο ανέλαβε ρόλο.)

Ο λόγος και η βία

May 17, 2009 § Leave a comment

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009

Kάποιοι θα μπορούσαν να πουν ότι η εισβολή των «επαναστατημένων» στο «Από Μηχανής Θέατρο» του Κεραμεικού είχε μια πολύ καλή δικαιολογία. Για την ακρίβεια, οι εισβολείς την ανέφεραν. Διέκοψαν την παράσταση «Το Κίτρινο Σκυλί» (που είχε ως θέμα τη δολοφονική απόπειρα κατά της κ. Κούνεβα) και προπηλάκισαν τον συγγραφέα κ. Μισέλ Φάις, διότι περιέπεσε στο αμάρτημα να μην περιγράψει επαρκώς στο έργο του τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής που κατέληξαν στην αποτρόπαια πράξη κατά της συνδικαλίστριας. Η προκήρυξη των «επαναστατημένων» είχε το πνεύμα και το γράμμα αντίστοιχων κειμένων μετά τα νεοδεκεμβριανά: «στο θεατρικό έργο», έγραψαν, «η Κωνσταντίνα Κούνεβα αποκόβεται από την καθημερινότητά της, από τον αγώνα της, από την κοινωνική της τάξη και τα βιώματά της, από τον κόσμο της… Περιφρονούν και απαξιώνουν τον κόσμο της, που θέλουν να παραμείνει αόρατος». Δεν ξέρουμε αν και κατά πόσο το έργο που βίαια διακόπηκε τα κάνει όλα αυτά, αλλά ακόμη και αν υποθέσουμε ότι τα κάνει, είναι αυτός λόγος βίαιης διακοπής του; Μπορεί η απάντηση στον λόγο -έστω τον κακό λόγο- να είναι η βίαιη αντίδραση ή απαιτείται αντίθετος λόγος που τον ακυρώνει; Μπορεί να ακουστεί περίεργο, αλλά η απάντηση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά είναι η βίαιη παρεμπόδιση του ενοχλητικού λόγου. Αν ψάξουμε το νομικό μας πλαίσιο -από το άρθρο 14 του Συντάγματος, μέχρι τους νόμους περί Τύπου- θα προσέξουμε ότι βρίθει διατάξεων ποινικοποίησης του λόγου. Σύμφωνοι! Τις περισσότερες φορές οι διατάξεις αυτές μένουν ανενεργές, αλλά το γεγονός ότι έχουν θεσπιστεί δείχνουν τη δυσανεξία μιας κοινωνίας προς τον «ενοχλητικό λόγο». Η ποινή φυλάκισης, για παράδειγμα, σε όσους εκφέρουν ρατσιστικό λόγο είναι η βίαιη απάντηση της κοινωνίας στον ακραίο (και ηλίθιο) λόγο. Μιλάμε για νόμιμη βία, αλλά η στέρηση της ελευθερίας δεν παύει να είναι βία.

Στην Ελλάδα η βία διαχύθηκε πρώτα στον λόγο και μετά στους δρόμους. Κάθε κακό ή κάθε θεωρούμενο κακό χαρακτηρίζεται βία. Οι αγορές θεωρούνται «βία σε βάρος των αδύναμων», τα αυτοκίνητα «βιάζουν την καθημερινή μας ζωή», τα σχολεία «βιάζουν τον ψυχισμό των παιδιών», οι καθηγητές «βιάζουν τα όνειρα των νέων» κ. λπ. Οταν η έννοια της βίας γίνει καθημερινή καραμέλα, τότε αρχίζει η δικαιολόγηση της πραγματικής βίας. Οταν εμπεδωθεί η άποψη ότι η αγορά είναι βία, τότε πολλοί και δη κάποιοι νέοι θα πιστέψουν ότι το κάψιμο των καταστημάτων είναι αυτοάμυνα. Οταν ο λόγος θεωρηθεί «βίαιος», τότε η βίαιη διακοπή του (είτε με σύλληψη, είτε με γιαούρτωμα, είτε με προπηλακισμό και χειροδικία) λογίζεται νόμιμη.

Στη ρηχή περί βίας ρητορική διακινούνται πολλές σοφιστείες που μασκαρεύονται σαν επιχειρήματα. Πολλοί δεν θέλουν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ τρομοκρατίας και αντίστασης σε μια δικτατορία. Επειδή οι δικτάτορες βάφτιζαν τους αντιστασιακούς, «τρομοκράτες», αυτοί -αντιστρέφοντας τη φανταστική εξίσωση- βαφτίζουν τους τρομοκράτες «αντιστασιακούς». Μόνο που η αντιστροφή μιας ψευδούς εξίσωσης δεν παράγει μια αληθή εξίσωση. Επιπλέον, υπάρχει μια σημαντική διαφορά: η επιβολή μιας δικτατορίας είναι μια βίαιη σε βάρος όλων των πολιτών πράξη και συνεπώς η βία της αντίστασης λογίζεται αυτοάμυνα και όχι τρομοκρατία. Η βία σε μια δημοκρατική κοινωνία -ακόμη και αν χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί το θέσφατο- έχει στόχο να τρομοκρατήσει την πλειοψηφία, να βιάσει τη θέλησή της. Είναι τρομοκρατία.

Αυτήν τη διαφορά περιέγραψε εξαιρετικά εύστοχα ο μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος Τζον Λοκ. Στη «Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως» ο μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος έγραψε ότι οι άνθρωποι σύμφωνα με τον φυσικό νόμο γεννιούνται τελείως ελεύθεροι. Συναινούν να θυσιάσουν μέρος της ελευθερίας τους για να σχηματίσουν οργανωμένες κοινωνίες, αλλά αυτή η θυσία υπόκειται στους κανόνες ενός άρρητου κοινωνικού συμβολαίου. Τα άτομα υπόκεινται τη διακυβέρνηση με αντάλλαγμα την ασφάλεια και από εξωτερικές απειλές, αλλά και από απειλές στη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία που προέρχονται από άλλα μέλη της κοινότητας. Διακυβέρνηση, όμως, χωρίς τη συναίνεση των κυβερνωμένων δεν είναι μόνο τυραννία. Αποτελεί απειλή στην ασφάλεια των ατόμων, αυτή την ασφάλεια που το κράτος πρέπει να παρέχει. Ετσι θεμελιώνεται το δικαίωμα στην επανάσταση. Ο λαός οφείλει να εξεγερθεί αμυνόμενος στην απειλή που αποτελεί μια απολυταρχική κυβέρνηση.

  • Περί συμβολισμών και βίας

«Συμβολική βία» δεν υπάρχει. Ο όρος είναι κλασικό οξύμωρο. Ο συμβολισμός, όσο ακραίος και αν θεωρηθεί (π. χ. το κάψιμο μια σημαίας), δεν έχει φυσικά αποτελέσματα στους άλλους. Απλώς μεταδίδει το μήνυμα της απαρέσκειας κάποιου στο εθνικό σύμβολο ή στην έννοια του έθνους.

Αντιθέτως, η βίαιη πράξη -ακόμη και η πλέον ήπια- γίνεται στη σφαίρα του πραγματικού. Το γιαούρτωμα κάποιου, η παρεμπόδιση μιας θεατρικής παράστασης, η κατάληψη ενός δημόσιου χώρου έχει πραγματικά αποτελέσματα στη ζωή των άλλων. Παραβιάζει πραγματικά δικαιώματα και δεν είναι ένας απλός συμβολισμός. Από την άλλη, το κρέμασμα ενός πανό στην Ακρόπολη, είναι μεν παράνομη πράξη -διότι αυτό πιστεύει και νομοθέτησε η πλειοψηφία- αλλά δεν αποτελεί βίαιη πράξη. Η κατάληψη ενός δημόσιου κτιρίου παρεμποδίζει την πρόσβαση κάποιων πολιτών σ’ αυτό και είναι βίαιη πράξη, άσχετα αν κάποιοι τη βαφτίζουν συμβολική. Εξάλλου, σε ένα δημοκρατικό καθεστώς υπάρχουν εκατομμύρια τρόποι συμβολισμού, που δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα των άλλων. Αντιθέτως σε μια δικτατορία, όπου το δικαίωμα έκφρασης δεν υπάρχει, η κατάληψη ενός κτιρίου είναι αυτοάμυνα στην παραβίαση αυτού και άλλων δικαιωμάτων. Το θέμα της βίας σε μια κοινωνία είναι μεγάλο και βαθύ και έχει πολλές πτυχές. Τα τελευταία χρόνια όμως έγινε και εξαιρετικά θολό. Υπήρξε μια υπερβολή στον μεταφορικό λόγο, υπερβολή που σιγά σιγά γίνεται πεποίθηση και αυτή η πεποίθηση μετατρέπεται σε δικαιολόγηση και κίνητρο για όλο και πιο βίαιες πράξεις. Η νόμιμη βία της δημοκρατίας εξισώνεται με την παράνομη βία των έκνομων και δικτατόρων, οι συμβολισμοί στροβιλίζονται μαζί με τους προπηλακισμούς, οι καταλήψεις με το δικαίωμα έκφρασης και στο τέλος καταλήγουμε σε έναν εννοιολογικό χυλό που δυστυχώς έχει όλο και χειρότερα αποτελέσματα.

Ιnfo

– Τζον Λοκ, «Η Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως. Δοκίμιο με θέμα την αληθινή αρχή, έκταση και σκοπό της πολιτικής εξουσίας», εκδ. Γνώση

– Αλμπέρ Καμύ, «Σκέψεις για την τρομοκρατία», εκδ. Καστανιώτη

Where Am I?

You are currently browsing the Φάις Μισέλ category at Κείμενα.