Ο Καραγκιόζης στο Μέτωπο

December 24, 2009 § Leave a comment

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΤΟΥ 1940. ΚΑΠΟΥ ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΠΟΥΝΤΑΤΟΡΙ, ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΕΜΠΕΣΙΝΑ

  • Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, TA NEA, Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Είναι δυο μέρες τώρα που το χιόνι πέφτει πυκνό και οι Ιταλοί έχουν πάψει να βομβαρδίζουν τις ελληνικές θέσεις με το βαρύ τους πυροβολικό. Η απόλυτη ησυχία, αντί να ηρεμεί, κρατάει τα νεύρα σε υπερένταση στις ελληνικές θέσεις, οι οποίες έχουν προκεχωρημένα φυλάκια, αλλά το έδαφος και η διαμόρφωσή του δεν ευνοεί την ανάπτυξη ούτε επιθετικών σχεδίων ούτε εξασφαλίζει αμυντικές στρατηγικές. Στον πιο προχωρημένο λόχο, κοντά στα πρανή του υψώματος, αλλά μέσα στο βεληνεκές του εχθρικού πυροβολικού και σχεδόν με αιθρία, ορατός στόχος του οι Έλληνες στρατιώτες, έκθετοι στα κρυοπαγήματα και ψειριασμένοι έως τον λαιμό, άγρυπνοι, χωρίς εφοδιασμό εδώ και μια εβδομάδα περιμένουν την τελική επίθεση των Ιταλών.

Ο λοχαγός, ένας Ρουμελιώτης ντόμπρος και νηφάλιος σαραντάρης, έχει αντιληφθεί και τον εχθρικό κλοιό και τα ενδεχόμενα μιας επίθεσης και την καταθλιπτική κατάσταση των στρατιωτών του. Μέσα στο πρόχειρο αμπρί του έχει καλέσει τον υπολοχαγό και δύο ανθυπολοχαγούς, τους λοχίες και τους δεκανείς. «Αν μπορούσαμε να τους απασχολήσουμε με κάτι», είπε ο λοχαγός. «Δεν υπάρχει κανένας μουσικός, κανένα ακορντεόν, μια φλογέρα, βρε αδερφέ, να στήσουμε μια πρόχειρη γιορτή, να πούμε όλοι μαζί τα κάλαντα, να ξεχαστούμε;». «Μουσικό δεν ξέρω και δεν άκουσα κανένα όργανο μήνες τώρα», είπε ο λοχίας. «Σταθείτε, αυτό είναι», είπε ένας Πειραιώτης ανθυπολοχαγός. «Έχω στη διμοιρία μου έναν Καραγκιοζοπαίχτη, πολύ γνωστό στον Πειραιά, τον Μίμαρο. Ένα πανέξυπνο μούτρο, αν και λίγο ζευζέκης. Αλλά τι μπορεί να κάνει χωρίς τα εργαλεία του;». «Πήγαινε να τον φωνάξεις αμέσως», πρόσταξε ο λοχαγός. Σε λίγο φάνηκε στη θύρα της σκηνής ένας αλλοσούμπαλος φαντάρος, κοντόχοντρος, με αρχινισμένη φαλάκρα, κόκκινη μύτη και μαύρο μουστάκι, όχι άψογα ντυμένος, πράγμα συνηθισμένο στις συνθήκες εκείνες, αλλά σ΄ αυτόν η ακαταστασία έμοιαζε μάλλον γονιδιακή!!

«Είσαι πράγματι Καραγκιοζοπαίχτης, στρατιώτη;» ρώτησε ο λοχαγός. «Πώς σε λένε;». «Έχω την τιμή να παρουσιαστώ, στρατιώτης Δημήτρης Μεϊμάρογλου». «Μίμαρος, δεν είσαι, ρε;», ρώτησε ο λοχίας. «Είναι το παρατσούκλι μου και το καλλιτεχνικό», είπε υπομειδιώντας ο στρατιώτης. «Άκου με με προσοχή, φαντάρε», είπε ο λοχαγός. «Βρισκόμαστε, όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, σε κλοιό και ο Θεός να βάλει το χέρι του πόσοι θα γλιτώσουμε αν οι “πετεινοί” ρίξουν πάνω μας χαλάζι τις οβίδες και τους όλμους. Ως Έλληνες δεν κιοτεύουμε, αλλά όπως θα ξέρεις κι από την Ιστορία του Δημοτικού, οι τριακόσιοι του Λεωνίδα πριν από τη μάχη στα Θερμοπύλια χτενίζονταν και σενιαρίζονταν για να πάνε όμορφοι στον Άδη και ο Διάκος, πιο πέρα από τα Θερμοπύλια, στην Αλαμάνα, πριν πλακώσει ο Ομέρ Βρυώνης χόρευε και τραγουδούσε με τα λίγα παλικάρια του και πιο πάνω στο Χάνι της Γραβιάς ο Οδυσσέας ο Ανδρούτσος περιμένοντας τον εχθρό έψηνε αρνιά και γλεντοκοπούσε. Εμείς όργανα να χορέψουμε δεν έχουμε, αρνιά να ψήσουμε δεν έχουμε ούτε λουτρά κι αρώματα να σενιαριστούμε. Παίξε, με Καραγκιόζη να γελάσουμε, να πάμε χαρούμενοι στο Χάρο». «Κύριε λοχαγέ», είπε ο Μίμαρος, «πώς να παίξω, δεν έχω εργαλεία, μπερντέ, φιγούρες ασετυλίνη, δεν έχω βοηθό». «Με τη φωνή, μονάχα με τη φωνή, μάστορα», είπε πετάγοντας ο Πειραιώτης ανθυπολοχαγός, «σ΄ έχω ακούσει να μιμείσαι τις φιγούρες διασκεδάζοντας τους φαντάρους στο συσσίτιο».

«Αν φτάνει αυτό, μετά χαράς», είπε ο μάστορας. «Τι θέλετε, τον Καραγκιόζη Νύφη, Γραμματικό, τον Κατηραμένο Όφι, τη Νίλα του Δράμαλη ή τον Καπετάν Γκρη; Εκτός αν πεθυμάτε τον Καραγκιόζη Προφήτη». «Αυτό», είπε ο λοχαγός. «Πες καμιά καλή προφητεία και για το πεπρωμένο μας. Δώσε ελπίδα». «Εντάξει, κύριε λοχαγέ. Και πού θα παίξω;». «Εδώ, δίπλα στο μαγκάλι με τους κυρίους αξιωματικούς τριγύρω και τους φαντάρους απ΄ έξω, δεν χωράνε μέσα. Ευτυχώς που το χιόνι αραίωσε».

Οι αξιωματικοί αμολήθηκαν στο στρατόπεδο και ξεσήκωσαν τους στρατιώτες, οι οποίοι δύσθυμοι, κουρασμένοι και άγρυπνοι, αξύριστοι, με το ζόρι μαζεύτηκαν έξω από το αμπρί του λοχαγού. Ο Μίμαρος κάθησε πάνω σ΄ έναν ενσωματωμένο βράχο στη σκηνή και χωρίς φιγούρες, χωρίς μπερντέ, χωρίς κλαρίνο άρχισε να «παίζει» τον Καραγκιόζη Προφήτη. Περνούσε από τη μια φωνή στην άλλη και για όσους τον έβλεπαν (οι αξιωματικοί, οι στρατιώτες μόνο τον άκουγαν) κουνούσε με επιδεξιότητα τα χέρια του χειριζόμενος φανταστικές φιγούρες. Είχε κέφια, οίστρο, ευρήματα, λεκτικό χείμαρρο, ξεκαρδιστικές ατάκες και το υπέροχο λαϊκό χιούμορ, την ειρωνεία και την αριστοφανική ευφορία του ελληνικού Θιάσου Σκιών.

Οι φαντάροι και οι αξιωματικοί σιγά σιγά λύθηκαν, παραδόθηκαν στη γοητεία του αρχιμάστορα και αφέθηκαν στις παιδικές τους αναμνήσεις, όπου ο Καραγκιόζης κυριαρχούσε στη λαϊκή διασκέδαση, μεγάλων και μικρών.

Advertisements

Ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου

December 20, 2009 § Leave a comment

Σε προηγούμενη επιφυλλίδα μίλησα για τις διεθνείς τύχες του Φιλοκτήτη και την καλλιτεχνική εκμετάλλευση της περιπέτειάς του με άξονα τρία μείζονα θέματα: τον πόνο, την εξορία και την πολιτική. Σήμερα, καθώς το Ετος Ρίτσου προσεγγίζει το τέλος του, θα αναφερθώ στον δικό του «Φιλοκτήτη», ο οποίος δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί στα θέματα που κυριαρχούν στη διεθνή πρόσληψη του σοφόκλειου ήρωα.

Ο δραματικός μονόλογος του Ρίτσου αποκλίνει από το δράμα του Σοφοκλή και τις σύγχρονες εκδοχές του με ποικίλους τρόπους. Στο ποίημα ο μόνος ομιλητής είναι ο Νεοπτόλεμος και όχι ο Φιλοκτήτης, που παραμένει σιωπηλός καθ΄ όλη τη διάρκειά του και αναφέρεται μόνο στον τίτλο του ποιήματος. Ο Οδυσσέας δεν εμφανίζεται καθόλου ενώ δεν υπάρχει χορός ή αναφορά σε πόνο, απάτη ή από μηχανής θεό. Αυτές και άλλες διαφορές προσθέτουν στην περιπλοκότητα του ποιήματος, χωρίς να αποκλείουν βέβαια τους παραλληλισμούς με το αρχαίο κείμενο.

Ο πιο συστηματικός μελετητής του ποιήματος του Ρίτσου, ο Πίτερ Μπιν, υποστήριξε ότι ο ποιητής χρησιμοποίησε τον μύθο του Φιλοκτήτη ως έναν οικονομικό τρόπο για να αποτυπώσει όλη την ελληνική ιστορική εμπειρία, επισημαίνοντας μάλιστα ότι «η σημαντικότερη πολιτική αλλαγή στη ζωή του ίδιου του Ρίτσου, όπως και του Σοφοκλή, ήταν η διάσπαση της ενότητας των Ελλήνων». Και άλλοι όμως μελετητές διάβασαν τον μονόλογο του Ρίτσου πολιτικά, παρασυρμένοι μάλλον από την έκβασή του. Η πολιτική ανάγνωση του ποιήματος δεν είναι πλήρως πειστική και τούτο γίνεται εμφανές από τους πρώτους στίχους, όπου οι πληγές του Φιλοκτήτη και της γενιάς του αντιπαρατίθενται στις «αθέατες πληγές» του Νεοπτόλεμου και της δικής του γενιάς. Για τον Νεοπτόλεμο το προσωπικό τραύμα είναι πιο σημαντικό από το ιστορικό και όντας ο πρωταγωνιστής του μονολόγου η έμφαση μετατίθεται στον δικό του κόσμο.

Κάθε πολιτική ανάγνωση του ποιήματος πρέπει να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: Γιατί ο Ρίτσος προβάλλει τόσο τον Νεοπτόλεμο καθιστώντας αυτόν, και όχι τον Φιλοκτήτη, πρωταγωνιστή του μονολόγου; Μια πιθανοφανής απάντηση θα ήταν ότι ο Νεοπτόλεμος συμβολίζει τη νεότητα δεδομένου ότι στο ποίημα αναφέρεται ως «Νέος» και σε αντίθεση με τον Φιλοκτήτη δεν μπορεί να συνδεθεί με προηγούμενα ιστορικά ή πολιτικά γεγονότα. Αντιπροσωπεύοντας τη νεολαία, ο Νεοπτόλεμος δεν αγνοεί το παρελθόν, επιδιώκει όμως και τη χειραφέτησή του από τους νεκρούς. Ανακαλεί την παιδική του ηλικία και τον φόβο του πατέρα για να αναδείξει την εσωτερική του μοναξιά. Ο «Φιλοκτήτης» αρχίζει να γράφεται την εποχή που ο Ρίτσος δημοσιεύει τα δώδεκα ποιήματά του για τον Καβάφη (1963) και εικονογραφείται, όπως και τα καβαφικά ποιήματα, με σχέδια του Β. Βασιλειάδη που αναπαριστούν γυμνά σώματα ή ημίγυμνους άνδρες, ενώ η πρώτη έκδοσή του (1965) είχε τον υπότιτλο σε παρένθεση «Υστατο προσωπείο». Ο μονόλογος του Ρίτσου είναι ένα ποίημα ταυτότητας και ένα παιχνίδι με μάσκες. Σε αυτό ο ποιητής προσπαθεί να συμφιλιώσει δύο πλευρές του εαυτού, με τον Νεοπτόλεμο, ως πιο ανθρώπινο και λιγότερο πολεμιστή, να αντιπροσωπεύει την ιδιωτική πλευρά του εγώ και τον Φιλοκτήτη, ταυτισμένο με τον πόλεμο και τη νίκη, να συμβολίζει τη δημόσια. Μπορεί ο Φιλοκτήτης στο τέλος να αποφασίζει να εγκαταλείψει την εξορία του, το ποίημα όμως περιστρέφεται γύρω από τον ευάλωτο και ευαίσθητο Νεοπτόλεμο. Το ποίημα του Ρίτσου δεν αφορά σύγκρουση ή απάτη αλλά συνιστά ένα είδος στοχαστικής αυτοβιογραφίας, εκφράζοντας την επιθυμία για κατανόηση και αποπνέοντας έναν λανθάνοντα ερωτισμό. Ο Ρίτσος μετεωρίζεται μεταξύ ιστορικής πληγής και ψυχικού τραύματος, ιδεολογικού καθήκοντος και ιδιωτικής ενδοσκόπησης, πράξης και προσωπείου, πολέμου και φιλίας. Το ποίημα εκφράζει περισσότερο ένα δίλημμα παρά την ιδέα της στράτευσης, μολονότι το τέλος του δίνει την εντύπωση ότι κλίνει προς τη δεύτερη. Αν ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή είναι μια ιστορία πόνου, απάτης και του πώς κερδίζεται ο πόλεμος, ο μονόλογος του Ρίτσου είναι πιο αμφίσημος σε σχέση με άλλες, παλαιότερες και σύγχρονες, εκδοχές του μύθου. Εστιάζοντας στον Νεοπτόλεμο και όχι στον Φιλοκτήτη, ο Ρίτσος προσθέτει μια νέα διάσταση στη σύγχρονη πρόσληψη του μύθου και αναβιώνει την παλιά συζήτηση ως προς το ποιος είναι ο πραγματικός ήρωας της τραγωδίας. Το ποίημα ως τώρα έχει διαβαστεί σε σχέση με την ιστορία και την πολιτική αναγκαιότητα, μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί ως αυτοβιογραφική ιστορία μοναξιάς και αναστοχασμού («Γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και πού επιστρέφουμε;»). Ο δραματικός μονόλογος του Ρίτσου μας καλεί εντέλει να διαλέξουμε μεταξύ της μυθοποίησης της ιστορίας και της μυθοποίησης του εαυτού και να ξανασκεφθούμε την προσέγγιση της ποίησής του συνολικά.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε κάποια στροφή στην ανάγνωση σημαντικών ελλήνων ποιητών. Για παράδειγμα, τα συντομότερα και λυρικότερα ποιήματα του Παλαμά (π.χ., «Φοινικιά») ανακαλύπτονται εις βάρος των μεγαλύτερων και πιο αφηγηματικών ποιημάτων του, ενώ ο Αναγνωστάκης ξαναδιαβάζεται ως υπαρξιακός παρά ιδεολογικός ποιητής. Ανάλογα και ο Ρίτσος (ιδιαίτερα τα ύστερα ποιήματά του και πεζά) φαίνεται να εκτιμάται τελευταία περισσότερο ως ερωτικός ή ακόμη και ως κρυφά ομοερωτικός ποιητής και λιγότερο ως πολιτικός βάρδος. Η ανάγνωση μάλιστα του «Φιλοκτήτη», την οποία επεχείρησα εδώ κάπως σχηματικά, ίσως ενθαρρύνει ακόμη περισσότερο μια τέτοια επανεκτίμηση.

  • Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βirmingham της Αγγλίας.

Where Am I?

You are currently viewing the archives for December, 2009 at Κείμενα.