Για την Ελένη

October 25, 2009 § Leave a comment

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΥ*
  • ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ελένη, μτφρ. Σοφία Νικολαΐδου, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 138

Ένα από τα πιο παρεξηγημένα και κατασυκοφαντημένα γυναικεία πρόσωπα, της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της αρχαίας κοινωνίας, είναι η Ελένη. Η περιβόητη για την ομορφιά της θυγατέρα του πατέρα των Θεών και των ανθρώπων, Δία, και της Λήδας, κόρης του Θέστιου και συζύγου του Τυνδάρεω. Την οποία ερωτεύθηκε ο Ζευς και μεταμορφώθηκε σε κύκνο για να την κατακτήσει. Από την ένωση τους, μέσα από ένα μεγάλο αυγό, ξεπρόβαλε η Ελένη. Το φάος της Ομορφιάς. Σαν ένας θηλυκός Φάνης. Η παρουσία της συμβολίζει την αιώνια θηλυκή αρχή του Κάλλους και της μαγευτικής σαγήνης που αυτό εκπέμπει.

Και σίγουρα συνοψίζει, σε πνευματικό, αισθητικό, κοινωνικό και συνειδησιακό επίπεδο, την αντίληψη του αρχαίου ατόμου περί γυναικείου κάλλους ειδικότερα, και, γενικότερα, περί του συμβολικού ιδεότυπου της Ομορφιάς. Όπως αντίστοιχα η Αφροδίτη είναι ο ιδεότυπος της Σεξουαλικότητας, η Αθηνά της Σοφίας, η Ήρα της συζυγικής αφοσίωσης και εγκράτειας. Οι αρχαίοι Έλληνες, απέναντι στο Φυσικό και στο Ιστορικό γίγνεσθαι, αντέταξαν την Τέχνη και το Κάλλος. Τον ιερό Παρθενώνα και τη μυστηριακή αλλά απτή και χθόνια ομορφιά της Ελένης. Το θέατρο του Διονύσου και τη σκηνική τέχνη από τη μια, και τον Ηνίοχο των Δελφών και τον Ερμή του Πραξιτέλους από την άλλη.

Η Ελένη, παρότι της αξίζει, δεν ευτύχησε να σταθεί ισάξια, δίπλα στις μεγάλες τραγικές μορφές και τα άλλα ηρωικά πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας. Σιμά σε δραματικές ηρωίδες, όπως η Μήδεια, όπως η Εκάβη, η Ανδρομάχη, η Ιφιγένεια, η Ηλέκτρα, και άλλα αξιομνημόνευτα γυναικεία πορτρέτα του θεατρικού πανθέου, η Ελένη, που το όνομα της έγινε αρνητικό σημείο αναφοράς, τόσο για τους αρχαίους συγγραφείς, όσο και μέσα στο κοινωνικό σώμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρώ ότι είναι ένα από τα τραγικότερα πρόσωπα της αρχαίας δραματουργίας.

Το όνομά της σπιλώθηκε με τόση αφροσύνη: «πολυάνορος» και «ανδρολέτειρα» την αποκαλεί ο Αισχύλος. Η φήμη της αμαυρώθηκε καταλυτικά και βιαστικά: «κυνώπις» και «πάντες δε με πεφρίκασιν», αποδοκιμάζοντας την θα διαλαλήσει ο Όμηρος. Με ασύστολους χαρακτηρισμούς την κοσμεί ο λυρικός ποιητής Αλκαίος. Αντίθετα, ο ερωτικός ποιητικός λόγος της Σαπφούς θα δικαιολογήσει, εν μέρει, τη μνήμη της στο όνομα του Έρωτα. Μέχρι να ακουστεί η ποιητική φωνή του Ιμεραίου ποιητή Στησίχορου, που θα προσπαθήσει να λειάνει την παγιωμένη και πάγκοινη αρνητική παράδοση στο πρόσωπο της. Ο ποιητής θα παρατρέψει την παράδοση και θα καλλιεργήσει την εκδοχή του Ειδώλου της Ελένης.

Και στο έργο του θα αναφέρει ότι στην Τροία δεν πήγε η Ελένη αλλά το είδωλο της. Ένα άδειο πουκάμισο. Η Ελένη υπήρξε θύμα και αποδιοπομπαίος τράγος όχι μόνο των Θεών -του Δία και της Ήρας- αλλά και των ανθρώπων. Ιδιαίτερα μιας συγκεκριμένης αντρικής υπερφίαλης αντίληψης περί του πολέμου και της εκστρατείας των Ελλήνων στην Τροία. Το δυσώνυμο όνομά της συνδέθηκε άθελα της, και παρά τη γυναικεία της φύση, με έναν πόλεμο που ούτε επεδίωξε ούτε προκάλεσε και ούτε συμμετείχε. Η πολεμοχαρής στάση των Ελλήνων έπρεπε να εφεύρει ένα αρνητικό πρότυπο, για να του φορτώσει τις δικές τους λανθασμένες πολιτικές, άφρονες επιλογές και ιδεολογικά αδιέξοδα. Και αυτό το πλασματικό, αναγκαίο συλλογικό κακό, που θα εξιλέωνε τις δικές τους αστοχίες και θα ερμήνευε τις αποφάσεις των Θεών, στάθηκε το όνομα και η μνήμη της ωραίας Ελένης.

Στηριζόμενος στην Ομηρική παράδοση και στον Ηρόδοτο, καθώς και στις αρχαίες θρησκευτικές και μυθολογικές δοξασίες, θα ερανιστεί τον μύθο της ο πιο καινοτόμος από τους τρεις τραγικούς, ο Ευριπίδης. Ο οποίος στις τραγωδίες του ξεδιπλώνει το κουβάρι της δικής του εκδοχής για την Ελένη, και κατ’ επέκταση μας αναφέρει και τις δικές του κρίσεις για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα του γυναικείου φύλου. Η Ελένη παρουσιάζεται σε δύο ακόμα έργα του τραγικού. Στις Τρωάδες, και στον Ορέστη. Σε αυτές, το πρόσωπο της κοσμείται αρνητικά. Ως «Ελλάδος μίαστωρ», ως «μέγα κακόν», ως «κάκιστη δάμαρ», και με άλλες αρνητικές εκφράσεις στολίζεται από τους πρωταγωνιστές των έργων, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αποδοχή και συμπάθεια του προσώπου της.

Από την άλλη, ο ρεαλιστής αυτός τραγικός, που προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα στηριζόμενος περισσότερο στην ανθρώπινη λογική παρά σε εθιμικές και θρησκευτικές δοξασίες και δεισιδαιμονίες, με την τραγωδία του Ελένη, με τους 1692 στίχους της, που διδάχθηκε το 413/412 π.Χ., μας αποκαλύπτει μια άλλη εκδοχή για την περιπέτεια της καταραμένης αυτής από την ομορφιά της γυναικείας ύπαρξης. Στο έργο αυτό, που θα πρέπει να τονισθεί ότι έχει αρκετές τεχνικές θεατρικές ομοιότητες με την άλλη του τραγωδία Ιφιγένεια εν Ταύροις, ο Ευριπίδης εικονογραφεί το πρόσωπο και τον γυναικείο χαρακτήρα μιας διαφορετικής Ελένης. Ο τραγικός δεν ασπάζεται την εκδοχή της παράδοσης, που την θέλει υπαίτια της Τροϊκής εκστρατείας. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο παραλογισμός, η αρχομανία, η στενοκεφαλιά των αντρών, είναι η αιτία και η αφορμή του πολύχρονου πολέμου.

Ο συγγραφέας αναιρεί την κηλιδωτική ταυτότητα της φήμης της Ελένης. Και εδώ διακρίνουμε την ατομική του ευστροφία και τα ευρύτερα πιστεύω του, όσον αφορά τη γυναικεία φύση, παρότι πολλοί του προσέδωσαν τον όρο του μισογύνη. Το θεϊκό μεγαλείο της κοκέτας και φιλάρεσκης γυναικείας παρουσίας εκδηλώνεται αβίαστα, χωρίς να αφήνει κοινωνικές ρυτίδες. Η Ελένη πάσχει και τυραννιέται από τις επιθυμίες των Θεών. Γίνεται το κοινωνικό ανάχωμα για να μην κατηγορηθούν οι επιθυμίες των Θεών αλλά και των Ελλήνων αρχηγών της εκστρατείας. Είναι το συλλογικό άλλοθι της φυλής των Ελλήνων. Από αυτή την ερμηνευτική σκοπιά, το έργο είναι μια αξιοπρόσεκτη, κάπως ελαφριών χρωματισμών τραγωδία. Με αρκετά σημεία κωμικών τονισμών. Και ιδιαίτερα στα σημεία αναγνώρισης των δύο συζύγων, θυμίζει, με τα σημερινά δεδομένα της σκηνικής περιπέτειας, ένα αστικό οικογενειακό δράμα.

Ο μύθος της Ελένης με την περιλάλητη ομορφιά της, σε όλες του τις εκδοχές, δεν άφησε αδιάφορους τους κατά καιρούς δημιουργούς. Στον 20ό αιώνα, στον ελληνικό χώρο, τα δύο ποιητικά μας Νόμπελ λογοτεχνίας την μνημόνευσαν μέσα στο έργο τους ή μετέφρασαν το έργο. Ο Γιάννης Ρίτσος συνέθεσε την δική του εκδοχή, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Γιώργος Σαραντάρης, καθώς και άλλοι σύγχρονοι ποιητές, ιχνογράφησαν μέσα στο έργο τους το πρόσωπο της.

Στο θέατρο, η τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ευτύχησε να έχει μια άξια διαδρομή. Τα τελευταία χρόνια επικρατεί μια άλλοτε πετυχημένη και άλλοτε όχι συνήθεια, πεζογράφοι ή ποιητές να μεταφράζουν τον αρχαίο θεατρικό λόγο γενικότερα, ενίοτε μετά από ζήτηση του ίδιου του σκηνοθέτη για να παρασταθεί. Αν δεν κάνω λάθος, οι παλαιές καταξιωμένες μεταφράσεις του Θρασύβουλου Σταύρου και του Παναγή Λεκατσά δεν χρησιμοποιούνται τόσο συχνά στο θεατρικό ανέβασμα.

Οι νέοι μεταφραστές αναζητούν νέους λεκτικούς κώδικες επικοινωνίας και πρόσληψης του αρχαίου θεατρικού λόγου από το σημερινό ευρύ κοινό. Κάτω από αυτή την προβληματική, ο Δημήτρης Δημητριάδης, μεταφράζει το έργο για τον σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά. Ο Κ. Χ. Μύρης, μεταφράζει για το ανέβασμα του Σπύρου Ευαγγελάτου. Θεατρικές μεταφράσεις, σύγχρονες και μοντέρνες, άλλου καλλιτεχνικού ύφους και υφής, δίπλα στις μεταφράσεις της τραγωδίας που κυκλοφορούν, όπως εκείνης του Τάσσου Ρούσου, του Κώστα Τοπούζη, του Ερρ. Χατζηανέστη και άλλων.

Μέσα σε αυτό, του ευρύτερου φάσματος, καλλιτεχνικό πλαίσιο, εντάσσεται και η μεταφραστική πρόταση της γνωστής πεζογράφου Σοφίας Νικολαΐδου, για το Κ.Θ.Β.Ε., μετά από παραγγελία του σκηνοθέτη Γιάννη Παρασκευόπουλου. Ο μεταφραστικός λόγος της Σοφίας Νικολαΐδου είναι θεατρικά λειτουργικός, πράγμα απαραίτητο για ένα τέτοιου είδους κείμενο. Χρησιμοποιεί έναν βατό καθημερινό λόγο όσον αφορά τα αφηγηματικά μέρη, με έναν εσωτερικό ρυθμό που δεν διατυμπανίζει τον δραματικό τόνο του έργου. Υπάρχει μια υποδόρια συγκίνηση, που διαχέεται ακόμα και στα κωμικής υφής στιγμιότυπα του έργου. Τα μετρικά σχήματα του Ευριπίδειου λόγου συναντούν την αντιστοιχία τους στη μουσική ρυθμολογία των λυρικών μερών της μετάφρασης.

Η συγκρότηση της δραματικής πλοκής της τραγωδίας, η σκιαγράφηση των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, η προσωπικότητα των ηρώων, η ερωτική έλξη της Ελένης προς τον Μενέλαο και η ζηλότυπος ερωτική συμπεριφορά εκείνου, η ορθή και σοφή κρίση της Θεονόης, να διαφυλάξει την αξιοπρέπεια του οικογενειακού της δέντρου, αλλά και ο ελαφρόμυαλος ερωτικός λόγος του Θεοκλύμενου, αποδίδονται με γλαφυρότητα, χαμηλούς τόνους, χωρίς λεκτικούς προσδιορισμούς αμετάκλητων μη σκηνικών παρεμβάσεων. Οι προτάσεις είναι μικρές, ορισμένες φορές ο λόγος κόβεται κάπως κοφτά, απότομα, δεν υπάρχει συνήθως εσωτερική στίξη. Υπάρχουν φράσεις που μάλλον ξενίζουν, όπως: «Δινείται χλόη», «ίπτασθε φτερωτές», «άστικτο χιόνι», «Περουζένιο πέλαγος» κ.λπ., που είναι μάλλον περισσότερο ποιητικές παρά θεατρικές.

Η Σοφία Νικολαΐδου, παρακολουθώντας τις εσωτερικές ρυθμικές ρωγμές του αρχαίου κειμένου, οικοδομεί μια μετάφραση που δεν στηρίζεται σε συμβατικές αντιστοιχίες λέξεων, ή απόμακρους νοηματικούς ρυθμούς παρωχημένων προσεγγίσεων. Αλλά χρησιμοποιεί μια καθημερινή, ανυπόκριτη γλώσσα, απαλλαγμένη από περιττά βάρη ιδεολογικών αναφορών, χωρίς μηνυματικές κορώνες και σκοτεινούς νοηματικούς συσχετισμούς. Ίσως, μόνο με περισσότερη έμφαση στη ρομαντική ερωτική διάθεση, ιδιαίτερα στους αναγνωριστικούς μονολόγους των δύο συζύγων. Και σίγουρα φαίνεται η αξιολογική υπεροχή του θηλυκού λόγου, έναντι του αντρικού. Η μεταφράστρια αναδύει το λυρικό ιζηματικό υπόστρωμα του αρχαίου λόγου και την σαφήνεια της Ευριπίδειας θεατρικής τεχνικής.

  • Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009

*Ο Γιώργος Μπαλούρδος είναι φιλόλογος και συγγραφέας

Advertisements

Where Am I?

You are currently browsing the ΕΛΕΝΗ category at Κείμενα.