Το θέατρο και η δημοκρατία

May 24, 2009 § Leave a comment

Oταν μιλάμε για το θέατρο μιλάμε για τη δημοκρατία, για μια αντιπαράθεση των ιδεών και των αισθημάτων η οποία, στην όξυνσή της, είναι ικανή να παρακάμψει ή να ανατρέψει το δεδομένο τελετουργικό. Δεν μιλάμε για ένα σόου που απευθύνεται σε «χαυνοπολίτες», για να θυμηθούμε μία από τις τόσες λέξεις που έπλασε ο οίστρος του Αριστοφάνη, αλλά για μια εκκλησία του δήμου μέσα στην εκκλησία του δήμου. Η «διάδραση» μπορεί να μην είχε στην αρχαιότητα τη σημερινή της σημασία (και πάλι κατά τον Αριστοφάνη, «διαδρασιπολίτες» είναι όσοι αποφεύγουν να φορτωθούν οποιοδήποτε βάρος της πολιτείας, οι λουφαδόροι), αφού ο «διαδραστικός» έγινε του συρμού τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα για να περιγράψει το μη υπάρχον ή το οιονεί υπάρχον, ήταν ωστόσο γεγονός η συλλειτουργία και η δυναμική συνύπαρξη «κοινού», «ηρώων», ηθοποιών και ποιητών. Η ενσωμάτωση του Χορού στο αρχαιοελληνικό δράμα, την τραγωδία και την κωμωδία, υποστασιοποιούσε τον δήμο, ενεργό και παρεμβατικό· δεν ήταν η υποτιμητική αναπαράστασή του αλλά η ζώσα και δρώσα εικόνα του, που καμιά σχέση δεν είχε βέβαια με τον κονσερβαρισμένο δήμο που «εκπροσωπείται» από τα επίσης κονσερβαρισμένα γέλια που ακούμε στα αμερικανικά σίριαλ (παραδόξως, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επινοηθεί ούτε κονσερβαρισμένα κλάματα, επί δραμάτων, ούτε κονσερβαρισμένες κραυγές τρόμου, επί θρίλερ).

Ησυχη υπόθεση δεν ήταν ποτέ το θέατρο, κι αυτή η ιδρυτική ανησυχία του, γνώρισμα εσωτερικό και όχι επιδερμικό, είναι τμήμα της κληρονομιάς του σχεδόν εξίσου σημαντικό με τα καθαυτό κείμενα που παραλάβαμε. Μια γεύση για την εμπλοκή του δήμου στη θεατρική λειτουργία δίνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα από την «Ιστορία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου» του Νικολάου Λάσκαρη, θεατρικού συγγραφέα και ιστορικού του θεάτρου, αρχαιοελληνικού, ρωμαϊκού και νέου: «Οι θεαταί κατά την διάρκειαν της παραστάσεως επαθαίνοντο ευκόλως διά την μίαν ή την άλλην αιτίαν. Αλλοτε συνεκινούντο και έκλαιον διά τα παθήματα ή τας περιπετείας του τάδε ή δείνα ήρωος, άλλοτε ενθουσιάζοντο διά την τεχνοτροπίαν του συγγραφέως και ευθύς τον αντήμειβον, ενώ εξ άλλου τον απεδοκίμαζον α γ ρ ί ω ς οσάκις συνέβαινε να ασεβή προς τους θεούς. […] Οι θεαταί κατ’ ουδένα τρόπον επέτρεπον υπαινιγμούς από σκηνής διά την θρησκείαν των. Οταν ποτέ ο Ευριπίδης απετόλμησε διά τινος προσώπου του “Βελλερεφόντου” του να εκφέρη βλασφημίας τινάς, το ακροατήριον σύσσωμον θα ελιθοβόλει τον υποκρινόμενον το πρόσωπον αυτό υποκριτήν, εάν δεν ενεφανίζετο επί σκηνής ο ποιητής να το καθησυχάση λέγων ότι ο ούτω βλασφημήσας θα ετιμωρείτο σκληρώς εις το τέλος. Την αυτήν τιμωρίαν θα υφίστατο και ο Αισχύλος όταν απεκάλυψεν έν τινι τραγωδία του τα των Ελευσινίων μυστηρίων, εάν δεν κατέφευγε εις τον εν τη ορχήστρα βωμόν του Διονύσου».

Οσο για την αντίδραση των θεατών–πολιτών σε όσα άκουγαν και έβλεπαν, σημειώνει ο Ν. Λάσκαρης: «Εστιν ότε τους γέλωτας και τ’ αστεία των θεατών διεδέχοντο αυστηρόταται, αλλά και αυθάδεις επικρίσεις των από σκηνής λεγομένων. Διδασκομένου ποτέ του “Ορέστου” του Ευριπίδου, όταν ο ήρως του δράματος λέγη προς τον Τυνδάρεω: “Χωρίς πατέρα δεν γίνεται υιός”, εις εκ των θεατών, εγερθείς της θέσεώς του, εκραύγασε μεγαλοφώνως προς την σκηνήν: “Και χωρίς μητέρα, ω κάθαρμα Ευριπίδη!” […] Την αποδοκιμασίαν των την εξεδήλουν οι θεαταί διά συριγμάτων, ποδοκροτημάτων και κλωσμών [δηλ. με ήχους σαν κι εκείνους που κάνουμε με το στόμα μας για να διώξουμε τα πουλιά]. Εστιν ότε αι αποδοκιμασίαι, οσάκις υποκριτής τις καθίστατο ανυπόφορος, έφθανον και μέχρι λιθοβολισμού. Επί του προκειμένου, ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο υποκριτής Ηγήμων ο Θάσιος εισήλθέ ποτε εις την σκηνήν έχων το ιμάτιόν του πλήρες λίθων τους οποίους κατόπιν έρριψε εις την ορχήστραν προς μεγάλην έκπληξιν των θεατών· αφού δ’ επ’ ολίγον τους παρετήρησεν, είπε: “λίθοι μεν οίδε· βαλλέτω δ’ εί τις θέλει”. Αλλοτε μεταξύ αποδοκιμαζομένων υποκριτών και θεατών συνήπτετο άγριος πετροπόλεμος, οπότε επενέβαινον οι επιμεληταί της ευταξίας εν τω θεάτρω, οι ραβδούχοι καλούμενοι, ή, κατά τον Λουκιανόν, μαστιγοφόροι, και ερράβδιζον τους παρεκτρεπομένους υποκριτάς. Αλλά και τους επαινούντας εαυτούς από σκηνής ποιητάς φαίνεται ότι ετιμώρουν οι ραβδούχοι».

Χλεύη, άγρια μάλιστα, πετροπόλεμος, ραβδισμοί. Εν θεάτρω και λόγω του θεάτρου. Κάπως ηπιότερα, με τη βία μάλλον συμβολική, ήταν τα πράγματα στους επόμενους καιρούς. Και μολονότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η ιστορία διδάσκει, ας κάνουμε άλλη μία κίνηση προς το παρελθόν, προς τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. «Το θέατρο των χρόνων της επανάστασης αποτελούσε ένα ακόμη φλογερό πεδίο μάχης», σημειώνει η Μαίριλυν Γιάλομ στο βιβλίιο της «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών – Αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται» (μτφρ. Εύη Κλαδούχου, εκδόσεις «Αγρα», 2009). Και εξηγεί: «Το εύρος του θεάτρου ξεκινούσε από παρωδίες που ήταν γραμμένες για να διασκεδάζουν το αμόρφωτο πλήθος, ακόλαστες καρικατούρες της βασιλικής οικογένειας και των αυλικών της, έως σοβαρά δράματα που κήρυτταν τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας. Αρκετοί μάλιστα τόλμησαν να επιδείξουν την αφοσίωσή τους, όπως αφηγείται η Κυρία ντε Τουρζέλ [η τελευταία γκουβερνάντα των παιδιών του Λουδοβίκου του ΙΣΤ΄ και της Μαρίας – Αντουανέττας] στο ακόλουθο επεισόδιο: “Εδιναν μια παράσταση της “Ιφιγένειας” στην Οπερα. Η χορωδία, που τραγουδούσε ““Ας τιμήσουμε τη βασίλισσά μας”, χειροκροτήθηκε ένθερμα από τους βασιλικούς, που φώναζαν “κι άλλο”. Ακούγονταν διάφορες αποδοκιμασίες και μουρμουρητά από την αντίπαλη παράταξη… Η δυσαρέσκεια των αντιπάλων αυξήθηκε όταν ο [ηθοποιός] Lainez επέτρεψε στον εαυτό του να πει: “Νομίζω, κύριοι, ότι κάθε καλός Γάλλος πρέπει να αγαπά τον βασιλιά και τη βασίλισσα”… Επειτα από αυτήν τη δήλωση του πέταξαν ένα δάφνινο στεφάνι… Δύο μέρες αργότερα οι επαναστάτες, οι οποίοι είχαν αγοράσει όλες τις θέσεις στην πλατεία, δεν άφησαν τον Λαινέ να παίξει μέχρι να ποδοπατήσει το στεφάνι που του είχαν δώσει νωρίτερα”».

Ποια σχέση μπορεί να έχουν οι συμπεριφορές τού παρελθόντος με την πρόσφατη επίθεση στο θέατρο όπου θα παιζόταν το «Κίτρινο σκυλί» του Μισέλ Φάις, ένας μονόλογος που αφορμή του στάθηκε το δράμα της Κωνσταντίνας Κούνεβα, δράμα–στίγμα για την ελληνική πολιτεία; Την παραμικρή. Κι όχι μονάχα επειδή δεν ζούμε σε επαναστατική περίοδο, παρεκτός και δώσουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στη φαντασίωσή μας, περίπου την ίδια που μας αιχμαλωτίζει στην πεποίθηση πως είμαστε οι μοναδικοί ιδιοκτήτες της ευαισθησίας. Αλλά και επειδή ούτε η στάση των αρχαίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι: εκείνοι ερεθίζονταν από το έργο, από το λόγο, και αντιδρούσαν. Τώρα όμως ο λόγος απογοητεύτηκε πριν καν ακουστεί.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/5/2009

Advertisements

«Η παράσταση, να η παγίδα που θα πιάσω τη συνείδηση του βασιλιά» («Αμλετ»)

April 26, 2009 § Leave a comment

«… Το θέατρο είναι το αμεσότερο όπλο. Οχι για να δώσει λύσεις, αλλά για να βοηθήσει σε μια μάχη»… (Ντάριο Φο).

Μπορεί το Θέατρο και γενικότερα οι Τέχνες, που είναι ζωντανοί οργανισμοί, να αναπτυχθούν ερήμην ενός κοινωνικού γίγνεσθαι, ώστε να τις εξετάσει κανείς ανεξάρτητα από τη γενική κατάσταση του κοινωνικού περίγυρου; Πάντοτε, η εξέλιξη και η πρόοδος του θεάτρου μέσα στους αιώνες, συνδεόταν από την εξέλιξη και την πρόοδο της κοινωνίας ως σύνολο. Σήμερα πολλοί ομολογούν ότι η κοινωνία μας έχει πάρει έναν «λοξό» δρόμο. Συμβαίνει το ίδιο και με το θέατρό μας; Αρα μπορεί «να βοηθήσει σε μια μάχη» όπως έλεγε ο Ντάριο Φο;

Δεν είναι εύκολο να αρχίζεις από το αλφάβητο για πράγματα που μέσα στο χρόνο έχουν κατακτηθεί. Ωστόσο, η αναφορά στις απαρχές δεν παύει να αποτελεί αφετηρία για κάποιες διαπιστώσεις που δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά και ανησυχίες. Η μεγάλη σημασία που είχε για τους αρχαίους Ελληνες το θέατρο δε χρειάζεται αποδείξεις, ωστόσο έχει ενδιαφέρον να σταθούμε στη χωρητικότητα των θεάτρων που ήταν πολλαπλάσια σε σχέση με τα σημερινά θέατρα. Το θέατρο της Αθήνας ήταν 17.000 θέσεων, της Δωδώνης 18.000, της Επιδαύρου 20.000, της Μεγαλόπολης 44.000 κλπ. Οι θεατές παρακολουθούσαν δωρεάν τις παραστάσεις στην αρχή (όταν η υπόκριση γινόταν από τους ίδιους τους ποιητές). Οταν όμως το θέατρο αναπτύχθηκε και είχε επαγγελματίες ηθοποιούς και οι δαπάνες των παραστάσεων μεγάλωσαν, καθιερώθηκε το εισιτήριο. Ο Περικλής όμως καθιέρωσε και τα Θεωρικά, δηλαδή το αντίτιμο εισιτηρίου που χορηγούνταν από το δημόσιο ταμείο στους άπορους πολίτες. Αλλο ένα χαρακτηριστικό της εποχής ήταν το γεγονός ότι οι θεατές χειροκροτούσαν όταν τους άρεσε η παράσταση ή αποδοκίμαζαν έντονα όταν δεν τους άρεσε.

  • Παράδοξα που βαφτίζονται «πρωτοπόρα»

Γρηγοριάδης Κώστας

Σήμερα, βέβαια, η αποδοκιμασία στα θέατρα, είναι πολύ σπάνια. Η κοινωνία μας επιβάλλει την κόσμια αποδοκιμασία. Λίγες φορές «παρεκτρέπεται» το κοινό (βλ. «Βάκχες» σε σκηνοθεσία Λάνκχοφ, με τον Μηνά Χατζησάββα – γυμνό Διόνυσο). Τις περισσότερες φορές προτιμά το χλιαρό χειροκρότημα και το «θάψιμο» στη διαδρομή από το θέατρο, σε κάποιο ταβερνάκι ή προς το σπίτι, παρά την αντίθετη εικόνα που υπάρχει με τα κομψά ακόμη και θερμά καλά λόγια που λέγονται προς τους ηθοποιούς. «Τι φταίνε, μωρέ κι αυτοί»; – ακούγεται συχνά και χαμηλόφωνα – «την άποψη του σκηνοθέτη υπηρετούν». Ασχετα, βέβαια, αν κι ο ίδιος έχει ακούσει τα «καλύτερα» για τη δουλειά του, στα πλαίσια της «ευγένειας».Και τι δεν έχουμε δει, τουλάχιστον στα Επιδαύρια… Τον «Αίαντα» ως Αρη Βελουχιώτη, την Κλυταιμνήστρα να καπνίζει επί σκηνής φορώντας ταγιεράκι, τον Ορέστη να σκοτώνει επί σκηνής την Κλυταιμνήστρα (παραβίαση βασικής αρχής της τραγωδίας). Την Ηλέκτρα με δεμένα πόδια, να την αδειάζουν επί σκηνής με ένα καροτσάκι οικοδομής. Τους Βατράχους να ζητωκραυγάζουν «Βίρα τις άγκυρες». Κάποιοι επιμένουν να ξεμαλλιάζουν τις τραγωδίες για να κλαίνε δυνατότερα, και κάποιοι ζηλεύοντας τη δόξα του Αριστοφάνη ξεκοιλιάζουν το κορμί της κωμωδίας, δίνοντας τον τίτλο της ελεύθερης απόδοσης. Tο καλοκαίρι του 2008 ξεπέρασε σε αντίδραση και στάση κοινού, τον καθωσπρεπισμό. Η «Μήδεια» του πολυδιαφημιζόμενου διεθνούς φήμης Βασίλιεφ συγκέντρωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, δημιουργώντας μεγάλο σάλο από κοινό και κριτικούς, αλλά και οι «Βατρα-Χ» του Εθνικού σε σκηνοθεσία και απόδοση Δημήτρη Λιγνάδη.

  • Ουσία και περιεχόμενο

Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των έργων και τη σχέση τους με την κοινωνία: Το 1962, για παράδειγμα, το έργο του Ντάριο Φο και της Φράνκα Ράμε για τον Χριστόφορο Κολόμβο ενοχλεί ακροδεξιές ομάδες και προκαλεί βίαιες επιθέσεις. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα τους προμηθεύει σωματοφύλακες. Επίσης το La Signora e da buttare (1967) είχε σχόλια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Λι Χάρβι Οστβαλντ και τη δολοφονία του Κένεντι. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ το θεώρησε ασέβεια προς τον Πρόεδρο Τζόνσον, και ο Φο δεν μπορούσε να βγάλει αμερικανική βίζα για πολλά χρόνια μετά.

Η προσαρμογή της Οπερας των ζητιάνων του Τζον Γκαίυ με το όνομα Η Οπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper) σε στίχους του Μπερτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπός του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθωσπρέπει Βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής. Τα έργα του Μπρεχτ γενικά κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Ετσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Γράφονται σήμερα τέτοια έργα; Δημιουργούν πολιτικές ή κοινωνικές «αναταράξεις;» Στηλιτεύουν, προσάπτουν, προκαλούν; `Η οι προκλήσεις γίνονται μόνο για την πρόκληση σε τέτοιο βαθμό κάποιες φορές που μπορούν να ξεσηκώσουν ακόμη και την μήνη των θεατών – όπως συνέβη το περασμένο καλοκαίρι; Το καλό θέατρο, που σημαίνει καλό έργο, καλή παράσταση, σημαντικές ερμηνείες, είναι πάντα συνδεδεμένο και με την εμπορική επιτυχία; Ερωτήματα που τίθενται συχνά σε θεατρικές παρέες, σε παρέες θεατρόφιλων, σε δημοσιογραφικά «τραπέζια». Οι απαντήσεις δύσκολες. Το μόνο σίγουρο, πάντως, είναι ότι η ανάγκη του θεατή για καλό θέατρο είναι αναμφισβήτητη. Ο θεατής είναι πάντα παρών, αλλά ως ζωντανός οργανισμός δεν μπορεί παρά κι αυτός κάποια στιγμή να είναι πάσχων. Μπορεί να υπάρξει μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο θεατή και το θέατρο;

Είναι, τελικά, όλα ρόδινα στο χώρο του θεάτρου; Και ο πιο αισιόδοξος δε θα μπορούσε να ισχυριστεί, δυστυχώς, κάτι τέτοιο. Ολη αυτή η κατάσταση με τις διαφορετικές παραμέτρους «βαφτίζεται» κρίση στο θέατρο. Χρόνια μιλάμε για «κρίση» και μετά την κρίση… έρχεται κι άλλη κρίση… και ποτέ δεν τελειώνει. Υπάρχει τελικά ή όχι; Εχει πάντα την ίδια μορφή αυτή η κρίση; Τι κρίση εννοούμε; Οικονομική ή αισθητική; Είναι δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Η μια επηρεάζει την άλλη;

  • Το θέατρο καθρέφτης της κοινωνίας

Ενας καθρέφτης της «κρίσης» θα μπορούσε να είναι η πορεία της θεατρικής σεζόν. Κάποιοι την κακή εισπρακτική πορεία την ερμηνεύουν θέλοντας να «φταίει» άλλοτε κάποια κακοκαιρία, άλλοτε το κυκλοφοριακό χάος που φταίει για όλα, κάποτε μια προεκλογική περίοδος κ.λπ. Κάποιοι μιλούν για τη γενικότερη οικονομική κρίση που αναπόφευκτο είναι να μεταφέρεται πρώτα και κύρια σε ό,τι θεωρείται πολυτέλεια. Και κακά τα ψέματα, το θέατρο σήμερα και η τέχνη γενικότερα θεωρείται πολυτέλεια, εξαιτίας και της ελλιπούς παιδείας. Αλλά αυτό είναι μια πραγματικότητα. Η οικονομική κρίση μοιραία «χτυπά» και το θέατρο. Από την άλλη, κι αν το «ταμείο» ξεπεράσει τις προσδοκίες, σημαίνει ότι έδωσε πόντους στην υπόθεση που λέγεται «θέατρο»;

Κάποιοι άλλοι θέλουν να «φταίει» ο μεγάλος αριθμός θεάτρων. Η αλήθεια είναι ότι μέσα σε τέσσερα χρόνια ο αριθμός των θεάτρων διπλασιάστηκε. Το 2000 υπήρχαν 100 περίπου θεατρικές σκηνές ενώ σήμερα ξεπερνούν τις 200, ενώ τα έργα που παράγονται είναι πολλαπλάσια. Από τη μια πλευρά αυτό θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι ευχάριστο. Τι πιο ωραίο να υπάρχουν πολλές παραστάσεις, πολλές επιλογές, δουλειά για τους ηθοποιούς και άλλους εργαζόμενους.

Με λίγα λόγια, σήμερα έχουμε γεμίσει θέατρα και θεατρικές παραστάσεις ακόμη και σε μπαρ. Εχουμε τα θέατρα των «παλιών», των γνωστών, τα εμπορικά με τις φίρμες, τα θέατρα ρεπερτορίου, αλλά έχουμε και την απότομη αύξηση των θιάσων που δημιουργούνται από νέα παιδιά, στην προσπάθειά τους να υπάρξουν. Αυτά τα νέα παιδιά, χρησιμοποιώντας το αναφαίρετο δικαίωμά τους να εκφραστούν και να μιλήσουν το δικό τους λόγο, δημιουργούν τις ομάδες τους, βρίσκουν ένα χώρο και στήνουν τις παραστάσεις τους, καλές ή κακές. Πρόθεσή τους πολλές φορές να διορθώσουν ό,τι σαθρό βρήκαν στο προηγούμενο θεατρικό σύστημα, ανατρέποντας τα κακώς κείμενα, αλλάζοντας τα δεδομένα με δικές τους μεθόδους, κ.ά. Λογικό και επόμενο να απαιτούμε από κάθε νεανικό σχήμα την αλλαγή, προς το καλύτερο βέβαια. Εφεραν όμως την αλλαγή, ή τουλάχιστον διαφαίνεται κάποια αλλαγή στον ορίζοντα; Εδώ αρχίζουν οι επιφυλάξεις, αλλά και κάποια αισιοδοξία.

Από την άλλη, δεν είναι άμοιροι ευθυνών όσοι έχουν την ευθύνη επιλογής των έργων. Κακές επιλογές έργων, μοιραία δεν ερεθίζουν το θεατή ή τον αποπροσανατολίζουν και τον απογοητεύουν ώστε να γίνεται πιο δύσπιστος. Αλλά και η επιλογή σπουδαίων και κλασικών έργων από αρχαία τραγωδία και δράμα, μέχρι κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο του παγκόσμιου ρεπερτορίου, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας δεν εξασφαλίζει πάντα την επιτυχία καλλιτεχνική ή εμπορική, καθώς οι διάφοροι «μεταμοντέρνοι» σκηνοθέτες τα κακοποιούν, προκαλώντας το μένος κριτικών και θεατών. Μεγάλη, λοιπόν, η ευθύνη και των σκηνοθετών, των παραγωγών και όλων τελικά των συντελεστών μιας παράστασης.

Αλλά και ένα άλλο φαινόμενο των καιρών, που εισβάλλει στο θεατρικό χάρτη αλλοιώνοντάς τον, είναι η μονοπωλιακή εξάπλωση εταιρειών παραγωγής με προεξάρχουσα την Ελληνική Θεαμάτων, η οποία μέσω μιας αλυσίδας θεάτρων ανακυκλώνει στα θεάματά της συγγραφείς, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, με μόνο στόχο το κέρδος λες και η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένα μέγεθος που μπορεί κανείς να το διαπραγματευτεί με όρους οικονομικής συναλλαγής.

  • Δύναμη επιρροής

Ο Τόμας Μαν έλεγε: «Η τέχνη πρέπει να απελευθερωθεί απ’ τη μορφωμένη ελίτ που σε λίγο δε θα υπάρχει πια. Κι η τέχνη μόνη, εντελώς μόνη θα πεθάνει, εκτός αν βρει το δρόμο της προς το λαό».

Και ειδικότερα «το θέατρο» πίστευε ο Στανισλάφσκι «είναι δύναμη επιρροής που μπορεί να συνεπάρει τους θεατές. Αν όμως η δύναμη πέσει σε λάθος χέρια μπορεί και να τους διαφθείρει, να τους υποβιβάσει και να εξαφανίσει το πάθος τους γι’ αυτό το είδος τέχνης. Η δική μου αποστολή είναι να μεταμορφώσω τους ηθοποιούς από ανήξερους, ημιμαθείς και φιλοχρήματους σε ιερείς της ομορφιάς και της αλήθειας».

Η πληθωρική δραστηριότητα σαν ένα μεγάλο, ελεύθερο και πολύμορφο εργαστήρι δίνει, σίγουρα, την ευκαιρία σε εκατοντάδες νέους, κυρίως, καλλιτέχνες, οι οποίοι επιχειρούν, πειραματίζονται, διακινδυνεύουν, πετυχαίνουν, αποτυγχάνουν, φιλοδοξούν περισσότερα πολλές φορές απ’ όσα μπορούν, και φυσικό είναι να βιώνουν αφελή αλλά και έντιμα κάποιες φορές λάθη.

Υπάρχει σίγουρα μια δυσκολία και μια σύγχυση του κοινού, στο τι είναι αξιόλογο και τι όχι, τι είναι πειραματισμός και τι εντυπωσιασμός από πρόθεση. Βέβαια, δε χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε τα φαινόμενα, αλλά να τα παραδεχτούμε πρώτα και στη συνέχεια να βρεθούν οι τρόποι που θα ξεπεραστούν όσα ευθύνονται για μια σειρά προβλημάτων. Δικαίωμα κάθε εποχής είναι να προβληματίζεται και να αναζητά, γιατί όπως έλεγε κι ο Μπρεχτ «ούτε πρέπει να αφήνετε το Τώρα να κάνει να ξεχνιούνται Το Πριν και το Μετά, ούτε καν Οσα συμβαίνουν έξω από το θέατρο…».

Η απλοποίηση, η αφέλεια, η έλλειψη χρόνου, η έλλειψη δυνατότητας για σπατάλη χρόνου και βλέμματος και αισθήσεων, η έλλειψη επένδυσης ψυχής στην προσωπική ζωή μας, δημιουργούν παθητικούς καταναλωτές ζωής. Δημιουργούν θεατές ζωής, και όχι μικρούς προσωπικούς δημιουργούς. Η έλλειψη υποκειμενισμού και η ομαδοποίηση των αισθήσεων, των αντιδράσεων, του ψυχισμού, δημιουργούν έναν εσωτερικό μαρασμό, σε μία τέχνη που η εφήμερη πλευρά της είναι το ζωντανό στοιχείο του χαρακτήρα της. Αυτό που ανανεώνει και κάνει ζωντανό το θέατρο είναι, ακριβώς, η εφήμερη πλευρά του, αυτή που δημιουργεί συνθήκες συνομιλίας.

Η έλλειψη, λοιπόν, συνομιλητών, ποιοτικά και ποσοτικά, ανθρώπων διαθέσιμων, ανοιχτών στο καινούριο, συνομιλητών και όχι θεατών, είναι εμπόδιο για τη διαφωνία, την πνευματικότητα, τη διαμάχη ιδεών που ανανεώνει τη μορφή του θεάτρου. Η ποιότητα, λοιπόν, των συνοδοιπόρων, η έλλειψη υποκειμενικότητας, δημιουργούν καταναλωτές παθητικούς, οι οποίοι υποκαθιστούν το εσωτερικό ταξίδι με την εφησυχασμένη αναπαραγωγή στερεοτύπων.

Από την άλλη, η έλλειψη παιδείας, δημιουργεί δυσπιστία και ταυτόχρονα υποκαθιστά την αγωνία για πραγματική δημιουργία, με την άγρα θεατών, με την προσπάθεια να είσαι αρεστός σύμφωνα με τα πρότυπα που σε κατακλύζουν. Η εξάρτηση, η κολακεία, το συμφέρον και ο φόβος σε μια κοινωνία στερεοτύπων μάς βυθίζουν στην πληκτική επανάληψη. Τα φαινόμενα αυτά κουράζουν τον κόσμο, λειτουργούν άλλοτε ευνουχιστικά και άλλοτε τελείως καθησυχαστικά. Οταν όλα είναι ίδια, όταν όλα φαίνονται, μοιάζουν ίδια, με ποιον τρόπο, ποια κριτήρια και ποιες θέσεις μπορείς να διαπραγματευτείς το καινούργιο, που θα είναι πραγματικά καινούργιο και όχι απλά περίεργο. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σπουδαίες φωνές που μπορούν να φέρουν την άνθιση!

Θέατρο ή τηλεόραση, δίλημμα ή όχι, για τους νέους ηθοποιούς

March 21, 2009 § Leave a comment

  • Κάθε χρόνο αναζητούν ρόλους όλο και περισσότεροι απόφοιτοι δραματικών σχολών

Του Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009

  • Οι νέοι που αποφοιτούν κάθε χρόνο από τις ποικίλες θεατρικές σχολές της χώρας δεν μετρούνται σε δεκάδες, αλλά σε εκατοντάδες. Από αυτούς δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι που τρέφουν μέσα τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο ταλέντο και πολύ μεγάλα όνειρα, μιας ζωής αφοσιωμένης στην τέχνη που αγαπούν.

Παρά όμως τον, για πολλούς, υπεράριθμο αριθμό θεάτρων που ευδοκιμούν στη χώρα, η επαγγελματική ενασχόληση με την υποκριτική αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη υπόθεση για ένα νέο ηθοποιό. Ακόμα όμως κι όταν επιτευχθεί η πολυπόθητη άνοδος στο σανίδι, ο αποσπασματικός χαρακτήρας της δουλειάς και οι επονείδιστα πενιχρές απολαβές που προσφέρει υποχρεώνουν τον νέο ηθοποιό να αναζητήσει σε άλλες μορφές βιοπάλης τα του επιούσιου.

Η συγκεκριμένη αυτή κατάσταση έχει ως συνέπεια η τηλεόραση να παρουσιάζεται ως μονόδρομος, όχι απλώς για την καταξίωση, αλλά για την επαγγελματική ενασχόληση του νέου ηθοποιού με το αντικείμενο της καρδιάς του. Ωστόσο, το δίλημμα (με δεδομένη στην κοινή αντίληψη την απάντηση) θέατρο ή τηλεόραση είναι αληθινό ή μήπως πρόκειται για ένα ψευτοδίλημμα;

Ένας νέος ηθοποιός που διψάει να βελτιωθεί παίζοντας απαιτητικότερους θεατρικούς ρόλους πλάι σε καταξιωμένους ομοτέχνους του, υπό τις οδηγίες σημαντικών σκηνοθετών, πρέπει οπωσδήποτε να έχει πρωτύτερα περάσει από το γυαλί;

Η συμμετοχή σε μια εμπορική επιτυχία ενδέχεται, βέβαια, να ανοίξει τις πόρτες του θεάτρου σε έναν ηθοποιό. Από την άλλη, όμως, με ποια μέτρα και σταθμά το να ξοδεύει κανείς τη ζωή του σερβίροντας καφέδες ή ποτά, όπως πλείστοι όσοι νέοι, αποτελεί κατ’ ανάγκην καλύτερη επιλογή από τη συμμετοχή σε ένα μέτριο σίριαλ;

Ζητήσαμε από δύο νέους ηθοποιούς που μετρούν ήδη κάποια χρόνια στο επάγγελμα, την Κόρα Καρβούνη με θητεία στο θέατρο και στην τηλεόραση και τον θεατρικό ηθοποιό Στράτο Σωπύλη, να τοποθετηθούν επί του θέματος.

Με το σανίδι μόνο δεν επιβιώνεις

March 21, 2009 § Leave a comment

Του Στράτου Σωπυλη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009
  • Από τότε που σε ηλικία πέντε χρόνων παίζοντας έσπασα την τότε Philips του σπιτιού, η σχέση μου με την τηλεόραση είναι λίγο περίεργη. Αυτή με αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, εγώ με φόβο!

Μέχρι τώρα δεν έχω δουλέψει ποτέ σ’ αυτήν. Σε μια εποχή τυχαίων επιλογών και κατά συνθήκη αποφάσεων δεν διεκδικώ δάφνες καλλιτεχνικής ακεραιότητας. Απλώς τα ελάχιστα που μου προτάθηκαν ήταν πολύ εύκολο να τα αρνηθώ.

Όμως, ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια δουλειάς στο θέατρο, διαπιστώνεις ότι με το σανίδι μόνο δεν επιβιώνεις. Ακόμα και αν πληρώνεσαι μετά το τέλος της σεζόν, ακόμα και με τον κίνδυνο να το κόψουν στα μισά επεισόδια, τα χρήματα των σίριαλ φαντάζουν απαραίτητα. Μόνο που πρέπει να θυμάται κάνεις ότι ο ηθοποιός είναι σαν την φωτογραφία: κινδυνεύει τόσο από την υπερέκθεση όσο και από την υποέκθεση!

Το θέμα με την τηλεόραση είναι ότι δεν είναι όλα όσα προβάλλει κακά. Κάθε χρόνο θα υπάρχει ένα σίριαλ εποχής, συνήθως διασκευασμένο από βιβλίο, που πληροί κάποια στάνταρ, κάποια κωμική σειρά που πιάνει τον σφυγμό της εποχής.

Κι έτσι συντηρούνται οι προσδοκίες. Πρόκειται όμως για σταγόνα στον ωκεανό. Γιατί ο κυρίαρχος τόνος δίνεται από επιφανειακές φλυαρίες και κραυγάζουσες ανοησίες λατινοαμερικανικής προσφάτως προέλευσης. Σπαταλιέται έτσι πολύ ταλέντο. Πόσους μπορούν να απορροφήσουν οι «καλές» δουλειές; Στην τηλεόραση όπως και στη ζωή η ελπίδα όλων μας είναι στις μειοψηφίες. Όσο αντέξουν.

Να απορρίψει ένας σημερινός ηθοποιός την τηλεόραση είναι πολυτέλεια. Να πιστέψει ότι μέσω αυτής μπορεί να κάνει τέχνη είναι αφέλεια. Τι μένει; Να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί. Και να θυμάται ότι έχει το ίδιο δικαίωμα (και υποχρέωση;) που έχει και κάθε τηλεθεατής. Να κάνει τις επιλογές του!

* Ο Στράτος Σωπύλης είναι ηθοποιός.

Η οικονομική ένδεια κατευθύνει επιλογές

March 21, 2009 § Leave a comment

Της Κορας Καρβουνη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009

  • Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι η δουλειά στο θέατρο είναι πολυτέλεια κι ίσως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως «χόμπι». Τα συμβόλαια έχουν μικρή διάρκεια, οι απολαβές είναι πενιχρές και υπάρχει πάντα η ανασφάλεια για την εύρεση της επόμενης δουλειάς. Για να μπορέσει να επιβιώσει ένας ηθοποιός χρειάζεται τρεις θεατρικές δουλειές κάθε χρόνο. Λίγοι είναι οι ηθοποιοί με σχεδόν αδιάκοπη θεατρική εργασία και με το περιθώριο επιλογών.

Από την αντίθετη πλευρά, οι τηλεοπτικές παραγωγές αποφέρουν μεγαλύτερες οικονομικές απολαβές και κάποια περιστασιακή συμμετοχή σε τηλεοπτική διαφήμιση δίνει ένα σημαντικότατο και λυτρωτικό «χαρτζιλίκι». Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των δραματικών σχολών έχει αυξηθεί σημαντικά, με όλο και περισσότερους νέους ηθοποιούς να αποφοιτούν και να αναζητούν εργασία. Καθώς η προσφορά των ηθοποιών αυξάνεται, η δυνατότητα απορρόφησής τους και οι μισθοί μειώνονται. Συνεπώς, ακόμα κι η τηλεόραση γίνεται ολοένα και λιγότερο «ασφαλές» ή «σίγουρο» μέσο βιοπορισμού για τον ηθοποιό. Επίσης, είναι συνήθως γεγονός ότι καλλιτεχνικά η τηλεόραση δεν διεγείρει το ενδιαφέρον του ηθοποιού όσο το θέατρο. Στην ελληνική τηλεόραση λίγες είναι οι σειρές που γίνονται με υψηλές προδιαγραφές και που διαθέτουν καλλιτεχνικό όραμα και ποιότητα. Δυστυχώς, όμως, τη δυνατότητα επιλογής τέτοιων σειρών διαθέτουν ελάχιστοι ηθοποιοί. Οι περισσότεροι αναγκάζονται λόγω οικονομικής ένδειας να καταλήξουν σε δουλειές, οι οποίες όχι μόνο δεν τους εκφράζουν καλλιτεχνικά αλλά και υπό την παρούσα κρίση και υπερπροσφορά ηθοποιών, δεν τους καλύπτουν ούτε οικονομικά. Διανύουμε μια περίοδο που φέρει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες για τους ηθοποιούς και πολύ φοβάμαι ότι η ανεργία, η οποία ήδη βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα, θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Αρα, λοιπόν, δεν ξέρω κατά πόσο το δίλημμα «θέατρο ή τηλεόραση» θα εξακολουθεί να μας απασχολεί, καθώς τίθεται πλέον θέμα επιβίωσης.

*Η Κόρα Καρβούνη είναι ηθοποιός.

Where Am I?

You are currently browsing the Θέατρο category at Κείμενα.