February 15, 2009 § Leave a comment

Theatre Royal, Drury Lane

3 out of 5
Rowan Atkinson as Fagin in Oliver!

Comic but camply sinister … Rowan Atkinson as Fagin. Photograph: Tristram Kenton

Lionel Bart’s Oliver! is back. Mind you, it hardly ever seems to have been away in the 49 years since its premiere. And even this version, newly directed by Rupert Goold, is a re-creation of Sam Mendes’s 1994 production. But not even the expertise of the staging and a handful of fine performances can disguise the essential thinness of this piece of deodorised musical Dickens. Bart may have been a great tunesmith, but he was a maladroit storyteller; what his version misses is Dickens’s social anger and Gothic strangeness.

  1. Oliver!
  2. Theatre Royal, Drury Lane,
  3. London
  4. WC2B 5JF
  1. Booking to 26 September
  2. Box office:
    0844 412 2955
  3. Venue website

Dickens’s opening chapters are a savagely ironic attack on the new Poor Laws and a system under which Oliver and his workhouse companions “suffered the torture of slow starvation for three months”: all that is camouflaged by the cheery opening chorus of Food Glorious Food. And there is nothing here to match the Kafkaesque weirdness of Fagin’s trial, in which the old reprobate, while awaiting sentence of death, starts to speculate on how much the judge’s robe cost and how he put it on.

But although this is sanitised Dickens, Bart manages to write some thumping good tunes and provide scope for individual actors. And, allowing that Bart’s Fagin is hardly the Manichean figure of Dickens’s fevered imagination, Rowan Atkinson turns in a sprightly, distinctive performance.

Atkinson’s Fagin may be essentially comic but he endows the character with a camply sinister edge. Greeting Harry Stott’s well-mannered Oliver for the first time, he says: “I hope I shall have the honour of your intimate acquaintance” with lisping intensity. And there is even a mixture of paternalism and faint paedophilia in the way he gazes fondly at the sleeping boy.

Atkinson also plays up the character’s sexual ambiguity. When Bill Sikes presents him with a ring, he coquettishly cries: “This is all so sudden”, and goes on to don a tiara and choker with suspiciously feminine pleasure.

But Atkinson is at his best in Reviewing The Situation, where, responding to the kletzmer echoes in Bart’s music and the plangent sound of a solo violin, he twists his body into a state of corkscrewing indecision as he dithers between crime and respectability.

If this revival is worth catching, it is largely for Atkinson’s saturnine comic presence. The biggest fuss, of course, has been about the casting of Jodie Prenger as Nancy on the strength of TV’s I’d Do Anything competition. The good news is that she acquits herself extremely well. The role, as written, makes little sense, in that one minute Nancy is declaring her undying love for Bill Sikes in As Long As He Needs Me, and the next betraying him to the good guys.

But Prenger delivers her big number with passionate fervour. She is even better in the raucous Oom-Oom-Pah where the stage fills with Hogarthian detail as plump women retch into buckets and copulation thrives in the dark corners of the Three Cripples pub.

This is about as good as the show, or Matthew Bourne’s choreography, gets. For the rest, there are too many Cockney knees-ups in which characters actually do stick their thumbs into their waistcoat sides. And, although the house adored Ross McCormack’s pint-sized, top-hatted Artful Dodger, he seemed to me too aware of his cute charm. But this is the basic problem with a show altogether too full of beery cheer and too little conscious of the darkness of Dickens’s imagination.

Goold stages it with fluent efficiency, and Anthony Ward’s sets, with their perspectives of St Paul’s and their sliding bridges, are handsome to look at. But too many of the characters are ciphers, and the plot is largely a device for getting the numbers on. Only once did I feel an authentic whiff of Dickens — the creepy dual performances of Julian Bleach as a spindly, necrophiliac undertaker, and then a toothfully grinning, incompetent Dr Grimwig.

For the most part, however, this is Dickens as jolly family entertainment stripped of the sense of solitude that has roots in the author’s own experience and that makes Oliver Twist such a disturbing novel.


Από τη «Μαύρη Οχιά» και τον «Μίστερ Μπιν», ο Ρόουαν Ατκινσον περνάει στο μιούζικαλ, ερμηνεύοντας τον Φάγκιν στο «Ολιβερ!»

February 15, 2009 § Leave a comment

Rowan Atkinson as Fagin in Oliver!, Theatre Royal Drury Lane

Scene-stealer … Rowan Atkinson as Fagin. Photograph: Tristram Kenton

Ο ντροπαλός βασιλιάς της κωμωδίας

The Observer

Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Ρόουαν Ατκινσον πήγε μαζί με τη σύζυγό του σ’ ένα «ειδικό» σχολείο στο Κένσιγκτον για να δώσει λίγη χαρά στα 2.000 παιδιά που είχαν συγκεντρωθεί εκεί από τη φιλανθρωπική οργάνωση Kids Company. Οπως διαβεβαίωσε ένας παριστάμενος, τα μάτια του κωμικού ήταν συνεχώς δακρυσμένα. Το ίδιο βράδυ, έδωσε συνέντευξη σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε για την επέτειο των 25 χρόνων της κλασικής κωμικής σειράς «Μαύρη Οχιά». Λίγο αμήχανος στον ρόλο του Ρόουαν Ατκινσον, αποκάλυψε ότι υπήρχε τουλάχιστον ένα επεισόδιο της σειράς που δεν το είχε δει, μέχρι που έτυχε να το παίζουν σε μια αεροπορική πτήση. «Δεν γελάω εύκολα, δυστυχώς», ομολόγησε, «αλλά ίσως τότε να χαμογέλασα, που σημαίνει ότι μου φάνηκε πολύ αστείο».

  • Δύσκολος ρόλος

Πριν από λίγες μέρες, άρχισαν οι παραστάσεις του μιούζικαλ «Ολιβερ!» στο Theatre Royal-Drury Lane του Λονδίνου, όπου ο Ατκινσον υποδύεται τον Φάγκιν, τον «δάσκαλο της κλεψιάς» που ταλαιπωρεί τον μικρό Ολιβερ. Είναι μια απόδειξη της τόλμης του το γεγονός ότι, έχοντας μικρή θητεία στο θέατρο και ακόμα λιγότερη στο τραγούδι, ανέλαβε να ερμηνεύσει τον δύσκολο ρόλο του φιλάργυρου Εβραίου στη μουσική αυτή διασκευή του έργου του Ντίκενς. Αντίθετα με τον Αλεκ Γκίνες στην κινηματογραφική εκδοχή του «Ολιβερ Τουίστ» το 1948, ο Ατκινσον δεν χρειάστηκε να φορέσει προσθετική μύτη.

«Νομίζω ότι εκείνο που βγαίνει από την ερμηνεία του είναι η περιπλοκότητα αυτού του ήρωα», είπε ο Ρούπερτ Γκουλντ, ο σκηνοθέτης της παράστασης. «Οπως ο Σάιλοκ, ο ρόλος αυτός είναι από εκείνους που σε προβληματίζουν γιατί έχει χρησιμοποιηθεί σαν ραβδί για να χτυπηθεί η εβραϊκή ταυτότητα. Δεν μπορείς, όμως, να μην τον αντιμετωπίσεις. Χωρίς να αποφεύγει να τονίσει την εβραϊκή διάσταση του Φάγκιν, ο Ρόουαν καταφέρνει τελικά να σκιαγραφήσει ένα πορτρέτο που δεν είναι τελείως αντιπαθητικό».

«Ο Φάγκιν του Ατκινσον είναι ανατριχιαστικά διασκεδαστικός», έγραψε η Σάρα Χέμινγκ στους Financial Times. «Μάτια που λάμπουν σαν τα χρυσαφικά που καταχωνιάζει, είναι γρήγορος, επιδέξιος και πονηρός σαν αλεπού, αστείος και σκοτεινός ταυτόχρονα». Και ο Ματ Γουόλφ, στη «Χέραλντ Τρίμπιουν», εκθειάζει την «αραχνοειδή ευλυγισία του» και τον τρόπο που καταφέρνει να τραγουδά και να χορεύει παρότι δεν διαθέτει καμιά εμπειρία στα μιούζικαλ. «Τα μέλη του κυματίζουν σε αρμονία με τη μουσική του βιολιού στο «Reviewing the Situation» και η βραχνή, μουντή φωνή του ταιριάζει μια χαρά με τον στίχο «Μου είναι δύσκολο να είμαι τόσο μαύρος όσο με περιγράφουν». Είναι τρομακτικός όταν χρειάζεται, δεν φοβάται όμως να φανεί και γελοίος, κάτι που ταιριάζει σ’ ένα μιούζικαλ που ενδιαφέρεται λιγότερο για την ιστορική αληθοφάνεια και περισσότερο για τη διασκέδαση».

  • Σπάνιες εμφανίσεις

Πολύ σπάνια συμβαίνει ένας καλλιτέχνης να είναι τόσο αποφασισμένος όσο ο Ατκινσον να αφήσει μόνο τη δουλειά του να μιλήσει. Οι λιγοστές εμφανίσεις του σε τηλεοπτικά τοκ σόου φέρνουν σε μεγάλη αμηχανία τους παρουσιαστές όποτε κάνουν κάποια ερώτηση έστω και αμυδρά προσωπική. Κάποτε αρνήθηκε να πει σ’ ένα δημοσιογράφο πόσα παιδιά έχει. Σε ένα άλλο ντοκιμαντέρ για τη «Μαύρη Οχιά» στο Gold Channel, νωρίτερα φέτος, περιλαμβάνονταν συνεντεύξεις με τους συγγραφείς, τον Ρίτσαρντ Κέρτις και τον Μπεν Ελτον, και τους ηθοποιούς, όπως ο Τόνι Ρόμπινσον, ο Στίβεν Φράι, ο Χιου Λόρι, η Μιράντα Ρίτσαρντσον. Ολη η παλιοπαρέα, δηλαδή, εκτός από τον Ατκινσον.

Γιατί αυτή η επιφυλακτικότητα; Ολα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μεγάλο αίνιγμα, κανένα κλισέ για εσωτερική σύγκρουση και τα δάκρυα του παλιάτσου. Ο Ατκινσον, που φέτος θα κλείσει τα 54 χρόνια του, απλώς φαίνεται να μη διαθέτει το γονίδιο της σοουμπίζνες. Εχει μια προσωπική ενδοχώρα οικογενειακής ζωής και πάθους για τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, και το κλειδί της λαμπρής κωμικής του επίδοσης ίσως είναι το ότι τη βλέπει σαν δουλειά και τίποτα παραπάνω. Οπως λέει ο Ρούπερτ Γκουλντ: «Είναι ένας πολύ συγκρατημένος, αθόρυβος άνθρωπος, κι έτσι δεν νιώθεις πως ζητάει απεγνωσμένα να προκαλέσει ένα γέλιο. Μερικοί κωμικοί λαχταρούν τόσο πολύ να σε κάνουν να γελάσεις που εξωθούνται σε αχρείαστες ακρότητες, ενώ με τον Ρόουαν νιώθεις ότι το απολαμβάνει, όπως απολαμβάνει τον βόμβο της μηχανής ενός από τα αγαπημένα του αυτοκίνητα. Είναι μια προσωπική εμπειρία γι’ αυτόν, πράγμα που σημαίνει ότι αδιαφορεί για τη χυδαιότητα και το φτηνό αστείο».

Η ηθοποιία δεν ήταν «στο αίμα του», όπως λένε. Γιος αγροτών, ο μικρότερος από τρία αγόρια, μεγάλωσε σε μια φάρμα κοντά στο Νιούκαστλ και πήγε στο γυμνάσιο του Ντάρχαμ, όπου οι συμμαθητές του τον πείραζαν λέγοντας πως μοιάζει με εξωγήινο. Στο ίδιο σχολείο, δυο τάξεις παραπάνω, φοιτούσε ο Τόνι Μπλερ, τον οποίο ο διευθυντής περιγράφει ως «εξωστρεφή» σε σύγκριση με τον Ατκινσον, που ήταν «ντροπαλός και με ελαφρό τραύλισμα». Πήγε στο Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ όπου σπούδασε μηχανολογία και κατόπιν έκανε το μεταπτυχιακό του στο Queen’s College της Οξφόρδης.

Οταν εμφανίστηκε στην ομάδα συγγραφής θεατρικών σκετς της Οξφόρδης, ο συμφοιτητής του Ρίτσαρντ Κέρτις θυμάται πως καθόταν ακίνητος σε μια γωνιά χωρίς να λέει τίποτα. «Στις τρεις πρώτες συναντήσεις είχε μείνει τελείως βουβός. Και ξαφνικά, όταν ήταν ν’ αποφασίσουμε τι υλικό θα παρουσιάζαμε και είχαμε δοκιμάσει διάφορα νούμερα επί μήνες, ο Ρόουαν σηκώθηκε πάνω και εκτέλεσε δύο εκπληκτικά σκετς αφήνοντάς μας άναυδους».

Ο Ατκινσον έλαμψε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και έκανε περιοδείες με τον Ανγκους Ντέιτον ως κωμικό ντουέτο. Συμμετείχε κατόπιν στην πρωτοπόρα εκπομπή εναλλακτικής κωμωδίας «Not the Nine O’Clock News». Και ήρθε κατόπιν η φοβερή τηλεοπτική σειρά «Μαύρη Οχιά», το κωμικό χρονικό της αγγλικής ιστορίας, που έχει ανέβει πλέον στο βάθρο του κλασικού. Στα τελευταία επεισόδια, που εκτυλίσσονται στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ατκινσον έπλασε έναν κυνικό αντιήρωα αντάξιο του Γιοσαριάν στο «Κατς-22». Το κλίμα κορυφώθηκε όταν ο «Μαυροχιάς» παρίστανε τον τρελό σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγει από το πιο παρανοϊκό πολεμικό σφαγείο της Ιστορίας.

«Θυμάμαι μόνο ότι ένιωσα μια σκοτεινή κατάρα να πέφτει πάνω στον ήρωά μου», είπε ο Ατκινσον. «Ενας παράξενος κόμπος έσφιξε το στομάχι μου. Ηταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ως ηθοποιός αυτή την καταδίκη να βαραίνει τον ήρωα που έπαιζα».

  • Αψογος οικογενειάρχης με πάθος στα αυτοκίνητα

Εχει παρατηρηθεί έκτοτε ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο ασυμβίβαστα στρατόπεδα όσον αφορά τον Ατκινσον. Τους θαυμαστές της «Μαύρης Οχιάς» και τους θαυμαστές του «Μίστερ Μπιν», της επόμενης ενσάρκωσης του Ατκινσον. Η πρώτη ξεκίνησε στο BBC2 σαν μια κουλτουριάρικη σάτιρα με έξυπνα λογοπαίγνια στην παράδοση των Μόντι Πάιθον. Ο «Μίστερ Μπιν», στο ITV, βασιζόταν σε «σωματικό» χιούμορ με ελάχιστο διάλογο, στην παράδοση του Μπένι Χιλ. Ηταν μια τηλεοπτική σειρά που κατάφερε να ξεπεράσει τα πολιτιστικά σύνορα και να γίνει δημοφιλής σε εκατοντάδες χώρες. Η κινηματογραφική εκδοχή «Bean», του 1997, εισπράττοντας 12 εκατομμύρια στερλίνες, έγινε η πιο επικερδής βρετανική ταινία όλων των εποχών και ακολούθησε, με μικρότερη επιτυχία, το «Mr Bean’s Holiday». Εκανε διάφορες εμφανίσεις σε χολιγουντιανές ταινίες, αν και ο ίδιος κάποτε είπε ότι η μόνη ταινία για την οποία είναι υπερήφανος που συμμετείχε είναι η «Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία».

Ο Ρόουαν Ατκινσον, που ο ευρωσκεπτικιστής αδελφός του, ο Ρόντνεϊ, υπήρξε υποψήφιος του βρετανικού Κόμματος Ανεξαρτησίας, έκανε μια από τις σπάνιες πολιτικές παρεμβάσεις του όταν συμμετείχε στην επιτυχημένη καμπάνια ενάντια στην πρόθεση της κυβέρνησης να θέσει εκτός νόμου την «πρόκληση θρησκευτικού μίσους», υποστηρίζοντας ότι έτσι θα ποινικοποιούνταν όλα τα ανέκδοτα για καθολικούς, μουσουλμάνους, Εβραίους κ.ο.κ.

Το 15% που διαθέτει στην κινηματογραφική και τηλεοπτική εταιρεία Tiger Aspect τον έχει βοηθήσει να αποκτήσει μια προσωπική περιουσία που εκτιμάται μεταξύ 65 και 100 εκατομμυρίων στερλινών. Μια συνηθισμένη μέρα, το πιθανότερο είναι να βρίσκεται στο σπίτι του στο Τσέλσι, όπου μένει με τη γυναίκα του (γνώρισε τη Σανέστρα Σάστρι όταν εκείνη δούλευε ως μακιγιέζ στη «Μαύρη Οχιά») και τα δυο παιδιά τους, τη Λίλι και τον Μπέντζαμιν. Μπορεί επίσης να οδηγεί αυτοκίνητα go-cart στο γήπεδο τένις του εξοχικού του, μιας πρώην οικίας εφημερίου στο Γουοτερπέρι, ένα χωριό του Οξφορντσάιρ. Η μεγάλη πολυτέλεια που επιτρέπει στον εαυτό του είναι να συλλέγει σπορ αυτοκίνητα-αντίκες και να τα οδηγεί σε εκδηλώσεις όπως το Goodwood Festival of Speed.

«Σίγουρα δεν είναι εργασιομανής», είπε ο Τζον Λόιντ, παραγωγός του εδώ και χρόνια. «Μου είπε κάποτε ότι δεν τρελαίνεται να βρίσκεται μέσα στη σοουμπίζνες, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να μπορεί να αγοράζει τα αυτοκίνητα που του αρέσουν. Γι’ αυτό, πιστεύω, στις συνεντεύξεις κρίνει ότι η ιδιωτική του ζωή δεν αφορά κανέναν. Δεν υπάρχει άλλωστε τίποτα να γραφτεί που να βγάζει άπλυτα στη φόρα. Απλώς, είναι ένας άψογος οικογενειάρχης». [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009]

Where Am I?

You are currently browsing the Ατκινσον Ρόουαν category at Κείμενα.