Το πολιτικό σώμα του χορού. Δύο θεάματα-καταπέλτες για τον τρόμο και την αθλιότητα στον παράδεισο της κατανάλωσης

March 15, 2009 § Leave a comment

  • Μήπως ο σύγχρονος χορός διεκδικεί σήμερα τη θέση ενός σεισμογράφου που καταγράφει τις δονήσεις της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας; Πληθαίνουν τα δείγματα ενός χορού με πολιτικοποιημένο περιεχόμενο και θα πρέπει να συμπεριλάβουμε σε αυτά και τις παραστάσεις που ως διάττοντες αστέρες παρουσίασαν πρόσφατα στις σκηνές της Γερμανίας οι δύο φλαμανδοί καλλιτέχνες Γιαν Φαμπρ και Γιαν Λάουερς. Οι διάσημοι αυτοί δημιουργοί, κινούμενοι ανάμεσα στον χορό, στην περφόρμανς, στο θέατρο, στις εικαστικές τέχνες και στην ποίηση, συνέπεσαν χρονικά, στο θέατρο Μουζόντουρμ της Φραγκφούρτης και στον χώρο Πακτ Τσόλφεραϊν της Εσσης, με δύο θεάματα καταπέλτες για τον τρόμο και την αθλιότητα στον καπιταλιστικό παράδεισο της κατανάλωσης.
  • Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Φαμπρ στην παράσταση «Όργιο ανοχής», εκγυμνασμένος στην ηδονή του χρήματος και εγκλωβισμένος στον τυραννικό ιδιωτικό χώρο του με τις Τσέστερφιλντ πολυθρόνες από δέρμα, είναι απόλυτα κενός. Αυνανίζεται με τα ακριβά προϊόντα και τη μόδα, απολαμβάνει παθολογικά την υποταγή, τα όπλα, τα βασανιστήρια και τα ναρκωτικά, είναι ρατσιστής και ακροδεξιός, διαγωνίζεται για τις σεξουαλικές επιδόσεις του και στοχεύει πάντα σε έναν καταναλωτικό οργασμό. Ο Γιαν Φαμπρ έχει στήσει μια μασκαράτα του λίμπιντο και της κατανάλωσης. Στην αποικία των ταπεινωμένων του, γελοιογραφικές μορφές και καρικατούρες, αποκρουστικές μάσκες και αντικείμενα φετίχ μετέχουν σε οργιαστικά σκετς. Μανάδες γεννούν στα καλάθια του σουπερμάρκετ όχι παιδιά αλλά ψώνια σε πλαστική συσκευασία. Τα καλάθια του σουπερμάρκετ στα χέρια των αγοραστών χορεύουν βαλς, ενώ η μελωδία του Στράους από την ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ υπογραμμίζει ειρωνικά την τωρινή Οδύσσεια της ανθρωπότητας. Ο φόβος είναι πια η ισχυρότερη παραγωγική δύναμη. Και κάτω από την απειλή των όπλων ο άνθρωπος είναι μονάχα ένα βιολογικό σώμα που μηχανικά ανταποκρίνεται στις επιταγές της αγοράς, που πειθήνια ακολουθεί τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης στο σεξ, που ανέχεται τα πάντα και θεοποιεί την ανεκτικότητά του.
  • Ο Γιαν Φαμπρ, ο οποίος χτυπάει άμεσα, απροκάλυπτα τη σημερινή βελγική κοινωνία και μαζί της τις τωρινές κοινωνίες της αφθονίας και του θεάματος, την τηλεόραση με τη λαγνεία της τρομοκρατίας, εμφανίζεται πιο επικαιρικός και πιο θεατρικός παρά ποτέ. Η παράστασή του, με εννέα μουσικούς, χορευτές και ηθοποιούς, είναι ένα όργιο εικόνων, βλάσφημο και ακραίο, με πολύ χιούμορ, μουσική ροκ και γκροτέσκες φιγούρες. Αλλά η αισθητική της εγκατάστασης, η ζωγραφικότητα, ο χορός και η περφόρμανς έχουν παραχωρήσει το προβάδισμα σε καθαρόαιμα θεατρικά στοιχεία, σε μια ριζοσπαστική κωμικότητα με θεατρική προέλευση.
  • «Το σπίτι των ελαφιών» του Γιαν Λάουερς προβάλλει αρχικά σαν μια εικαστική εγκατάσταση έτσι καθώς είναι ένας χώρος γεμάτος από λευκά ελάφια, νεκρά ή διαμελισμένα, τα κέρατα των οποίων βρίσκονται κρεμασμένα σαν τρόπαια. Αυτό το «νεκροταφείο ελαφιών» μεταμορφώνεται λίγο αργότερα σε τόπο θεατρικό, βεστιάριο ή σκηνή των δοκιμών όπου ένας θίασος, βιώνει την καθημερινότητά του που τη βαραίνουν τριβές, αμοιβαίες αμφισβητήσεις, θάνατοι. Μεταμορφώνεται επίσης σε έναν απομονωμένο, μυθικό τόπο παραμυθιού όπου μια οικογένεια ξωτικών έχει βρει καταφύγιο από τους κινδύνους και τον πόλεμο. Με τον ανάλαφρο, αυτοσχεδιαστικό τρόπο τους οι χορευτές της Νeedcompany περνούν άνετα από τον real time της καλλιτεχνικής ταυτότητας και του βιώματος, με τα αυτοβιογραφικά και ανεκδοτολογικά υλικά, σε έναν χρόνο του μύθου και της αλληγορίας αλλά και στον ιστορικό χρόνο των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία και ιδιαίτερα των συγκρούσεων στο Κοσσυφοπέδιο. Για τον θάνατο και το πένθος, για τον φόνο από εκδίκηση και τις φρικαλεότητες του πολέμου, για την προσωπική ευθύνη και την ενοχή γίνεται λόγος στο «Σπίτι των ελαφιών». Οι φωτογραφίες και οι μαρτυρίες από το ημερολόγιο ενός πολεμικού ανταποκριτή που σκοτώνεται στο Κοσσυφοπέδιο συνιστούν τον άξονα γύρω από τον οποίο υφαίνονται οι προσωπικές ιστορίες πόνου και θλίψης, τα οικογενειακά δράματα και η τραγωδία των καιρών μας.
  • Ο Γιαν Λάουερς με το ποιητικό κείμενό του, με αλλόκοτες εικόνες μέσα σε ένα φαντασμικό φως, με μιαν ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζεται από παραλλαγές του εφήμερου και του απροσδιόριστου, υποβάλλει στον θεατή έναν χώρο μεταιχμιακό: εδώ τα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο έχουν καταργηθεί, οι νεκροί συναναστρέφονται τους ζωντανούς και σε αυτή την καινούργια «Σονάτα των φαντασμάτων» κυριαρχούν η ανάμνηση των νεκρών, οι επιθανάτιοι θρήνοι και τα ταφικά έθιμα, η ταύτιση των ανθρώπων με τα ελάφια σε μια ζωομορφική διαδικασία.
  • Της Ελενης Βαροπουλου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Η κωμωδία και η διάγνωση της υποκρισίας

February 1, 2009 § Leave a comment

Αν ποτέ πάψει η αγάπη για το θέατρο, θα πάψει και η αγάπη για τον Μολιέρο. Γιατί αυτός ο ηθοποιός, ποιητής, θιασάρχης που στον γαλλικό 17ο αιώνα, τον «μεγάλο αιώνα» της γαλλικής κλασικής δραματουργίας, ανανέωσε την κομέντια ντελ άρτε και τους τύπους της, τόνωσε τη φάρσα αλλά και έπλασε την κωμωδία χαρακτήρων, παραμένει δίπλα στον Σαίξπηρ ο κλασικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη επιρροή σε όλη την υφήλιο. Και εξακολουθεί να είναι με την ταραχώδη θεατρική ζωή του, ακόμη και με τον θεατρικό θάνατό του που άρχισε την ώρα της παράστασης ενώ έπαιζε τον «Κατά φαντασίαν ασθενή», μια ενσάρκωση του ίδιου του θεάτρου.

Η κωμωδία που στρέφεται προς την τραγωδία, το γέλιο που υποκρύπτει τον φόβο, η κριτική των κοινωνικών «ασθενειών» τόσο πίσω από την εντυπωσιακή γελοιογράφηση ενός προσώπου όσο και πίσω από την εκρηκτική αστειότητα των κωμικών καταστάσεων, στάθηκαν συχνά τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκαν πολλές από τις σύγχρονες σκηνικές προσεγγίσεις της μολιερικής κωμωδίας. Και μπορεί η κωμωδία αυτή να έχει ως αφετηρία τα βασικά ηθικά ελαττώματα, τις γελοίες συμπεριφορές ως παρεκκλίσεις από τον κοινό νου ή τη λογική της φύσης, όμως ξανοίγεται με μοναδικό τρόπο και προς τις δύσβατες περιοχές του ψυχισμού, προς τη σκοτεινή πλευρά του φανατικού και ιδεοληπτικού ανθρώπου, προς τις επικίνδυνες πλευρές του ατομικισμού.

Οι ηθοποιοί, γυναίκες και άνδρες, σε όλον τον κόσμο αγαπούν τον Μολιέρο. Οχι μονάχα επειδή οι ανεξάντλητοι χαρακτήρες και τύποι των έργων του προσφέρονται συνεχώς για νέες ερμηνείες ή υποκριτικές επιδόσεις, αλλά και γιατί το θέατρο του Μολιέρου είναι ένα συναρπαστικό θέατρο των κωμικών σωμάτων, της θεατρικότητας, της άμεσης επικοινωνίας με το κοινό. Στις μολιερικές κωμωδίες το αυθόρμητο και απελευθερωτικό γέλιο συνδυάζεται με τη βαθύτερη διαδικασία της αυτογνωσίας. Από την πλευρά τους οι θεατές, ενώ απολαμβάνουν τη δεξιοτεχνική δραματική γραφή, την εκλεπτυσμένη γλώσσα σε στίχο ή πρόζα, παρασύρονται από την πλαστικότητα με την οποία ο Μολιέρος παρουσιάζει τον ζηλιάρη και τον φιλάργυρο, τον συμφεροντολόγο και τον ανερχόμενο, τον υποκριτή και τον αδιάλλακτο, τον αδίστακτο και τον υποχόνδριο. Η κοινωνική πινακοθήκη του Μολιέρου, με τη σχέση υπηρετών και αφεντάδων, με τους ανθρώπους να καταδυναστεύονται από το χρήμα, με τους γέρους να ανταγωνίζονται τους νέους, με τους άνδρες να θέλουν να υποτάξουν τις γυναίκες, είναι πάντα επίκαιρη.

Ελεύθερο, ανατρεπτικό πνεύμα στην εποχή του, ο Μολιέρος είχε στρέψει τη σάτιρά του προς αριστοκράτες, αστούς και χωρικούς και είχε κάνει ανυποχώρητους εχθρούς του τον κλήρο και την Εκκλησία. Σήμερα η οξύτητα του μολιερικού λόγου εξαρτάται κυρίως από τον περίγυρο μέσα στον οποίο προσλαμβάνεται το έργο και η παράσταση. Και υπάρχουν μέρη όπου ο Μολιέρος μπορεί να είναι ακόμη ένας αμείλικτος κριτής, μέρη όπου ταιριάζει απόλυτα η μολιερική διάγνωση της υποκρισίας, του αρχοντοχωριατισμού, της πλεονεξίας. Αυτό όμως που ξεπερνά κάθε χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο, αποδεικνύοντας την παγκοσμιότητα του συγγραφέα, είναι ο μύθος των δραματικών προσώπων του, από τον Δον Ζουάν και τον Ταρτούφο ως τον Μισάνθρωπο, τον Ζουρντέν και τον Ζορζ Νταντέν.

  • της ελενης βαροπουλου | το βήμα, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Where Am I?

You are currently browsing the Βαροπούλου Ελένη category at Κείμενα.