Πτυχές της πολιτικής και θεατρικής σκηνής

February 6, 2010 § 1 Comment

  • Από τον Γιώργο Π. Πεφάνη

***Τζούντιθ Μπάτλερ, Ευάλωτη ζωή, Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, εισ.: Αθηνά Αθανασίου, εκδόσεις Νήσος, σ. 239, 17 ευρώ

Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια η Τζούντιθ Μπάτλερ έγινε κάπως γνωστή στο ελληνικό κοινό με τη δημοσίευση δύο άρθρων, «Παραστασιακές επιτελέσεις και συγκρότηση του φύλου. Δοκίμιο πάνω στη φαινομενολογία και τη φεμινιστική θεωρία» και «Απο-μίμηση και έμφυλη ανυπακοή»1, και την έκδοση του βιβλίου της Σώματα με σημασία. Οριοθετήσεις του «φύλου» στον λόγο.2 (Εκκρεμές, Αθήνα 2008). Η αμερικανίδα φιλόσοφος κινείται κυρίως στον χώρο των φεμινιστικών και queer θεωριών, της ψυχανάλυσης, του μεταδομισμού, της αποδόμησης, καθώς και της πολιτικής φιλοσοφίας. Η Ευάλωτη ζωή ανήκει σε εκείνα τα πολιτικά της βιβλία που αντλούν το εμπειρικό υλικό τους από τα τρέχοντα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα τόσο της αμερικανικής όσο και της διεθνούς σκηνής, ενώ τα αναλυτικά εργαλεία, η μέθοδος και ο προσανατολισμός τής σκέψης προέρχονται από ποικίλα γνωστικά πεδία, όπως η φιλοσοφία της εξουσίας και της γλώσσας, η ηθική, η επιτελεστικότητα του φύλου, η κατασκευή των ηγεμονικών ιδεωδών κ.ά.

Εφόσον η αφετηρία της μπατλεριανής σκέψης είναι εδώ η 11η Σεπτεμβρίου, θα είναι αναμενόμενη η αναφορά πρώτα στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και ύστερα στην επίθεση στο Αφγανιστάν. Οι προτεραιότητες όμως έχουν αντιστραφεί. Για το Ιράκ λέγονται, συγκριτικά, πολύ λίγα πράγματα και βεβαίως δεν λέγεται κάτι για τους γεωπολιτικούς λόγους και τα οικονομικά συμφέροντα που εμπλέκονταν στην εισβολή. Οι παρατηρήσεις τής Μπάτλερ αρχίζουν από τη διαφήμιση των στρατιωτικών άθλων και τη διαχείριση των πολεμικών παραστάσεων από τα media και δεν συσχετίζουν καθόλου ούτε το γεγονός ότι διάφορα στελέχη της κυβέρνησης Μπους είχαν συμφέροντα σε μεγάλες εταιρείες που όλως τυχαίως ενεπλάκησαν και στην επιχείρηση ανοικοδόμησης του Ιράκ, αλλά ούτε και τις εχθρικές σχέσεις της μουσουλμανικής αυτής χώρας με το Ισραήλ.

Η εμπλοκή του Ισραήλ στη συζήτηση γίνεται με πολύ τεκμηριωμένο (είναι η αλήθεια) και διεισδυτικό τρόπο, μόνο σε σχέση με τη δήλωση του Lawrence Summers ότι η όποια κριτική που ασκείται τη συγκεκριμένη περίοδο (2003) σε αυτήν τη χώρα ισοδυναμεί με αντισημιτική ενέργεια. Στο κεφάλαιο αυτό η κριτική τής Μπάτλερ δείχνει πράγματι τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η νηφάλια και αδέκαστη σκέψη για πλείστα όσα διεθνή προβλήματα μεταξύ των κρατών.

Γενικά όμως το βιβλίο δεν εξετάζει διεξοδικά όλες τις παραμέτρους των προβλημάτων που θίγει, αλλά στέκεται σε ορισμένες από αυτές, ίσως τις πιο ενδεικτικές κατά την κρίση της συγγραφέως. Το αποτέλεσμα είναι να μην προσφέρεται η εικόνα μιας συνολικής θεώρησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής – κάτι που θα επέτρεπε ενδεχομένως τη βαθύτερη κατανόηση των επιλογών της κυβέρνησης Μπους ως μέρους ενός ευρύτερου συστήματος κανόνων και προταγμάτων που διέπει τις ΗΠΑ μετά την πτώση του τείχους και όχι απλώς των δίδυμων πύργων. Υπό το πρίσμα αυτό, καλό θα ήταν να διαβαστεί η Ευάλωτη ζωή συνδυαστικά με το βιβλίο του Noam Chomsky: Ισχύει ό,τι πούμε εμείς. Για την εξουσία των ΗΠΑ σ’ έναν κόσμο που αλλάζει (εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2008).

Οπως, όμως, παρατηρεί εύστοχα στην εισαγωγή της η Αθηνά Αθανασίου, η Μπάτλερ «μιλά από τη θέση της προοδευτικής, αριστερής, εβραίας, αμερικανίδας διανοούμενης». Η συγκεκριμένη αυτή θέση, εάν θέλουμε να μείνουμε κοντά και στη φιλοσοφική σκέψη της συγγραφέως, προσδιορίζει αναπόφευκτα τις απόψεις που προτάσσει, αλλά και τη δημόσια κριτική που με παρρησία διατυπώνει εναντίον της αμερικανικής κυβέρνησης, την ίδια στιγμή που η παρέμβασή της αυτή λειτουργεί ως επίσημη επιτέλεση της συγκεκριμένης θέσης που κατέχει και του ρόλου που έχει αναλάβει στην αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα.

Από αυτήν τη θέση, άλλωστε, αμφισβητεί σθεναρά την ερμηνευτική επεκτατικότητα των Δυτικών και τις βεβιασμένες προβολές τους σε διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα, τη μονοσήμαντη, μονόπλευρη και αυταρχική εξήγηση της παγκόσμιας πραγματικότητας με την αυθαίρετη επιβολή ζωνών συμφερόντων εκ μέρους των ΗΠΑ ή τη διάκριση μεταξύ τρομοκρατικής και μη τρομοκρατικής βίας. Με ειρωνεία, αλλά και με σαφήνεια, γράφει λ.χ. ότι η μη τρομοκρατική βία ασκείται από τα αναγνωρισμένα κράτη (από τα ισχυρότερα εξ αυτών, θα πρόσθετα), ενώ η τρομοκρατική βία αποδίδεται σε όσους δεν έχουν κράτος ή γη, ήτοι στους απάτριδες και στους φερέοικους. Επιπλέον, από αυτήν τη θέση επεξεργάζεται εκ νέου θεωρήσεις και αναλύσεις άλλων φιλοσόφων, όπως η φουκοϊκή αντιδιαστολή κυριαρχίας και κυβερνητικότητας, ο προσδιορισμός της «γυμνής ζωής» από τον Giorgio Agamben ή του «προσώπου» από τον Emmanuel Levinas, προκειμένου να συγκεντρώσει τον δικό της στοχασμό γύρω από την έννοια της ευθραυστότητας της ανθρώπινης ζωής και την αναγκαιότητα αναγνώρισης των άλλων ως ισοδύναμων πολιτικών υποκειμένων, πέρα από τις παγιωμένες και, εν πολλοίς κατασκευασμένες, πολιτικές, πολιτιστικές και οικονομικές κανονικότητες.

***Ελενα Παπαλεξίου: Οταν ο λόγος μετατρέπεται σε ύλη. Romeo Castellucci/Soc―etas Raffaello Sanzio,, εκδόσεις Πλέθρον, σ. 165

Ο Romeo Castellucci και το θεατρικό συγκρότημα Socίetas Raffaello Sanzio βρίσκονται πλέον παντού. Από τους δύσκολους καιρούς του ’80, όταν πρωτοξεκινούσαν, μοιάζει σαν να μην έχει απομείνει τίποτα – και δικαίως: εμφανίζονται πλέον ανάμεσα στα πρώτα ονόματα σε διεθνή φεστιβάλ, ενώ και η βιβλιογραφία γύρω από το έργο τους εμπλουτίζεται συνεχώς. Διδακτορικές διατριβές, συλλογικοί και θεματικοί τόμοι, πρακτικά συνεδρίων, μονογραφίες, εξειδικευμένες παραστασιολογικές εργασίες, αφιερώματα επιθεωρήσεων ή δημοφιλείς companions, η παρουσία τους έχει επιβληθεί τόσο στον ακαδημαϊκό όσο και στον καλλιτεχνικό χώρο.

Στην Ελλάδα μέχρι πρότινος δεν βρίσκαμε παρά μόνον ελάχιστες σκόρπιες αναφορές σε άρθρα ή μελετήματα. Με τη συμμετοχή τους στο Φεστιβάλ Αθηνών (Θεία Κωμωδία, 2009), συνέπεσε και η έκδοση του βιβλίου της Ελενας Παπαλεξίου, που αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια προσέγγισης του έργου τής Socίetas Raffaello Sanzio εκ μέρους τής συγγραφέως και παρουσίασής του στο ελληνικό κοινό. Πρόκειται για μια σχετικά σύντομη και αρκετά περιεκτική μελέτη περίπου 60 σελίδων, που πλαισιώνεται όμως από πολλές φωτογραφίες των παραστάσεων (κάτι πολύ χρήσιμο για τέτοιου είδους πονήματα), από μια εκτενή συνέντευξη με τον Romeo Castellucci, από μια παραστασιογραφία (πρώτες παραγωγές) και μια φιλμογραφία.

Το βιβλιογραφικό υπόστρωμα της μελέτης είναι στοιχειώδες, τόσο στις ειδικές όσο και στις γενικότερες πηγές του – ιδιαίτερα λείπουν εργασίες ελλήνων θεατρολόγων που έχουν καταπιαστεί με ανάλογα παραστασιολογικά και γενικότερα θεωρητικά ζητήματα, που συναντούμε και στο βιβλίο. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι, βέβαια, σπάνιο· παρατηρείται και σε άλλες περιπτώσεις νέων μελετητών που αγνοούν ή παραβλέπουν τις συζητήσεις γύρω από διεθνή ζητήματα όπως εξελίσσονται στη χώρα τους. Είναι κάτι που αξίζει να προσεχθεί και να μας προβληματίσει.

Ως προς τη διαχείριση του υλικού της και την εξυπηρέτηση των σκοπών της, η Παπαλεξίου δίνει προσοχή στη δομή της εργασίας της, στη συμμετρική ανάπτυξη των θεματικών, που είναι οπωσδήποτε πολλές και σύνθετες, καθώς και στην παραστατικότητα των περιγραφών. Γίνεται γρήγορα σαφές ότι η συγγραφέας δεν εξετάζει όλες τις πτυχές του θεάτρου τής Socίetas Raffaello Sanzio, (γεγονός που εν μέρει δικαιολογείται από την έκταση του βιβλίου), ούτε όμως και όλες τις παραγωγές – τουλάχιστον με την ίδια προσοχή. Τα αίτια της επιλογής αυτής παραμένουν ασαφή, όχι όμως και τα αποτελέσματά της, καθώς αναφύονται ορισμένα μεθοδολογικά προβλήματα: Πώς επιβιώνει το πρώιμο έργο και διηθείται στο ύστερο; Οι επιδράσεις που δέχονται οι καλλιτέχνες, λ.χ. από τη φιλοσοφία του Husserl, του Heidegger και του Wittgenstein, σε αυτήν την πρώιμη φάση σβήνουν εντελώς; Και αν όχι, πώς εκκολάπτουν τη μεταγενέστερη δημιουργία τους;

Παρόμοια ερωτήματα δεν τίθενται καν, πιθανώς επειδή απαιτούν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση του αντικειμένου. Η Παπαλεξίου, προσπαθώντας δικαιολογημένα να καταστήσει σαφή τη σκηνική δημιουργία του συγκροτήματος, δεν απεγκλωβίζεται πάντα από την περιγραφική της τάση. Αν και ανατρέχει συχνά-πυκνά σε συμβολισμούς, σε αλληγορίες και σε διακείμενα, ακολουθεί κυρίως τη γραμμή της περιγραφικής ανάλυσης, με τις χρονικές σημάνσεις, τις ενδείξεις διαδοχής και χωρικής οργάνωσης, τις λεκτικές αναπαραστάσεις των σκηνικών εικόνων και των ήχων (και σε όλα αυτά επιδεικνύει μια προσοχή και μια μετρημένη ευαισθησία), παραβλέπει εντούτοις την πρώτη αρχή της περιγραφής. Περιγράφοντας, δεν αναπαράγω το περιγραφόμενο, αλλά ενεργοποιώ ένα προϋποτιθέμενο σχέδιο νοήματος. Αλλά αυτό το σχέδιο συνεπάγεται βαθύτερες εστιάσεις στις παραστάσεις, λεπτότερες τομές, πιο συμπαγείς θεωρήσεις, πάνω από όλα, όμως, μια στοχαστική απόσταση από τα fragmenta της σκηνής.

Ωστόσο, η Παπαλεξίου, με το πρώτο της αυτό βιβλίο δείχνει ότι μπορεί να φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο και, χάρη στην οργανωτικότητα της σκέψης της και στην ακρίβεια των στοχεύσεών της, να ξεπεράσει τη λογική της συνέντευξης και της περιγραφικής ανάλυσης και να εμπλακεί σταδιακά στην περιπέτεια της στοχαστικής ερμηνείας.

1. Στον τόμο, Αθηνά Αθανασίου (επιμ.): Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, Νήσος, Αθήνα 2006, σ.σ. 381-407 και στον τόμο, Κώστας Γιαννακόπουλος (επιμ.): Σεξουαλικότητα. Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ.σ. 219-258, αντιστοίχως.

2. Εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2008. Επίσης εκδίδεται το Η ψυχική ζωή της εξουσίας από τις εκδόσεις Πλέθρον.

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Where Am I?

You are currently browsing the Παπαλεξίου Ελενα category at Κείμενα.