Το θέατρο μεταμφιέζεται

February 20, 2011 § Leave a comment

  • ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ
  • Επτά, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Σε αντίθεση με τη μεταμοντέρνα δραματουργία και τη σύγχρονη σκηνική γραφή, το παραδοσιακό θέατρο τοποθετεί τη μεταμφίεση στο επίκεντρο της συνάντησης ηθοποιού και δραματικού προσώπου.

Η εκ μέρους του ηθοποιού προσέγγιση του ρόλου συνιστά μια προσπάθεια κατάκτησης της μυθοπλαστικά κατασκευασμένης αλλά στέρεα δομημένης ταυτότητας του «άλλου», δηλαδή του προσώπου, με εφόδιο τη σωματική και λεκτική μεταμφίεση: κοστούμια, ψιμύθια, κίνηση, εκφορά του συγκεκριμένου λεξιλογίου. Αποκορύφωμα, η μάσκα που συναντάται σε συγκεκριμένα θεατρικά είδη και συνιστά την πλήρη απόκρυψη της ατομικότητας του ηθοποιού.

Από πολύ νωρίς, η μεταμφίεση, ως απόκρυψη της πραγματικής ταυτότητας του προσώπου, είτε με αλλαγή ονόματος είτε/ και με την αλλαγή εξωτερικής εμφάνισης παρουσιάζεται σε όλες τις λογοτεχνικές μορφές, από τον Ομηρο ώς τους τραγικούς ποιητές: Πλήθος από μεταμφιέσεις διατρέχουν την Οδύσσεια, ο Ορέστης με άλλη ταυτότητα επιστρέφει στο Αργος σε όλες τις τραγωδίες του κύκλου του Ατρειδών. Και ενώ ο Διόνυσος μεταμφιεσμένος σε θνητό με εκθηλυμένη μορφή θα εισέλθει στη Θήβα, η παρενδυσία του Πενθέα θα τον οδηγήσει στο διαμελισμό του από τις Βάκχες. Ο Αριστοφάνης θα δώσει τις κωμικές διαστάσεις της μεταμφίεσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την παρενδυσία του Αγάθωνα στις «Θεσμοφοριάζουσες», η οποία, ωστόσο, θέτει το ζήτημα του κατά πόσο, τελικά, αντιστοιχεί με μεταμφίεση και όχι με έκφραση της πραγματικής κοινωνικής ταυτότητας του συγκεκριμένου προσώπου.

Η καρναβαλικής καταγωγής μεταμφίεση σημαίνει πρόσκαιρη και θεσμοποιημένη κοινωνικά ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων μέσω μιας δανεικής -όσο και προσωρινής- ταυτότητας. Τη λογική αυτή ακολουθεί η κλασική και νεότερη δραματουργία, με παράδειγμα αρκετές σεξπιρικές κωμωδίες ή εκείνες του Μαριβό. Η αλλαγή φύλου ή κοινωνικών ρόλων είναι αιτία παρεξηγήσεων που θα οδηγήσουν σε αίσιο τέλος και στην πλήρη αποκατάσταση των ταυτοτήτων.

Στο σύγχρονο θέατρο, όμως, η παρενδυσία εμφανίζεται και ως διεκδίκηση μιας άλλης ταυτότητας. Παράδειγμα, «Ο λάκκος της αμαρτίας», το πολύκροτο στο πρώτο του ανέβασμα (1979) από τον Λεωνίδα Τριβιζά έργο του Γιώργου Μανιώτη, που πραγματεύεται την καθημερινότητα και τις τύχες μιας ομάδας τραβεστί που διεκδικούν την αποδοχή της διαφοράς τους και την ειρηνική τους συνύπαρξη με την κατεστημένη κοινωνία. Οταν οι περίοικοι, με τις τοπικές εκκλησιαστικές και πολιτικές αρχές και τα ΜΜΕ, επιχειρούν να τους εντάξουν φέρνοντάς τους αντρικά κοστούμια, αυτοί τα αρνούνται ως απωθητικό παρενδυτισμό. Υπεραμύνονται της «μεταμφίεσής» τους ως μόνης ικανής να αντανακλά τις αισθητικές τους αξίες και την ουσία της ταυτότητάς τους που συντίθεται από την ετερότητα.

Η ηλικιακή ανατροπή σε σχέση με τη σκηνική της εικόνα δεν έχει ανάγκη ορθολογικής εξήγησης στο θέατρο του παραλόγου του Πάρι Τακόπουλου. Ετσι, στο «Πάρτυ Μαγιού» (1979 – πρώτη παράσταση 1994, σκηνοθεσία Χαρά Μπακονικόλα), οι φερόμενες ως Δύο Γυναίκες έχουν ως νταντά τους ένα Κοριτσάκι: οι καρναβαλικές συνδηλώσεις αφήνουν ανοιχτές όλες τις εκδοχές των πραγματικών τους ταυτοτήτων.

Η μεταμφίεση περνά ουσιαστικά, πρώτιστα, μέσα από το λόγο. Την τακτική αυτή αναδεικνύει το σύνολο σχεδόν του έργου του Ανδρέα Στάικου: οι δύο γυναίκες που υποδύονται την Κλυταιμνήστρα και την Ηλέκτρα στο έργο «Κλυταιμνήστρα;» (1975) μεταμφιέζονται, λεκτικά, σε άλλα πρόσωπα, συγχέοντας τους ρόλους με την πραγματικότητα. Στην ίδια λογική, ο εξεζητημένος λόγος των προσώπων στα «Φτερά Στρουθοκαμήλου» (θ. Ε. «Πράξη», 1994, σκηνοθεσία του συγγραφέα) λειτουργεί ως βασικός παρονομαστής απόκρυψης των πραγματικών ταυτοτήτων τους, υποκαθιστώντας την εξωτερική μεταμφίεση. Αλλωστε, ολόκληρο το σώμα συνοψίζεται στην πηγή του λόγου, το στόμα. Γι’ αυτό και η μεταμφίεση στον «άλλο» -πρόσωπο ή ρόλο- συμπυκνώνεται στη μεταμφίεση του στόματος: ο Βασίλης Παπαβασιλείου, πριν εκφέρει τον μονόλογο της «Ελένης» του Γιάννη Ρίτσου, βάφει έντονα τα χείλη και αυτό αρκεί για να προσεταιριστεί την ετερότητα του γυναικείου προσώπου.

Στοιχεία μεταμφίεσης αρκούν για τη συνάντηση ενός προσώπου με την πλήρη αλλότητα. Αυτό συμβαίνει με τα πρόσωπα του έργου του Δημήτρη Δημητριάδη «Η αρχή της ζωής» (1995, σκηνοθεσία Στέφανου Λαζαρίδη) όπου ο Ρωμανός, διαρρηγνύοντας τα όρια των φυλετικών-θρησκευτικών ταυτοτήτων, μεταμφιέζεται-μεταλλάσσεται σε Μωάμεθ τον Πορθητή: η μεταμφίεση αποκαλύπτει την απροσδιοριστία και τα ρευστά όρια της ταυτότητας. Με τον ίδιο τρόπο που ο καβαφικός Δαρείος Φερνάζης μεταμφιέζεται σε Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Στη μεταμοντέρνα συγκυρία τα πρόσωπα στερούνται σταθεράς.

Στην παραστασιακή πρακτική του Θόδωρου Τερζόπουλου το μοτίβο του κουκουλιού στο οποίο εγκλείονται τα σκηνικά πρόσωπα επανέρχεται ως δηλωτικό επικοινωνίας τους με την ετερότητα: οριστική, όπως αυτή του θανάτου στο «Στεφάνι» του Γιάννη Κοντραφούρη (2000), όταν η γυναίκα περιβάλλεται ολόκληρη από το λευκό τούλι που με τη βοήθεια των φωτισμών δίνει την εντύπωση ότι την απορροφά, ως μια αντίστροφη κίνηση προς το αδιαμόρφωτο, το μη ον· αμφίσημη, όπως στην περίπτωση της Μήδειας όπου δηλώνεται η διφυΐα της στην παράσταση του έργου του Χάινερ Μίλερ «Μήδειας υλικό» (1996, με την Αλα Ντεμίντοβα).

Οριστική αμφισβήτηση της ανθρώπινης ουσίας είναι η προσφιλής καρναβαλική μεταμφίεση σε ζώο. Οταν, όμως, όπως στις παραστάσεις των Καστελούτσι, οι επί σκηνής μεταμφιεσμένοι σε ζώα ηθοποιοί συγχέονται με τα επί σκηνής πραγματικά ζώα, ώστε ο θεατής να δυσκολεύεται να διακρίνει μεταξύ πραγματικού και μεταμφιεσμένου, τότε καταλύεται η έννοια της ανθρώπινης ταυτότητας ως συμπαγούς εικόνας και τίθεται σε παρένθεση η θέση του ανθρώπου ως πρωτεύοντος όντος. Εδώ, η μεταμφίεση εξισώνει, χωρίς διαχωριστικά όρια, τον άνθρωπο με το κτήνος, καταργώντας τη σχέση πρωτοτύπου και ομοιώματος, άρα την ίδια την έννοια της μεταμφίεσης.

Θέατρο ή τηλεόραση, δίλημμα ή όχι, για τους νέους ηθοποιούς

March 21, 2009 § Leave a comment

  • Κάθε χρόνο αναζητούν ρόλους όλο και περισσότεροι απόφοιτοι δραματικών σχολών

Του Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009

  • Οι νέοι που αποφοιτούν κάθε χρόνο από τις ποικίλες θεατρικές σχολές της χώρας δεν μετρούνται σε δεκάδες, αλλά σε εκατοντάδες. Από αυτούς δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι που τρέφουν μέσα τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο ταλέντο και πολύ μεγάλα όνειρα, μιας ζωής αφοσιωμένης στην τέχνη που αγαπούν.

Παρά όμως τον, για πολλούς, υπεράριθμο αριθμό θεάτρων που ευδοκιμούν στη χώρα, η επαγγελματική ενασχόληση με την υποκριτική αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη υπόθεση για ένα νέο ηθοποιό. Ακόμα όμως κι όταν επιτευχθεί η πολυπόθητη άνοδος στο σανίδι, ο αποσπασματικός χαρακτήρας της δουλειάς και οι επονείδιστα πενιχρές απολαβές που προσφέρει υποχρεώνουν τον νέο ηθοποιό να αναζητήσει σε άλλες μορφές βιοπάλης τα του επιούσιου.

Η συγκεκριμένη αυτή κατάσταση έχει ως συνέπεια η τηλεόραση να παρουσιάζεται ως μονόδρομος, όχι απλώς για την καταξίωση, αλλά για την επαγγελματική ενασχόληση του νέου ηθοποιού με το αντικείμενο της καρδιάς του. Ωστόσο, το δίλημμα (με δεδομένη στην κοινή αντίληψη την απάντηση) θέατρο ή τηλεόραση είναι αληθινό ή μήπως πρόκειται για ένα ψευτοδίλημμα;

Ένας νέος ηθοποιός που διψάει να βελτιωθεί παίζοντας απαιτητικότερους θεατρικούς ρόλους πλάι σε καταξιωμένους ομοτέχνους του, υπό τις οδηγίες σημαντικών σκηνοθετών, πρέπει οπωσδήποτε να έχει πρωτύτερα περάσει από το γυαλί;

Η συμμετοχή σε μια εμπορική επιτυχία ενδέχεται, βέβαια, να ανοίξει τις πόρτες του θεάτρου σε έναν ηθοποιό. Από την άλλη, όμως, με ποια μέτρα και σταθμά το να ξοδεύει κανείς τη ζωή του σερβίροντας καφέδες ή ποτά, όπως πλείστοι όσοι νέοι, αποτελεί κατ’ ανάγκην καλύτερη επιλογή από τη συμμετοχή σε ένα μέτριο σίριαλ;

Ζητήσαμε από δύο νέους ηθοποιούς που μετρούν ήδη κάποια χρόνια στο επάγγελμα, την Κόρα Καρβούνη με θητεία στο θέατρο και στην τηλεόραση και τον θεατρικό ηθοποιό Στράτο Σωπύλη, να τοποθετηθούν επί του θέματος.

Με το σανίδι μόνο δεν επιβιώνεις

March 21, 2009 § Leave a comment

Του Στράτου Σωπυλη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009
  • Από τότε που σε ηλικία πέντε χρόνων παίζοντας έσπασα την τότε Philips του σπιτιού, η σχέση μου με την τηλεόραση είναι λίγο περίεργη. Αυτή με αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, εγώ με φόβο!

Μέχρι τώρα δεν έχω δουλέψει ποτέ σ’ αυτήν. Σε μια εποχή τυχαίων επιλογών και κατά συνθήκη αποφάσεων δεν διεκδικώ δάφνες καλλιτεχνικής ακεραιότητας. Απλώς τα ελάχιστα που μου προτάθηκαν ήταν πολύ εύκολο να τα αρνηθώ.

Όμως, ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια δουλειάς στο θέατρο, διαπιστώνεις ότι με το σανίδι μόνο δεν επιβιώνεις. Ακόμα και αν πληρώνεσαι μετά το τέλος της σεζόν, ακόμα και με τον κίνδυνο να το κόψουν στα μισά επεισόδια, τα χρήματα των σίριαλ φαντάζουν απαραίτητα. Μόνο που πρέπει να θυμάται κάνεις ότι ο ηθοποιός είναι σαν την φωτογραφία: κινδυνεύει τόσο από την υπερέκθεση όσο και από την υποέκθεση!

Το θέμα με την τηλεόραση είναι ότι δεν είναι όλα όσα προβάλλει κακά. Κάθε χρόνο θα υπάρχει ένα σίριαλ εποχής, συνήθως διασκευασμένο από βιβλίο, που πληροί κάποια στάνταρ, κάποια κωμική σειρά που πιάνει τον σφυγμό της εποχής.

Κι έτσι συντηρούνται οι προσδοκίες. Πρόκειται όμως για σταγόνα στον ωκεανό. Γιατί ο κυρίαρχος τόνος δίνεται από επιφανειακές φλυαρίες και κραυγάζουσες ανοησίες λατινοαμερικανικής προσφάτως προέλευσης. Σπαταλιέται έτσι πολύ ταλέντο. Πόσους μπορούν να απορροφήσουν οι «καλές» δουλειές; Στην τηλεόραση όπως και στη ζωή η ελπίδα όλων μας είναι στις μειοψηφίες. Όσο αντέξουν.

Να απορρίψει ένας σημερινός ηθοποιός την τηλεόραση είναι πολυτέλεια. Να πιστέψει ότι μέσω αυτής μπορεί να κάνει τέχνη είναι αφέλεια. Τι μένει; Να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί. Και να θυμάται ότι έχει το ίδιο δικαίωμα (και υποχρέωση;) που έχει και κάθε τηλεθεατής. Να κάνει τις επιλογές του!

* Ο Στράτος Σωπύλης είναι ηθοποιός.

Η οικονομική ένδεια κατευθύνει επιλογές

March 21, 2009 § Leave a comment

Της Κορας Καρβουνη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009

  • Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι η δουλειά στο θέατρο είναι πολυτέλεια κι ίσως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως «χόμπι». Τα συμβόλαια έχουν μικρή διάρκεια, οι απολαβές είναι πενιχρές και υπάρχει πάντα η ανασφάλεια για την εύρεση της επόμενης δουλειάς. Για να μπορέσει να επιβιώσει ένας ηθοποιός χρειάζεται τρεις θεατρικές δουλειές κάθε χρόνο. Λίγοι είναι οι ηθοποιοί με σχεδόν αδιάκοπη θεατρική εργασία και με το περιθώριο επιλογών.

Από την αντίθετη πλευρά, οι τηλεοπτικές παραγωγές αποφέρουν μεγαλύτερες οικονομικές απολαβές και κάποια περιστασιακή συμμετοχή σε τηλεοπτική διαφήμιση δίνει ένα σημαντικότατο και λυτρωτικό «χαρτζιλίκι». Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των δραματικών σχολών έχει αυξηθεί σημαντικά, με όλο και περισσότερους νέους ηθοποιούς να αποφοιτούν και να αναζητούν εργασία. Καθώς η προσφορά των ηθοποιών αυξάνεται, η δυνατότητα απορρόφησής τους και οι μισθοί μειώνονται. Συνεπώς, ακόμα κι η τηλεόραση γίνεται ολοένα και λιγότερο «ασφαλές» ή «σίγουρο» μέσο βιοπορισμού για τον ηθοποιό. Επίσης, είναι συνήθως γεγονός ότι καλλιτεχνικά η τηλεόραση δεν διεγείρει το ενδιαφέρον του ηθοποιού όσο το θέατρο. Στην ελληνική τηλεόραση λίγες είναι οι σειρές που γίνονται με υψηλές προδιαγραφές και που διαθέτουν καλλιτεχνικό όραμα και ποιότητα. Δυστυχώς, όμως, τη δυνατότητα επιλογής τέτοιων σειρών διαθέτουν ελάχιστοι ηθοποιοί. Οι περισσότεροι αναγκάζονται λόγω οικονομικής ένδειας να καταλήξουν σε δουλειές, οι οποίες όχι μόνο δεν τους εκφράζουν καλλιτεχνικά αλλά και υπό την παρούσα κρίση και υπερπροσφορά ηθοποιών, δεν τους καλύπτουν ούτε οικονομικά. Διανύουμε μια περίοδο που φέρει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες για τους ηθοποιούς και πολύ φοβάμαι ότι η ανεργία, η οποία ήδη βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα, θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Αρα, λοιπόν, δεν ξέρω κατά πόσο το δίλημμα «θέατρο ή τηλεόραση» θα εξακολουθεί να μας απασχολεί, καθώς τίθεται πλέον θέμα επιβίωσης.

*Η Κόρα Καρβούνη είναι ηθοποιός.

Where Am I?

You are currently browsing the Ηθοποιός category at Κείμενα.