Το ελληνικό θέατρο στον πόλεμο και την κατοχή

November 5, 2009 § Leave a comment

  • Της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΥ

Το ιταλικό τελεσίγραφο και η κήρυξη του πολέμου αιφνιδίασαν σύσσωμο τον ελληνικό θεατρικό κόσμο. Αρκετοί ηθοποιοί επιστρατεύτηκαν, οδηγώντας τους θιασάρχες σε ανακατατάξεις και βέβαια σε αναθεωρήσεις των ρεπερτορίων. Το ενδιαφέρον στράφηκε στα πολεμικά τεκταινόμενα και ο καλλιτεχνικό κόσμος επικεντρώθηκε στην εμψύχωση του στρατευμένου πληθυσμού, στην ενθάρρυνση των συγγενών αλλά και γενικότερα στην τόνωση του ελληνικού φρονήματος.

  • Οι επιθεωρήσεις

Το μόνο θεατρικό είδος που θα μπορούσε να είναι διαρκώς επίκαιρο -να παρακολουθεί τις πολεμικές εξελίξεις- αλλά και ταυτόχρονα να έχει εύθυμο χαρακτήρα ήταν η επιθεώρηση. Όλοι οι συγγραφείς του είδους έσπευσαν να διακωμωδήσουν τις ιταλικές στρατιωτικές αποτυχίες με τα πολεμικά έργα: Πολεμικά Παναθήναια, Νοκ-άουτ, Κορόιδο Μουσολίνι, Πολεμικές καντρίλιες, Πρωτοβρόχια, Φινίτο λα μούζικα, Μπράβο κολονέλο, Μπέλλα Γκρέτσια, Πολεμική Αθήνα, Μπόμπα, Αθήνα-Ρώμη και φεύγουμε.

Στην επιθεώρηση Μπέλλα Γκρέτσια του Μίμη Τραϊφόρου στο θέατρο «Μοντιάλ» η Σοφία Βέμπο πρωτοτραγούδησε «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» προκαλώντας συγκίνηση, με αποτέλεσμα να ανακηρυχθεί η εθνική ερμηνεύτρια, η φωνή της εμπόλεμης Ελλάδας. Τα σατιρικά τραγούδια της όπως «Στον πόλεμο βγαίν’ ο Ιταλός» και «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» ηχογραφούνται, ακούγονται σε όλα τα ελληνικά ραδιόφωνα και τραγουδιούνται ακόμα και στα πεδία των μαχών.

  • Γερμανική κατοχή

Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή, στις 12 Μαΐου 1941, επιβλήθηκαν οι πρώτες απαγορεύσεις της «Διευθύνσεως Λαϊκής Διαφωτίσεως» -η οποία λειτουργούσε ήδη από τη μεταξική δικτατορία- προς τους θιασάρχες. Την ώρα που η λογοκρισία επισκίαζε κάθε θεατρική δραστηριότητα, οι συγγραφείς κατάφερναν να ελίσσονται με υπαινικτικές αναφορές. Οι θιασάρχες ήταν υποχρεωμένοι απ’ τη μια να υποστηρίξουν τη γερμανική δραματουργία και απ’ την άλλη απαγορευόταν αυστηρά να παραστήσουν από σκηνής έργα συγγραφέων των συμμαχικών χωρών! Οι θίασοι (της Κατερίνας, των Βεάκη – Μανωλίδου – Παπά – Δενδραμή, του Θεάτρου Τέχνης κ.ά.) κατέφευγαν σε τεχνάσματα «γαλλοποιώντας» ή μετονομάζοντας τους τίτλους έργων -κυρίως αμερικανικών και σοβιετικών- και τα ονόματα των συγγραφέων. Σε περίπτωση αποκάλυψης των επινοημάτων των καλλιτεχνών οι κυρώσεις που επιβάλλονταν ήταν χρηματικά πρόστιμα, κλείσιμο θεάτρων και συλλήψεις.

Σε σημαντική προσωπικότητα του θεάτρου κατά την περίοδο της Κατοχής αναδείχθηκε ο Βασίλης Ρώτας. Το 1942 ίδρυσε το «Θεατρικό Σπουδαστήριο», όπου δίδαξαν σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής (Αυγέρης, Σιδέρης, Τσαρούχης, Φωκάς κ.ά.), ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του δίνονται παραστάσεις σε σχολεία και σε θέατρα, είτε δωρεάν είτε συγκεντρώνοντας τις εισπράξεις υπέρ του αγώνα της Αντίστασης. Πολλοί συγγραφείς αλλά και ηθοποιοί εντάχθηκαν στους κόλπους της Εθνικής Αντίστασης και καταδιώχθηκαν από τον κατακτητή, όπως η Ρένα Ντορ, ο Σπύρος Πατρίκιος, η Φρόσω Κοκόλα, ο Γιάννης Βεάκης, ο Πέλος Κατσέλης, η Δανάη Στρατηγοπούλου, η μούσα του Αττίκ, ο οποίος λίγο πριν την απελευθέρωση αυτοκτόνησε μη μπορώντας να ανεχθεί τον εξευτελισμό της Κατοχής. Απαξιωτικό τέλος βρήκε τον τενόρο Λεάνδρο Καβαφάκη και τις ηθοποιούς Μανταλένα Χατζοπούλου και Λέλα Καραγιάννη, οι οποίοι εκτελέστηκαν τον Αύγουστο του 1944 στο Δαφνί.

Το 1942 ιδρύθηκε και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναφέρεται στην παράτολμη πρωτοβουλία: «…Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας». Η εναρκτήρια παράσταση του νεοσύστατου θεάτρου ήταν στις 7 Οκτωβρίου 1942 με την Αγριόπαπια του Ίψεν. Ακολούθησαν έργα των Ξενόπουλου, Πιραντέλο, Στρίντμπεργκ, Λόρκα, Μαξίμ Γκόρκι, Γ. Σεβαστίκογλου κ.ά. Το 1943 ιδρύθηκε ο «Όμιλος Φίλων του Θεάτρου Τέχνης», με σκοπό την ανάπτυξη δεσμών ανάμεσα στους θεατές και το θέατρο.

  • Το «θέατρο του βουνού»

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής γεννιέται στην ελληνική επαρχία, στους ορεινούς όγκους, το «θέατρο του βουνού», το θεατρικό είδος που υπηρέτησε πιστά τον αντιστασιακό αγώνα. Το 1944 ο Βασίλης Ρώτας ίδρυσε το «Θεατρικό όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», στον οποίο συμμετείχαν αντάρτες ερασιτέχνες ηθοποιοί, αλλά και επαγγελματίες. Παράλληλα, στα βουνά της Ηπείρου δραστηριοποιείται ο θίασος «Λαϊκή Σκηνή» με πρωτεργάτη τον φιλόλογο και ποιητή Γ. Κοτζιούλα και τη σύμπραξη της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Το δραματολόγιο του «θεάτρου του βουνού» αποτελείτο κυρίως από πρωτότυπα αυτοσχέδια έργα, τα οποία θεματολογικά σχετίζονταν με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, τις δυσκολίες επιβίωσης των ανταρτών στα αφιλόξενα ελληνικά βουνά κ.ά. Τα έργα, κάποιες φορές άτεχνα αλλά πάντα εκφραστικά, παριστάνονταν σε σχολεία και πλατείες της ελληνικής επαρχίας, αντανακλώντας τις αγωνίες και προσδοκίες του μαχόμενου έθνους.

* Η Κ. Διακουμοπούλου είναι θεατρολόγος

  • Η ΑΥΓΗ: 30/10/2009
Advertisements

Ανθρώπινες ιστορίες από μια χώρα που εξαφανίστηκε

November 1, 2009 § Leave a comment

  • Ο συγγραφέας και περφόρμερ, η θεατρολόγος ακτιβίστρια και ο βιοχημικός που στράφηκε στη θεολογία σε ένα ταξίδι αναμνήσεων και προσωπικών μαρτυριών. Τρεις διαφορετικές περιπτώσεις με έναν κοινό παρονομαστή

  • της ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Από το ανεξάντλητο υλικό που προσφέρει το Βερολίνο ως πόλη του Τείχους, χωρισμένη και ξανά ενωμένη, βαραίνοντας πάνω σε συνειδήσεις με κοινές για όλους ημερομηνίες αλλά και με ανόμοιες συλλογικές εμπειρίες ή διαφορετικά προσωπικά βιώματα, συγκέντρωσα τρεις υποκειμενικές ιστορίες. Αφορούν ανθρώπους που προέρχονται από μια χώρα που εξαφανίστηκε. Αναφέρονται στο παρελθόν κάποιων που κατάφεραν να δραπετεύσουν και κάποιων άλλων που θεληματικά έμειναν στο ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας. Οι ιστορίες συμπίπτουν στο ότι καθένα από τα πρόσωπα ήρθε σε επαφή με την Εκκλησία, κυρίως όμως στο ότι αμφισβήτησε χωρίς να συμβιβαστεί τις καθημερινές πρακτικές και μυθολογίες σε ένα κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού.

  • Ο «ασυμμόρφωτος γιος» του συντρόφου

Ο Ούβε Μένιελ, εικαστικός καλλιτέχνης, συγγραφέας και περφόρμερ που ζει σήμερα στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη, είναι ένας από αυτούς που έφυγαν. Πέρασε κρυφά τα σύνορα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1974, στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, μέσα σε μια βαλίτσα. Εννέα μήνες κράτησε η προετοιμασία της φυγής. Τον βοήθησαν τρεις άνθρωποι με κίνδυνο να καταδικαστούν σε πενταετή φυλάκιση.

«Πρώτος σταθμός ήταν το Δυτικό Βερολίνο. Ακολούθησαν η Βιέννη, το Μόναχο και το Αμστερνταμ. Το 1977 έφθασα στη Νέα Υόρκη. Εξι εβδομάδες διέσχιζα τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα δυτικά προς τα ανατολικά με λεωφορείο. Και ήταν η Μέρεντιθ Μονκ αυτή που μου γνώρισε πολλούς νεοϋορκέζους καλλιτέχνες. Για πολλούς που άφησα πίσω ήμουν ένας εχθρός του κράτους, καταζητούμενος. Μόνο από αεροπλάνο μπορούσα να ξαναδώ τον τόπο μου. Ηξερα, 29 χρόνων, ότι γυρισμός δεν υπάρχει. Αντίθετα, υπήρχε οριστική ρήξη με την οικογένειά μου, με τη χώρα».

«Το τέλος του Τείχους με βρήκε σε μια οφθαλμολογική κλινική της Νέας Υόρκης να βλέπω τον πατέρα Μπους και τον Γκορμπατσόφ στην τηλεόραση. Λίγο αργότερα, στο Λόουερ Ιστ Σάιντ, στο σπίτι όπου έμενα με την αμερικανίδα γυναίκα μου, γλύπτρια κι αυτή, μου τηλεφώνησε μια φίλη από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας για να μου πει ότι πηγαινοέρχονται στο Δυτικό Βερολίνο. Προσπάθησα να βρω εισιτήριο να πάω κι εγώ. Δεν υπήρχαν θέσεις, ήταν όλες κλεισμένες. Στη Γερμανία γύρισα χωρίς τη γυναίκα μου. Ηθελα να είμαι μόνος. Τότε αυτή με ειδοποίησε ότι ήρθε το τέλος της κοινής μας ζωής. Το βράδυ των Χριστουγέννων του 1989, αν και δεν είχα μαζί μου χαρτιά, με άφησαν να περάσω από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο. Επιστρέφοντας από εκεί, χωρίς κανέναν πια έλεγχο, μου ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα». Ο Ούβε Μένιελ, γιος του πολιτικού ακτιβιστή Ερνστ Μένιελ που ανέβηκε στην ιεραρχία του κόμματος χάρη στη δράση του τον καιρό της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης, έζησε τα παιδικά χρόνια του στην πόλη Γκέρα. Σε μια βίλα που προπολεμικά ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη εργοστασίου πορσελάνης. Η μητέρα του Αννα Εμα Μπέρτα επεφύλαξε εντελώς αναπάντεχα στον νεκρό σύζυγό της θρησκευτική κηδεία. Ο πάστορας το αποδέχθηκε, το γεγονός όμως προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες των κομματικών στελεχών, την τιμωρία του σοσιαλιστή διευθυντή του σχολείου που έκανε το λάθος να στείλει σε μια τέτοια κηδεία τους συμμαθητές του γιου, να τιμήσουν έναν «μεγάλο σύντροφο». Ο Κλάους και η Ντόρις, τα αδέλφια του Ούβε, υπηρέτησαν πιστά το κόμμα και κατέλαβαν υψηλές κρατικές θέσεις. Με τον αδελφό του, υπερασπιστή του Τείχους, που βίωσε τη φυγή στη Δύση ως έσχατη προδοσία, οι σχέσεις του δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ. Αφότου έφυγε ο Ούβε πέρασαν 20 χρόνια ώσπου να συναντήσει ξανά την αδελφή του. Το 1991 μίλησε για πρώτη φορά στο τηλέφωνο με τη γριά μάνα του. Και όταν έγινε 50 χρόνων, το 1995, προσπάθησε να τους δει όλους μαζί. Για τα γενέθλιά του η οικογένεια βρέθηκε για μία ακόμη φορά στην Γκέρα. «Σε αυτόν τον εμφύλιο πόλεμο τους είχα ζητήσει να με συγχωρέσουν».

Από το ινστιτούτο για την εκπαίδευση δασκάλων ο δεκαεξάχρονος Ούβε Μένιελ με την προνομιακή μεταχείριση εκδιώχθηκε γιατί μίλησε στην παρέα του αρνητικά για το Τείχος. Η διαγραφή του από τη Νεολαία του κόμματος ύστερα από δίκη, με τους ίδιους τους συμμαθητές του να ψηφίζουν φανερά τον αποκλεισμό του, κόστισε ακριβά σε όσους αρνήθηκαν την αποπομπή του. «Συγκλονίστηκα όταν είδα 21 αντίθετες φωνές και τον δάσκαλό μου της ρωσικής γλώσσας να λένε δημόσια “όχι”». Μετά τον διωγμό του από τη Νεολαία και την εκπαίδευση στάλθηκε εργάτης στην παραγωγή και τελείωσε νυχτερινό σχολείο. Δούλεψε περιστασιακά ως φωτιστής και τεχνικός στο θέατρο, όπου έβρισκαν καταφύγιο πολλοί ανεπιθύμητοι στο καθεστώς, δούλεψε στις προμήθειες για τον σοβιετικό στρατό και στον καινούργιο τομέα των ηλεκτρονικών εφαρμογών. Στο Πανεπιστήμιο Σίλερ της Ιένας άρχισε να σπουδάζει Θεολογία βρίσκοντας εκεί έναν τρόπο να διδαχθεί αρχαία ελληνικά, λατινικά και φιλοσοφία. Η ενεργός συμμετοχή του στο πανεπιστημιακό θέατρο και τα θεατρικά κείμενα με την έμμεση πολιτική κριτική που έγραφε για να παιχτούν στις φοιτητικές γιορτές είχαν ως αποτέλεσμα έναν νέο αποκλεισμό του. «Για τους καθηγητές που μας δίδασκαν μαρξισμό- λενινισμό και ιστορία της γερμανικής εργατικής τάξης και οι οποίοι συνεχώς με έκοβαν σε αυτά τα μαθήματα δεν ήμουν παρά ο ασυμμόρφωτος γιος ενός συντρόφου, ένας που έβλαπτε τη σοσιαλιστική υπόθεση». Μετά την απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο τον περιέθαλψε η Εκκλησία, ο επίσκοπος Θουριγγίας και τον δέχθηκε η Ανωτάτη Εκκλησιαστική Σχολή στο Βερολίνο για να γίνει πάστορας. «Ούτε στη σχολή έμεινα πολύ. Ασκούσα κριτική σε πρακτικές της Εκκλησίας και με κατηγόρησαν για αριστερό εξτρεμισμό. Τότε πέρασα στο κουκλοθέατρο, παρακολούθησα την Σχολή Ερνστ Μπους, ήθελα να γίνω κουκλοπαίκτης. Οταν έγραψα τους διαλόγους για το παραμύθι “Φράου Χόλε” των αδελφών Γκριμ που θα παίζαμε στα σχολεία, αντιμετώπισα τέτοια λογοκρισία και προπαγάνδα που κατάλαβα ότι δεν υπήρχε για μένα μέλλον σε αυτή τη χώρα».

  • «Το 1990 το όνειρο είχε τελειώσει»

Η θεατρολόγος  Ούτα Σόρλεμερ, η οποία τα τελευταία χρόνια κινείται από τη Λειψία στη Βέρνη και από την Πολωνία στις ΗΠΑ, στην Πασαντένα της Καλιφόρνιας, έζησε την πτώση του Τείχους μαζί με εκείνους τους «ενεργούς πολίτες» που αγωνίζονταν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για περισσότερη ελευθερία και μεταρρυθμίσεις, θεωρούμενοι από το κράτος «αντικαθεστωτικοί», «διαφωνούντες».

ΟΥΒΕ ΜΕΝΙΕΛ: «Για πολλούς που άφησα πίσω ήμουν ένας εχθρός του κράτους, καταζητούμενος. Μόνο από αεροπλάνο μπορούσα να ξαναδώ τον τόπο μου»

«Χρόνος ξεσηκωμού ήταν η περίοδος από το καλοκαίρι του 1989 ως τις 9 Νοεμβρίου. Οι σκόρπιες δυνάμεις της αντιπολίτευσης συγκεντρώθηκαν σε σχήματα όπως Ξεκίνημα ΄89- Νέο Φόρουμ, Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, Δημοκρατία Τώρα και Δημοκρατική Διακήρυξη. Ενα μέρος του πληθυσμού ξεθάρρεψε. Ξεκίνησε μιαν “ειρηνική επανάσταση”. Πολλοί με κίνδυνο της ζωής τους ζητούσαν ανανέωση. Το άνοιγμα όμως του Τείχους προκάλεσε ένα ρήγμα στο ρεύμα αυτό, αν και ο ξεσηκωμός συνεχίστηκε για λίγο ακόμη. Το κύμα φυγής, με πλήθη να εγκαταλείπουν τη χώρα, συνετέλεσε στην επανένωση των δύο Γερμανιών βάζοντας τέρμα στην όποια επαναστατική διαδικασία. Πρόσφατα σκέφτηκα ότι η έννοια μιας επανάστασης που η κυοφορία της διακόπτεται με “έκτρωση” μπορεί να αποδώσει εκείνη την εμπειρία. Οσο εξαίσια, γεμάτη ευφορία, τρέλα κι αν ήταν για τον καθένα μας η 9η Νοεμβρίου, επειδή μπορούσαμε επιτέλους να επισκεφθούμε τους φίλους μας, να ταξιδέψουμε, να πάμε περίπατο όπου θέλαμε, άλλο τόσο ήταν και η μέρα που διακόπηκε μια ουτοπία. Εναν “τρίτο δρόμο”, “σοσιαλισμό με δημοκρατία”, σχολεία με ελευθερία λόγου είχαμε αποφασίσει να διεκδικήσουμε. Το 1989 είδα τα όρια αυτών των προσδοκιών, το 1990 το όνειρο είχε τελειώσει».

ΟΥΤΑ ΣΟΡΛΕΜΕΡ: «Πρόσφατα σκέφτηκα ότι η έννοια μιας επανάστασης που η κυοφορία της διακόπτεται με “έκτρωση” μπορεί να αποδώσει εκείνη την εμπειρία»
Πολύ νωρίς, από το σχολείο, η Ούτα αντιμετώπισε τους καταπιεστικούς μηχανισμούς. Δεν έγινε δεκτή στο πανεπιστήμιο, στον εκπαιδευτικό τομέα, γιατί της αποδόθηκε η ιδεολογική απόκλιση του «αντικειμενισμού». Για το καθεστώς ήταν «ένα κόκκινο πανί» ως κόρη του θεολόγου Φρίντριχ Σόρλεμερ, ο οποίος με τη δράση του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη, τον αφοπλισμό και το περιβάλλον συγκαταλεγόταν στους πιο γνωστούς αντιστασιακούς μέσα στη χώρα, κυρίως μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, το 1968. Γιος παπά, με σπουδές Θεολογίας στη Βιτεμβέργη, στο Πανεπιστήμιο Μαρτίνος Λούθηρος, ο Σόρλεμερ ήταν ένας από αυτούς που στις 26 Νοεμβρίου υπέγραψαν τη διακήρυξη «Για τη χώρα μας», μια πρωτοβουλία εναντίον της ένωσης των δύο Γερμανιών. Σήμερα ως ακτιβιστής αγωνίζεται κατά των πολέμων, του μιλιταρισμού και της παγκοσμιοποίησης.«Οι εκπρόσωποι της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα δεν δέχονταν ότι και εμείς θέλαμε να πάρουμε μέρος στην οικοδόμηση ενός σοσιαλισμού, που θα ήταν όμως διαφορετικός από τον υπαρκτό στον οποίο ζούσαμε. Γι΄ αυτό και δεν φύγαμε από τη χώρα. Δεν δραπετεύσαμε όπως πολλοί άλλοι που ριψοκινδυνεύοντας τα πάντα πέρασαν “αντίπερα”. Οσον αφορά τον Οκτώβριο του 1989 με τις πολυτάραχες ημέρες, κατάλαβα αργότερα αυτό που απλώς υποψιαζόμουν: οι διαφωνούντες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν βαθιά διχασμένοι σε ρεφορμιστές που πίστευαν στην ανάγκη αλλαγών, στον μετασχηματισμό, και σε εκείνους που ήθελαν να “φέρουν”, να “εισαγάγουν” το δυτικό πρότυπο».

  • Η αντίσταση του πάστορα

Στο σπίτι Βίλι Μπραντ, τη βερολινέζικη έδρα των Σοσιαλδημοκρατών, συνάντησα τον πολιτικό Χανς-Γιούργκεν Μίσελβιτς, δραστηριοποιημένο σήμερα στα ανώτερα όργανα και στις επιτροπές του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας. Αυτός ο βιοχημικός, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το πεδίο της επιστημονικής έρευνας και να στραφεί στη θεολογία, να καταφύγει στην Εκκλησία, να γίνει πάστορας, όταν αρνήθηκε να υπηρετήσει στον εθνικό λαϊκό στρατό, υπήρξε από το 1981 ιδρυτικό μέλος του Κύκλου για την Ειρήνη στο Πάνκο, περιοχή του Ανατολικού Βερολίνου. Οχι μονάχα ο Μίσελβιτς με την ένταξή του σε αυτό το «Πανκόβερ Φρίντενσκράις», τη μεγαλύτερη αντιστασιακή ομάδα στο εσωτερικό της Ευαγγελικής Εκκλησίας από το 1981 ως το 1989, αλλά και η σύζυγός του Ρουθ, ιερέας και αυτή, αντιμετώπισαν τη Στάζι καθώς η δράση τους είχε ως γνώμονα την «κριτική αλληλεγγύη προς τον σοσιαλισμό».

«Η ιδέα της αντίστασης και το αίσθημα ευθύνης που σήμαινε να μην υπηρετούμε άκριτα ένα πολιτικό καθεστώς είχαν γίνει συνείδηση στο εσωτερικό της Προτεσταντικής Εκκλησίας ύστερα από τη ναζιστική εμπειρία και την κακοποίηση της Εκκλησίας από τον Χίτλερ. Στο ερώτημα πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον σοσιαλισμό, πώς να συμπεριφερόμαστε μέσα στην κοινωνία, απαντούσαμε τότε με τη θέση ότι μας βρίσκουν σύμφωνους οι θεμελιακές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης ενώ στεκόμαστε κριτικά απέναντι σε συγκεκριμένες πρακτικές του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτό εννοούσαμε με τον όρο “κριτική αλληλεγγύη”».

Τις εργατικές κινητοποιήσεις προτάσσει ο Μίσελβιτς μιλώντας τώρα για την πτώση του Τείχους και τη συμμετοχή των πολιτών στις ραγδαίες εξελίξεις εκείνης της περιόδου. Ο ίδιος έπαιρνε μέρος στην πρωτοβουλία για την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη ΛΔΓ και λίγο αργότερα γινόταν βουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών στη μία και μοναδική Λαϊκή Βουλή η οποία τον Μάρτιο του 1990 προήλθε από ελεύθερες εκλογές.

«Τον Σεπτέμβριο του 1989 με είχαν στείλει σε μια μικρή βιομηχανική πόλη, το Χένιγκσντορφ. Εκτελούσα εκεί τα εκκλησιαστικά καθήκοντά μου.Οι εργάτες από τα εργοστάσια χαλυβουργίας μάς είπαν: Οταν εμείς θα κατεβούμε στον δρόμο, τότε τα πράγματα θα σοβαρέψουν. Από το Χένιγκσντορφ είχαν πάει στο Βερολίνο και εκείνοι οι εργάτες που σκοτώθηκαν στη διαδήλωση του 1953. Στις 20 Οκτωβρίου 1989 βγήκαν στους δρόμους του Χένινγκστορφ. Η αστυνομία δεν χτύπησε. Είχε αφήσει να εννοηθεί τόσο στον καθολικό παπά όσο και σε εμάς ότι αυτή τη φορά δεν θα χυθεί αίμα. Δεν ήταν μια διαδήλωση της Εκκλησίας αλλά των εργατών. Στο εργοστάσιο χάλυβα εκλέχθηκε μια εξωκομματική επιτροπή και έβγαλε δικούς της εκπροσώπους. Αποκλείοντας τους διορισμένους από το κόμμα, άνοιξε δρόμο προς το ελεύθερο συνδικάτο ».

Ο Χανς-Γιούργκεν Μίσελβιτς ήταν ένας από εκείνους που δεν έφυγαν. Ακόμη και όταν του δόθηκε μια ευκαιρία το 1987, όταν τον είχε στείλει στις Ηνωμένες Πολιτείες η Εκκλησία. Για πρώτη φορά τότε στο εξωτερικό έκανε μια έρευνα με θέμα «Η επιρροή της θρησκείας στην αμερικανική πολιτική». Με τη συζήτηση μαζί του όλο και περισσότερο μετακινείται κανείς από την ατομική διάσταση προς τη συλλογική. Από τον «διαφωνούντα» ως ιδιαίτερη περίπτωση που είχε τη δυνατότητα να κάνει γνωστό το πρόβλημά του χάρη στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και την κουλτούρα της προσωπικότητας προς τον μεγάλο αριθμό: το ανθρώπινο πλήθος, τους ενεργούς πολίτες που παίρνουν μέρος σε ειρηνικές διαδηλώσεις, μαζικές κινητοποιήσεις, δημόσιες συναθροίσεις, κοινές δράσεις.

ΧΑΝΣ -ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΜΙΣΕΛΒΙΤΣ: «Οι εργάτες από τα εργοστάσια χαλυβουργίας μάς είπαν: Οταν εμείς θα κατεβούμε στον δρόμο, τότε τα πράγματα θα σοβαρέψουν»

Where Am I?

You are currently viewing the archives for November, 2009 at Κείμενα.