Το ταξίδι στη σιωπή του Χάρολντ Πίντερ

October 30, 2009 § Leave a comment

  • Από τους Δημήτρη Τσεκούρα, Χριστίνα Σταθοπούλου
  • Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Εκείνο  το τερατώδες  άλλο πρόσωπο

…Σε θυμάμαι να κείτεσαι νεκρή…

Παλιοί Καιροί

Λένε πως ό,τι πιο εκλεπτυσμένο διαθέτει ο άνθρωπος είναι το μυαλό του. Λένε επίσης πως εκεί, στην κορυφή του ανθρώπινου σώματος, έχει την έδρα της μια περιοχή που ονομάζεται Μνήμη. Μία μόνιμη προσπάθεια αναστήλωσης των θραυσμάτων του πρότερου βίου είναι η Μνήμη. Μία μόνιμη προσπάθεια αποκατάστασης. Μνήμη: αυτό που διατηρεί τον άνθρωπο στη Ζωή ή αυτό που μπορεί οριστικά να τον αποτελειώσει. Είναι αφόρητη η Μνήμη γιατί είναι αντιφατική, χαώδης, σοβαρή και ταυτόχρονα επιπόλαιη. Αχθος Σωρευμένης Ζωής.

Οι ήρωες του Πίντερ, όλοι τους σχεδόν, πάσχουν από Μνήμη. Και ανά πάσα στιγμή μεταφράζουν, παραφράζουν, φονεύουν ή επινοούν οι ίδιοι το παρελθόν τους. Σαν να στέκονται μετέωροι ανάμεσα σε δύο χρονικές βαθμίδες: το αιωνίως παρόν Τότε και το διαρκώς ανύπαρκτο Τώρα. Και το μέλλον, ένα τέρας μπροστά τους. Εκθαμβοι παρατηρούν τη ρωγμή. «Δεν υπάρχει παρόν, δεν υπάρχει μέλλον, υπάρχει μονάχα επαναλαμβανόμενο παρελθόν», γράφει ο Ευγένιος Ο’ Νηλ. Η Kate, ο Deeley και η Anna από τους Παλιούς Καιρούς, σαν σκιές ενός μακρινού αλλά πανταχού παρόντος παρελθόντος, προσπαθούν να βρουν σημεία σύγκλισης προκειμένου να συνεννοηθούν και να επικοινωνήσουν. Προσπάθεια που μάλλον αποβαίνει στο κενό. Η Μνήμη τους είναι είναι επιλεκτική (;) και σαν δεινή χορεύτρια κάνει τη μία φιγούρα μετά την άλλη.

Οι ήρωες του Πίντερ μιλούν λέξεις λίγες αλλά πάντοτε κυοφορούσες. Καμία λέξη δεν είναι μόνη της. Κάθε λέξη σχεδόν κουβαλάει μαζί της και άλλες λέξεις άλλων σημασιών. Αυτή η μόνιμη «Απειλή της Γλώσσας», που άλλα εκφωνεί και άλλα -συχνότατα- εννοεί, είναι κύριο χαρακτηριστικό των πιντερικών έργων. Και αυτό είναι που, κατά τη γνώμη μου, κάνει τα έργα του Πίντερ να είναι τελικά έργα Δράσης. Οχι εξωτερικής Δράσης, αλλά αντιθέτως Ψυχαναλυτικής δράσης και διαδικασίας. Και επίσης, αυτή η τουλάχιστον δίσημη οπτική του Λόγου του, είναι που ανάγει τον Πίντερ σε ποιητικό θεατρικό συγγραφέα. Το έχει πει και ο ίδιος άλλωστε: «Οταν γράφω δεν είναι άλλο πράγμα για μένα το Θέατρο και άλλο η Ποίηση». Λέξεις-όροι που, ξαφνικά, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Λέει, για παράδειγμα, στην Προδοσία η Εμμα στον Τζέρρυ: Τι έχεις; και ο Τζέρρυ φαινομενικά ατάραχος της απαντά: Τίποτα… μία κατάθλιψη. Και αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να συνδυαστεί το τίποτα με αυτήν τη φριχτή νόσο που ονομάζεται κατάθλιψη; Και λίγο παρακάτω στο ίδιο έργο δίνεται ένας εξαιρετικός ορισμός της κατατονίας. Λέει ο Τζέρρυ στην Εμμα: Ξέρεις τι είναι η κ α τ α τ ο ν ί α; Ξέρεις; Ξέρεις; … είναι ο πρίγκιπας της ερήμωσης… ο πρίγκιπας του κενού…

Οι ήρωες του Πίντερ είναι πάντοτε τοποθετημένοι και κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ενός γραφείου, ενός σπιτιού. Εγκλωβισμένοι. Περιορισμένοι. Και μέσα σε αυτόν τον πάντοτε πεπερασμένο Χώρο προσπαθούν να ανιχνεύσουν και να βρουν καινούριες ή παλιές διαστάσεις του πάντοτε άπειρου Χρόνου. Σαν ένα μόνιμο παιχνίδι του Χώρου με τον Χρόνο είναι τα έργα του Πίντερ. Το σκηνικό των έργων του σαν ένα μόνιμο ρινγκ ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πάντοτε αντιπάλους. Ποιος από τους δύο τελικά θα υπερισχύσει; Και υποπτεύομαι πως αυτή η πάλη είναι ένα συνειδητό «τέχνασμα» οργάνωσης της μορφής των έργων του και κατ’ επέκτασιν του περιεχομένου τους.

Οι ήρωες του Πίντερ ξαφνικά παύουν να μιλούν. Σιωπούν. Αυτές οι διαρκώς παρούσες παύσεις και σιωπές μέσα στον Λόγο του είναι σαν επιμελημένες προσπάθειες ανασύνταξης του Χώρου, του Χρόνου και του Λόγου. Ο Πίντερ είναι ο πρώτος ίσως σύγχρονος δραματουργός που μας αποκαλύπτει σε τόσο επαρκή βαθμό πως Λόγος δεν είναι μονάχα αυτό που εκφωνείται. Αλλά κυρίως -στις κρίσιμες στιγμές τουλάχιστον της επικοινωνίας- αυτό που δεν τολμά να Λεχθεί. Το Αφατο. Το Οριακό. Αυτές οι διάσπαρτες ρωγμές ανάμεσα στον εκφωνημένο Λόγο του δεν καταστέλλουν τη δράση. Αντιθέτως την πυροδοτούν προς νέες οδούς. Διακτινίζουν τη δράση του και την επαναπροσδιορίζουν. Διαθλάσεις του Λόγου και διακτινισμοί του.

Οι ήρωες του Πίντερ δεν είναι όμως μόνο μοναχικά όντα, ούτε και αντιπροσωπεύουν μονάχα μεμονωμένα ανθρώπινα περιστατικά. Είναι και πρόσωπα πολιτικά, πρόσωπα ιστορικά. Ας θυμηθούμε λίγο το Τέφρα και Σκιά. Η Ρεβέκκα και ο άντρας του έργου τι ακριβώς είναι; Είναι μονάχα σύζυγοι-εραστές ή μήπως όχι; Όλο το έργο μπορεί να διαβαστεί κάλλιστα ως ο διάλογος ενός «αντρόγυνου». Μπορεί κάλλιστα όμως να διαβαστεί και ως ο διάλογος ενός ανακριτή και ενός ανακρινόμενου. Ενός θύτη και ενός θύματος. Βρισκόμαστε στο δωμάτιο ενός σπιτιού ή μήπως σ’ ένα γυμνό αστυνομικό γραφείο με μία λάμπα μόνο πάνω από ένα άδειο τραπέζι; Αλλά και στην Επέτειό μας. Περιποιημένοι και τακτοποιημένοι αστοί που χαμογελώντας και τρώγοντας μαχαιρώνονται. Πρόκειται για κεκαλυμμένο καβγά πλουσίων ή μήπως κάτω από τον διάλογό τους κρύβεται από τον Πίντερ ένας πολιτικός θυμός για τις δυτικές κυβερνήσεις και την πολιτική τους έναντι των ασθενέστερων οικονομικά και πολιτικά κρατών της γης; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, αν και η απάντηση -κατά τη γνώμη μου- είναι διπλή και ίσης σημασίας. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το Θέατρο του Πίντερ και πολιτικό.

Οι ήρωες του Πίντερ δεν είναι ήρωες με την αρχετυπική σημασία του όρου. Είναι καθημερινά πρόσωπα που μέσα από συγκεκριμένες συνθήκες και αφορμές γίνονται ήρωες καθώς προσπαθούν απεγνωσμένα και με εσωτερική μανία να καθρεφτιστούν στο απέναντι πρόσωπό τους. Ο Αλλος, εκείνο το Τερατώδες Αλλο Πρόσωπο, ο Απέναντι στα έργα του Πίντερ λειτουργεί ως καθρέφτης -παραμορφωτικός ή θολός ή αξιόπιστος- προκειμένου ο καθένας να ξεκαθαρίσει το εσωτερικό του Τοπίο και να φτάσει ή να μη φτάσει ποτέ σε αυτό που λένε πως ονομάζεται Αλήθεια και Πραγματικότητα. Αλλά η Αλήθεια είναι απελπιστικά κοντά στη Φαντασία. Τα όρια, δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα πολλάκις.

Και κάπως έτσι το Μυαλό των ηρώων του Πίντερ εκρήγνυται και διασπάται σε κομματάκια και ξεφτίδια Πραγματικότητας και Φαντασμαγορίας, για να μας θυμίσει τελικά αυτό που και στην καθημερινή Ζωή καθημερινά συμβαίνει: Για κάπου αλλού να Πας κι αλλού να Καταλήγεις.

Δ.Τ.

Ο Πίντερ σε στίχους: μια επιλογή από την ποίησή του

Αν και η φήμη του Πίντερ στρέφεται, κυρίως,γύρω από τα θεατρικά του έργα, προς το τέλος της ζωής του επέστρεψε ξανά στην ποίηση. Ενα πιο ξεκάθαρο μέσο για να εκφράσει την πολιτική του οργή. Και παρόλο που η ποίησή του δεν είχε την παγκόσμια αποδοχή στο ποιητικό γίγνεσθαι (ο Δ. Πάτερσον, ως γνωστόν, παρέλειψε «το μεγάλο του ξέσπασμα για το πόσο βρόμικος είναι ο πόλεμος στο Ιράκ» στη διάλεξή του για τον Ελιοτ, το 2004, με το υπονοοούμενο πως «καθένας μπορεί να το κάνει αυτό»), κέρδισε, όμως, το βραβείο ποίησης Γουίλφρεντ Οουεν, που δίδεται, ετησίως, σε κάθε συγγραφέα – συνεχιστή της παράδοσης Οουεν, για το εγχειρίδιό του Πόλεμος, του 2003. Ο Μ. Γκρέιγιερ, επίτροπος του Συνδέσμου Γ. Οουεν, περιέγραψε την ποίηση του Πίντερ ως «δυνατή και ασυμβίβαστη, γραμμένη με καθαρότητα, διαφάνεια και οικονομία».

Ποιήματα: Χάρολντ Πίντερ (1930 -2008)

Διαταγή (12 Σεπτεμβρίου, 1996)

Είσαι έτοιμος να διατάξεις;Οχι δεν υπάρχει τίποτα να διατάξω

Οχι είμαι ανίκανος να διατάξω

Οχι θ’αργήσω πολύ να διατάξω

Κι ενώ υπάρχουν τα πάντα,

Και τίποτα για να διατάξω,

Ο κατάλογος παραμένει μακρύς

Και το χάος τρέφεται από την κοιλιά της τάξης

Και η τάξη ζητά το αίμα της αναρχίας

Κι η «λευτεριά» κι η λάσπη κι άλλες πλάνες

Χρειάζονται την οσμή της τάξης να γλυκάνει τις δολοφονίες τους

Να στριμώξεις ένα ζητιάνο σε σκοτεινό δωμάτιο

Να βολέψεις κάποιον τραπεζίτη σε μια ζεστή μήτρα

Να παγιδέψεις ένα νήπιο σε παγωμένο σπίτι

Να φυλάξεις κάποιο στρατιώτη σε δηλητηριασμένο τάφο.

* * *

Καρκινικά κύτταρα (28 Αυγούστου, 2002)

«Καρκινικά κύτταρα είναι εκείνα που έχουν ξεχάσει πώς να πεθαίνουν» – νοσοκόμα, Βασιλικό Νοσοκομείο του Μάρσντεν.

Εχουν ξεχάσει πώς να πεθάνουν

Και έτσι παρατείνουν τη ζωή που με σκοτώνει.

Εγώ κι ο όγκος μου σκληρά παλεύουμε.

Ας ελπίσουμε ένας διπλός θάνατος να μας ξεκάνει.

Πρέπει να δω τον όγκο μου νεκρό

Εναν όγκο που ξεχνά να πεθάνει

Κι απ’ την άλλη σκέφτεται να με ξεκάνει.

Αλλά θυμάμαι πώς να πεθάνω

Αν κι όλοι οι μάρτυρές μου είναι νεκροί.

Θυμάμαι όμως τι είπαν

Για όγκους που θα τους κύκλωναν.

Σαν να ‘ταν τυφλοί και κουφοί

Πριν η αρρώστια τούτη φανεί

Που έκανε τον όγκο τούτο πρωταγωνιστή.

Τα μαύρα κύτταρα θα ξεραθούν και θα πεθάνουν

Ή θα τραγουδήσουν με χαρά και τον δρόμο τους θέ ‘να ‘βρουν.

Θεριεύουν τόσο ήσυχα μέρα νύχτα,

Ποτέ δεν ξέρεις, ποτέ δεν λένε.

Ποίημα (17 Ιανουαρίου, 1995)

Μην κοιτάς.

Ο κόσμος πάει να διαλυθεί

Ο κόσμος πάει το φως του όλο να χάσει

Και στο σκοτεινό του πηγάδι να μας στριμώξει,

Σε κείνο το μαύρο, γεμάτο κι αποπνικτικό μέρος

Κει όπου θα σκοτώσουμε ή θα πεθάνουμε ή θα χορέψουμε

ή θα θρηνήσουμε ή θα ουρλιάξουμε ή θα στριγκλίζουμε

ή θα σπρώχνουμε σαν τα ποντίκια ξανά να διαπραγματευτούμε

την αρχική μας τιμή.

Πόθος (26 Ιανουαρίου, 2006)

Υπάρχει ένας κρότος δυνατός

που ώς τον λόφο φτάνει

Φεύγεις από το φως

Μαύρες σκιές τρέχουν

Διασχίζοντας την ψαλιδωτή οροσειρά

Χαμογελούν καθώς ιδρώνουν

Χτυπούν τη μαύρη καμπάνα

Ρουφάς το υγρό φως

Που το κελί πλημμυρίζει

Και τον πόθο οσφραίνεσαι του ισχυρού

Την ουρά του καθώς τινάζει.

Γιατί ο πόθος του ισχυρού

Εναν κρότο δυνατό στέλνει στον τοίχο

Και ο πόθος του ισχυρού

-η γλυκιά σκοτεινή του δύναμη-

Ακόμη σε θωπεύει

Ο Φρουρός ( 9 Απριλίου, 2007)

Ενα παράθυρο κλείνει κι ένας τυφλός καταφτάνει

Η νύχτα είναι σκοτεινή κι αυτός ακίνητος μένει σαν νεκρός

Υπάρχει μια λάμψη ξαφνική από σεληνόφως στο δωμάτιο

Φωτίζει το πρόσωπό του – ένα πρόσωπο που δεν μπορώ να δω

Ξέρω πως είναι τυφλός

Αλλά με παρακολουθεί

Κρίκετ τη νύχτα (3 Ιουνίου, 1995)

Ακόμα παίζουν κρίκετ τη νύχτα

Παίζουν το παιχνίδι στο σκοτάδι

Είναι σ’ επιφυλακή για μια αναλαμπή φωτός

Χάνουν την μπάλα σ’ ένα χτύπημα δυνατό

Προσπαθούν να μάθουν πώς το σκοτάδι

βοηθά την μπάλα να επιστρέψει

Προσπαθούν να βρούν νέο κόλπο

ώστε η μπάλα να κινηθεί από το σκοτάδι στο φως

Είναι αποφασισμένοι να βάψουν μαύρο το σκηνικό

Μια μαυρίλα όμως ανακατεμένη με λευκό

Ανυπομονούν να εφαρμόσουν ένα νέο νόμο

Οπου η τύφλωση να λογαριάζεται φως

Ας έχει ο Θεός καλά την Αμερική (22 Ιανουαρίου, 2003)

Να τοι πάλι,

Οι Γιάνκηδες στην ένστολη παρέλασή τους

Τραγουδώντας ύμνους χαράς

Καθώς καλπάζουν στον μεγάλο κόσμο

Δοξάζοντας τον Θεό της Αμερικής.

Τα κανάλια είναι φίσκα από νεκρούς

Κείνους που δεν ασπάστηκαν

Τους άλλους που αρνούνται να τραγουδούν

Κείνους που χάνουν τη φωνή τους

Κείνους που έχουν ξεχάσει τον σκοπό.

Οι ιππείς έχουν μαστίγια που κόβουν.

Το κεφάλι σου κυλά στο χώμα

Το κεφάλι σου μια λίμνη στη βρόμα

Το κεφάλι σου ένας λεκές στη σκόνη

Τα μάτια σου βγαλμένα και η μύτη σου

Τη δυσοσμία παίρνει μόνο των νεκρών

Κι όλος ο νεκρός αέρας ζωντανεύει

Με τη μυρωδιά του Θεού της Αμερικής.

© Sarah Crown, Guardian, 26/12/ 2008.

Η επιλογή των ποιημάτων του Πίντερ, με ποιήματα από το 1995 και μετά, έγινε από τη Sarah Crown για την εφημερίδα Guardian, στην οποία πρωτοεμφανίστηκαν αρκετά ποιήματά του.

***Τα «Ποιήματα 1948-2004» του Χάρολντ Πίντερ. μτφρ.: Ν. Φένεκ Μικελίδης, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος, 2005.

Απόδοση:Χ.Σ.

Μας έκανε ν’ ακούμε τους εαυτούς πιο προσεκτικά

Η κριτικός θεάτρου του Observer Susannah Clapp αποχαιρετά τον δάσκαλο της καθημερινής λαλιάς

Εκείνο που κάνει τον Χάρολντ Πίντερ ενδιαφέροντα, συναρπαστικό, αλλά και φοβερό, γενναιόδωρο και διαισθητικό είναι το γεγονός πως παρουσίαζε τον πλούτο και την ιδιομορφία της καθημερινότητας. Μας βοηθούσε να παρατηρούμε τους εαυτούς μας πιο προσεκτικά. Αρχικά, τα θεατρικά στα τέλη του ’50 και αρχές ’60 -το Πάρτι Γενεθλίων, ο Επιστάτης και η Επιστροφή- καθιέρωσαν το λεξιλόγιο Πίντερ. Περιλαμβάνοντας απειλητικούς αγνώστους, ελκυστικές γυναίκες, κρυμμένες βιογραφίες. Περιέχουν έντονες παύσεις και κοφτές φράσεις: ο Νόελ Κάουαρντ ήταν θαυμαστής του, αν και μετάνιωσε για την εμμονή του στην πιο χαμηλή κοινωνικά τάξη. Περιέχουν οι ιστορίες του, επίσης, μοναδικούς αυτοσχεδιασμούς / λόγια που κυλούν σαν την τζαζ. Τώρα όμως, που ούτε χρόνος περνά δίχως επανάληψη κάποιου από τα έργα του σπουδαίου δραματουργού, είναι δύσκολο να ξαναθυμηθώ τον έντονο προβληματισμό που προκάλεσαν εκείνα τα θεατρικά. Μετά την αποδοκιμασία των κριτικών το Πάρτι Γενεθλίων κατέβηκε από τα θέατρα σε μία εβδομάδα.

Οταν ο νεαρός δραματουργός αποκάλυψε σε μια ταξιθέτρια πως ο ίδιος ήταν ο συγγραφέας, εκείνη του απάντησε: «Κακομοίρη μου!…». Αυτά τα θεατρικά έχουν τα μυστικά τους, αναλυτικότερα όμως μοιάζουν με προφητικά, κοινωνικά ντοκουμέντα. Η πολιτική ήταν πάντοτε παρούσα στα θεατρικά Πίντερ. Η βρόμικη απελπισία στο Βουβό γκαρσόνι είναι περισσότερο προγνωστική από εκείνη του Οσμπορν στο Θυμήσου με οργή. Ο Επιστάτης, στο οποίο ένας κατεστραμμένος κι ένας άστεγος διώκονται από έναν απατεώνα, είναι έργο του οποίου οι δυνατότητες για επανεκτίμηση παραμένουν, επίσης, θεμιτές. Σχολιάστηκε σαν να επρόκειτο για τον Πατέρα, τον Υιό και το Αγιο Πνεύμα ή σαν το φροϋδικό αποτύπωμα του Εκείνο, Εγώ και Υπερεγώ. Το 2000 έμοιαζε να καθρεφτίζει την αλήθεια για την Αγγλία τού Μπλερ. Υπήρχαν κι άλλες όμως αλήθειες. Εκείνα τα θεατρικά που απεικονίζουν μνήμες, μεταξύ των οποίων, το Τοπίο και οι Παλιοί καιροί αλλά και οι πιο ξεκάθαρες πολιτικές δουλειές του, όπως Η Βουνίσια γλώσσα, το οποίο ο ίδιος περιέγραφε σαν «ωμό, σύντομο, άσχημο». Τα έργα του όμως αντλούν τη δύναμή τους από την ίδια τη ζωή του πάνω στο σανίδι: έγραφε πάντοτε φράσεις που οι ηθοποιοί εύκολα μπορούσαν ν’ απομνημονεύσουν. Υπάρχει μια απόδειξη γι’ αυτά του τα χαρίσματα, το 2006, όταν ο ίδιος έπαιξε την Τελευταία Κασέτα του Κραπ στο Ρουαγιάλ Κορτ, όπου 50 χρόνια νωρίτερα έπαιζε ως απλός αντικαταστάτης. Το κοινό ήξερε πως ήταν άρρωστος. Στον μονόλογο του Μπέκετ, κατά τον οποίο κάποιος γέρος ξαναθυμάται τη ζωή του, είχε κάτι το ιδιαίτερο. Επαιξε (φορώντας άσπρα αθλητικά) σε αναπηρικό καροτσάκι. Η φωνή του, υπόκωφη περισσότερο από πριν, μ’ έντονα όμως ηχηρές νότες. Είχε ξεσπάσει με τέτοια οργή που ο ίδιος ο Τζορτζ Μπους θα δείλιαζε μπροστά του. Ως συνεχιστής του Μπέκετ έδωσε ζωή στα λόγια του. Επίσης, ο ίδιος τον παρουσίασε. Οντας απροστάτευτος, συνάμα όμως και προκλητικός, επαλήθευε ειρωνικά τα λόγια του Κραπ: «Τα καλύτερά μου χρόνια μάλλον έφυγαν… όχι, δεν θα τα ‘θελα πίσω».

The Observer, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

* * * *

Αφιερώσεις στον Πίντερ

Δίχως κόπο θα διαβεί από τους ζωντανούς στους νεκρούς, αφού είχε ήδη καθιερωθεί ως ξεχωριστός.

Rupert Goold, σκηνοθέτης

Θύμωνε εκ μέρους άλλων, δίχως να νοιάζεται τι θα πει ο κόσμος.

Samuel West, ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Αν μιλούσες χτες για τον σπουδαιότερο εν ζωή θεατρικό συγγραφέα της Αγγλίας, καθένας ήξερε ποιον εννοείς. Σήμερα δεν ξέρεις.

Sir David Hare, θεατρικός συγγραφέας

Απόδοση: Χριστίνα Σταθοπούλου
Advertisements

Για την Ελένη

October 25, 2009 § Leave a comment

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΥ*
  • ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ελένη, μτφρ. Σοφία Νικολαΐδου, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 138

Ένα από τα πιο παρεξηγημένα και κατασυκοφαντημένα γυναικεία πρόσωπα, της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της αρχαίας κοινωνίας, είναι η Ελένη. Η περιβόητη για την ομορφιά της θυγατέρα του πατέρα των Θεών και των ανθρώπων, Δία, και της Λήδας, κόρης του Θέστιου και συζύγου του Τυνδάρεω. Την οποία ερωτεύθηκε ο Ζευς και μεταμορφώθηκε σε κύκνο για να την κατακτήσει. Από την ένωση τους, μέσα από ένα μεγάλο αυγό, ξεπρόβαλε η Ελένη. Το φάος της Ομορφιάς. Σαν ένας θηλυκός Φάνης. Η παρουσία της συμβολίζει την αιώνια θηλυκή αρχή του Κάλλους και της μαγευτικής σαγήνης που αυτό εκπέμπει.

Και σίγουρα συνοψίζει, σε πνευματικό, αισθητικό, κοινωνικό και συνειδησιακό επίπεδο, την αντίληψη του αρχαίου ατόμου περί γυναικείου κάλλους ειδικότερα, και, γενικότερα, περί του συμβολικού ιδεότυπου της Ομορφιάς. Όπως αντίστοιχα η Αφροδίτη είναι ο ιδεότυπος της Σεξουαλικότητας, η Αθηνά της Σοφίας, η Ήρα της συζυγικής αφοσίωσης και εγκράτειας. Οι αρχαίοι Έλληνες, απέναντι στο Φυσικό και στο Ιστορικό γίγνεσθαι, αντέταξαν την Τέχνη και το Κάλλος. Τον ιερό Παρθενώνα και τη μυστηριακή αλλά απτή και χθόνια ομορφιά της Ελένης. Το θέατρο του Διονύσου και τη σκηνική τέχνη από τη μια, και τον Ηνίοχο των Δελφών και τον Ερμή του Πραξιτέλους από την άλλη.

Η Ελένη, παρότι της αξίζει, δεν ευτύχησε να σταθεί ισάξια, δίπλα στις μεγάλες τραγικές μορφές και τα άλλα ηρωικά πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας. Σιμά σε δραματικές ηρωίδες, όπως η Μήδεια, όπως η Εκάβη, η Ανδρομάχη, η Ιφιγένεια, η Ηλέκτρα, και άλλα αξιομνημόνευτα γυναικεία πορτρέτα του θεατρικού πανθέου, η Ελένη, που το όνομα της έγινε αρνητικό σημείο αναφοράς, τόσο για τους αρχαίους συγγραφείς, όσο και μέσα στο κοινωνικό σώμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρώ ότι είναι ένα από τα τραγικότερα πρόσωπα της αρχαίας δραματουργίας.

Το όνομά της σπιλώθηκε με τόση αφροσύνη: «πολυάνορος» και «ανδρολέτειρα» την αποκαλεί ο Αισχύλος. Η φήμη της αμαυρώθηκε καταλυτικά και βιαστικά: «κυνώπις» και «πάντες δε με πεφρίκασιν», αποδοκιμάζοντας την θα διαλαλήσει ο Όμηρος. Με ασύστολους χαρακτηρισμούς την κοσμεί ο λυρικός ποιητής Αλκαίος. Αντίθετα, ο ερωτικός ποιητικός λόγος της Σαπφούς θα δικαιολογήσει, εν μέρει, τη μνήμη της στο όνομα του Έρωτα. Μέχρι να ακουστεί η ποιητική φωνή του Ιμεραίου ποιητή Στησίχορου, που θα προσπαθήσει να λειάνει την παγιωμένη και πάγκοινη αρνητική παράδοση στο πρόσωπο της. Ο ποιητής θα παρατρέψει την παράδοση και θα καλλιεργήσει την εκδοχή του Ειδώλου της Ελένης.

Και στο έργο του θα αναφέρει ότι στην Τροία δεν πήγε η Ελένη αλλά το είδωλο της. Ένα άδειο πουκάμισο. Η Ελένη υπήρξε θύμα και αποδιοπομπαίος τράγος όχι μόνο των Θεών -του Δία και της Ήρας- αλλά και των ανθρώπων. Ιδιαίτερα μιας συγκεκριμένης αντρικής υπερφίαλης αντίληψης περί του πολέμου και της εκστρατείας των Ελλήνων στην Τροία. Το δυσώνυμο όνομά της συνδέθηκε άθελα της, και παρά τη γυναικεία της φύση, με έναν πόλεμο που ούτε επεδίωξε ούτε προκάλεσε και ούτε συμμετείχε. Η πολεμοχαρής στάση των Ελλήνων έπρεπε να εφεύρει ένα αρνητικό πρότυπο, για να του φορτώσει τις δικές τους λανθασμένες πολιτικές, άφρονες επιλογές και ιδεολογικά αδιέξοδα. Και αυτό το πλασματικό, αναγκαίο συλλογικό κακό, που θα εξιλέωνε τις δικές τους αστοχίες και θα ερμήνευε τις αποφάσεις των Θεών, στάθηκε το όνομα και η μνήμη της ωραίας Ελένης.

Στηριζόμενος στην Ομηρική παράδοση και στον Ηρόδοτο, καθώς και στις αρχαίες θρησκευτικές και μυθολογικές δοξασίες, θα ερανιστεί τον μύθο της ο πιο καινοτόμος από τους τρεις τραγικούς, ο Ευριπίδης. Ο οποίος στις τραγωδίες του ξεδιπλώνει το κουβάρι της δικής του εκδοχής για την Ελένη, και κατ’ επέκταση μας αναφέρει και τις δικές του κρίσεις για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα του γυναικείου φύλου. Η Ελένη παρουσιάζεται σε δύο ακόμα έργα του τραγικού. Στις Τρωάδες, και στον Ορέστη. Σε αυτές, το πρόσωπο της κοσμείται αρνητικά. Ως «Ελλάδος μίαστωρ», ως «μέγα κακόν», ως «κάκιστη δάμαρ», και με άλλες αρνητικές εκφράσεις στολίζεται από τους πρωταγωνιστές των έργων, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αποδοχή και συμπάθεια του προσώπου της.

Από την άλλη, ο ρεαλιστής αυτός τραγικός, που προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα στηριζόμενος περισσότερο στην ανθρώπινη λογική παρά σε εθιμικές και θρησκευτικές δοξασίες και δεισιδαιμονίες, με την τραγωδία του Ελένη, με τους 1692 στίχους της, που διδάχθηκε το 413/412 π.Χ., μας αποκαλύπτει μια άλλη εκδοχή για την περιπέτεια της καταραμένης αυτής από την ομορφιά της γυναικείας ύπαρξης. Στο έργο αυτό, που θα πρέπει να τονισθεί ότι έχει αρκετές τεχνικές θεατρικές ομοιότητες με την άλλη του τραγωδία Ιφιγένεια εν Ταύροις, ο Ευριπίδης εικονογραφεί το πρόσωπο και τον γυναικείο χαρακτήρα μιας διαφορετικής Ελένης. Ο τραγικός δεν ασπάζεται την εκδοχή της παράδοσης, που την θέλει υπαίτια της Τροϊκής εκστρατείας. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο παραλογισμός, η αρχομανία, η στενοκεφαλιά των αντρών, είναι η αιτία και η αφορμή του πολύχρονου πολέμου.

Ο συγγραφέας αναιρεί την κηλιδωτική ταυτότητα της φήμης της Ελένης. Και εδώ διακρίνουμε την ατομική του ευστροφία και τα ευρύτερα πιστεύω του, όσον αφορά τη γυναικεία φύση, παρότι πολλοί του προσέδωσαν τον όρο του μισογύνη. Το θεϊκό μεγαλείο της κοκέτας και φιλάρεσκης γυναικείας παρουσίας εκδηλώνεται αβίαστα, χωρίς να αφήνει κοινωνικές ρυτίδες. Η Ελένη πάσχει και τυραννιέται από τις επιθυμίες των Θεών. Γίνεται το κοινωνικό ανάχωμα για να μην κατηγορηθούν οι επιθυμίες των Θεών αλλά και των Ελλήνων αρχηγών της εκστρατείας. Είναι το συλλογικό άλλοθι της φυλής των Ελλήνων. Από αυτή την ερμηνευτική σκοπιά, το έργο είναι μια αξιοπρόσεκτη, κάπως ελαφριών χρωματισμών τραγωδία. Με αρκετά σημεία κωμικών τονισμών. Και ιδιαίτερα στα σημεία αναγνώρισης των δύο συζύγων, θυμίζει, με τα σημερινά δεδομένα της σκηνικής περιπέτειας, ένα αστικό οικογενειακό δράμα.

Ο μύθος της Ελένης με την περιλάλητη ομορφιά της, σε όλες του τις εκδοχές, δεν άφησε αδιάφορους τους κατά καιρούς δημιουργούς. Στον 20ό αιώνα, στον ελληνικό χώρο, τα δύο ποιητικά μας Νόμπελ λογοτεχνίας την μνημόνευσαν μέσα στο έργο τους ή μετέφρασαν το έργο. Ο Γιάννης Ρίτσος συνέθεσε την δική του εκδοχή, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Γιώργος Σαραντάρης, καθώς και άλλοι σύγχρονοι ποιητές, ιχνογράφησαν μέσα στο έργο τους το πρόσωπο της.

Στο θέατρο, η τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ευτύχησε να έχει μια άξια διαδρομή. Τα τελευταία χρόνια επικρατεί μια άλλοτε πετυχημένη και άλλοτε όχι συνήθεια, πεζογράφοι ή ποιητές να μεταφράζουν τον αρχαίο θεατρικό λόγο γενικότερα, ενίοτε μετά από ζήτηση του ίδιου του σκηνοθέτη για να παρασταθεί. Αν δεν κάνω λάθος, οι παλαιές καταξιωμένες μεταφράσεις του Θρασύβουλου Σταύρου και του Παναγή Λεκατσά δεν χρησιμοποιούνται τόσο συχνά στο θεατρικό ανέβασμα.

Οι νέοι μεταφραστές αναζητούν νέους λεκτικούς κώδικες επικοινωνίας και πρόσληψης του αρχαίου θεατρικού λόγου από το σημερινό ευρύ κοινό. Κάτω από αυτή την προβληματική, ο Δημήτρης Δημητριάδης, μεταφράζει το έργο για τον σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά. Ο Κ. Χ. Μύρης, μεταφράζει για το ανέβασμα του Σπύρου Ευαγγελάτου. Θεατρικές μεταφράσεις, σύγχρονες και μοντέρνες, άλλου καλλιτεχνικού ύφους και υφής, δίπλα στις μεταφράσεις της τραγωδίας που κυκλοφορούν, όπως εκείνης του Τάσσου Ρούσου, του Κώστα Τοπούζη, του Ερρ. Χατζηανέστη και άλλων.

Μέσα σε αυτό, του ευρύτερου φάσματος, καλλιτεχνικό πλαίσιο, εντάσσεται και η μεταφραστική πρόταση της γνωστής πεζογράφου Σοφίας Νικολαΐδου, για το Κ.Θ.Β.Ε., μετά από παραγγελία του σκηνοθέτη Γιάννη Παρασκευόπουλου. Ο μεταφραστικός λόγος της Σοφίας Νικολαΐδου είναι θεατρικά λειτουργικός, πράγμα απαραίτητο για ένα τέτοιου είδους κείμενο. Χρησιμοποιεί έναν βατό καθημερινό λόγο όσον αφορά τα αφηγηματικά μέρη, με έναν εσωτερικό ρυθμό που δεν διατυμπανίζει τον δραματικό τόνο του έργου. Υπάρχει μια υποδόρια συγκίνηση, που διαχέεται ακόμα και στα κωμικής υφής στιγμιότυπα του έργου. Τα μετρικά σχήματα του Ευριπίδειου λόγου συναντούν την αντιστοιχία τους στη μουσική ρυθμολογία των λυρικών μερών της μετάφρασης.

Η συγκρότηση της δραματικής πλοκής της τραγωδίας, η σκιαγράφηση των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, η προσωπικότητα των ηρώων, η ερωτική έλξη της Ελένης προς τον Μενέλαο και η ζηλότυπος ερωτική συμπεριφορά εκείνου, η ορθή και σοφή κρίση της Θεονόης, να διαφυλάξει την αξιοπρέπεια του οικογενειακού της δέντρου, αλλά και ο ελαφρόμυαλος ερωτικός λόγος του Θεοκλύμενου, αποδίδονται με γλαφυρότητα, χαμηλούς τόνους, χωρίς λεκτικούς προσδιορισμούς αμετάκλητων μη σκηνικών παρεμβάσεων. Οι προτάσεις είναι μικρές, ορισμένες φορές ο λόγος κόβεται κάπως κοφτά, απότομα, δεν υπάρχει συνήθως εσωτερική στίξη. Υπάρχουν φράσεις που μάλλον ξενίζουν, όπως: «Δινείται χλόη», «ίπτασθε φτερωτές», «άστικτο χιόνι», «Περουζένιο πέλαγος» κ.λπ., που είναι μάλλον περισσότερο ποιητικές παρά θεατρικές.

Η Σοφία Νικολαΐδου, παρακολουθώντας τις εσωτερικές ρυθμικές ρωγμές του αρχαίου κειμένου, οικοδομεί μια μετάφραση που δεν στηρίζεται σε συμβατικές αντιστοιχίες λέξεων, ή απόμακρους νοηματικούς ρυθμούς παρωχημένων προσεγγίσεων. Αλλά χρησιμοποιεί μια καθημερινή, ανυπόκριτη γλώσσα, απαλλαγμένη από περιττά βάρη ιδεολογικών αναφορών, χωρίς μηνυματικές κορώνες και σκοτεινούς νοηματικούς συσχετισμούς. Ίσως, μόνο με περισσότερη έμφαση στη ρομαντική ερωτική διάθεση, ιδιαίτερα στους αναγνωριστικούς μονολόγους των δύο συζύγων. Και σίγουρα φαίνεται η αξιολογική υπεροχή του θηλυκού λόγου, έναντι του αντρικού. Η μεταφράστρια αναδύει το λυρικό ιζηματικό υπόστρωμα του αρχαίου λόγου και την σαφήνεια της Ευριπίδειας θεατρικής τεχνικής.

  • Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009

*Ο Γιώργος Μπαλούρδος είναι φιλόλογος και συγγραφέας

Ορέστεια: Το αρχέτυπο ενός ενοχικού πολιτισμού και το μοντέλο του δυτικού ανθρώπου

October 23, 2009 § Leave a comment

  • Από τον Δήμο Μαρουδή
  • Ζακλίν ντε Ρομιγύ: Η αφήγηση της Ορέστειας του Αισχύλου, εκδόσεις Ωκεανίδα, σ. 165, 12 ευρώ

Το εξαιρετικό βιβλίο της Ζακλίν ντε Ρομιγύ «Η αφήγηση της Ορέστειας του Αισχύλου» διαβάσαμε αυτές τις ημέρες. Το βιβλίο της Ρομιγύ αποτελεί έναν πολύτιμο οδηγό στον πολυδαίδαλο λόγο του Αισχύλου και στο κείμενο της Ορέστειας, το οποίο δίχως καμία καθοδήγηση είναι ίσως αδύνατον να προσεγγιστεί. Η τριλογία της Ορέστειας του μεγάλου έλληνα τραγικού Αισχύλου αποτελείται από τρεις τραγωδίες, τον Αγαμέμνονα, τις Χοηφόρους και τις Ευμενίδες. Συνοπτικά η υπόθεσή της έχει ως εξής: ο Αγαμέμνων, ο νικητής των Τρώων, επιστρέφει από τον πόλεμο στο ανάκτορό του. Εκεί ξαναβρίσκει τη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα, η οποία «έχει αποκτήσει έναν εραστή», τον Αίγισθο, κι επομένως έχει λόγους για να τον μισεί. Μεθοδικά προετοιμάζεται ο φόνος του Αγαμέμνονος από την Κλυταιμνήστρα, ο οποίος και πραγματοποιείται. Η δεύτερη τραγωδία της τριλογίας, οι Χοηφόροι αφηγείται τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον γιο της Ορέστη, ο οποίος παίρνει εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα του. Στην τρίτη τραγωδία της τριλογίας, τις Ευμενίδες, ο Ορέστης δικάζεται για το έγκλημά του σε μια δίκη όπου παίρνουν μέρος οι θεότητες Ερινύες, ο θεός Απόλλων και η θεά Αθηνά, και τελικά αθωώνεται χάρη στην αθωωτική ψήφο της ίδιας της Αθηνάς.

Σε μια πρώτη προσέγγιση του κειμένου του Αισχύλου ανακύπτουν μια σειρά από ερωτήματα: Ποια είναι η πραγματικότητα την οποία θέλει να σχολιάσει ο Ελληνας τραγικός με τα επεισόδια των δύο φόνων (του Αγαμέμνονος από την Κλυταιμνήστρα και της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη); Τι υποδηλώνει στην τριλογία η μορφή του Αγαμέμνονος και ποια είναι η θέση της Κλυταιμνήστρας απέναντί του, τη στιγμή που αυτός έχει θυσιάσει την κόρη τους Ιφιγένεια χάριν της ευόδωσης της εκστρατείας στην Τροία; Και βέβαια, το κεντρικό: Τη στιγμή που ο Ορέστης είναι ένοχος μητροκτονίας, δικαιούται συγχώρεση, και αν ναι, πώς γίνεται να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;

Δίχως να ισχυριζόμαστε πως θα δώσουμε επαρκή απάντηση σ’ αυτά τα τόσο κεντρικά αλλά και καίρια ερωτήματα που διέπουν τη σκέψη των αρχαίων τραγικών, θα επιχειρήσουμε ωστόσο μία προσέγγιση.

Ο Αγαμέμνων θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια δίνοντας λύση σε ένα δυσβάσταχτο δίλημμα – αν θα ζήσει το παιδί του ή αν θα επιλέξει αυτός την εκστρατεία στην Τροία με κόστος τη ζωή της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνων έκανε έναν πόλεμο, για ασήμαντη φαινομενικά αφορμή – ως απάντηση στην αρπαγή «της Ωραίας Ελένης», γυναίκας «πολύανδρου» – τον οποίο πόλεμο κέρδισε με δόλο, με τον γνωστό Δούρειο Ιππο, κατόπιν παρότρυνσης του Οδυσσέα.

Ο Αγαμέμνων έχει διαπράξει ύβρι, επιστρέφει δε στον τόπο του με την αλαζονεία του νικητή. Η γυναίκα του Κλυταιμνήστρα έχει τουλάχιστον δύο βασικούς λόγους για να τον μισεί· διότι αυτός έχει θυσιάσει την αγαπημένη τους κόρη, και διότι αυτή έχει αποκτήσει εραστή, τον Αίγισθο. Κατόπιν προετοιμασίας του γεγονότος σε ολόκληρη την πρώτη τραγωδία της τριλογίας, η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον Αγαμέμνονα δίχως το ελάχιστο ίχνος ενοχής.

Αν ο Αγαμέμνων είναι υβριστής -και όντως είναι- από μια πλευρά, δικαιούται να είναι κάτι τέτοιο· είναι ένας από τους πρώτους εκπροσώπους του «αμιγώς» δυτικού πολιτισμού, στη λογοτεχνία, και είναι νικητής ενός μεγάλου πολέμου· είναι αλαζόνας και δικαιούται να είναι, διότι υπερίσχυσε των Τρώων ύστερα από έναν σκληρό και αδελφοκτόνο πόλεμο, επίσης, πέτυχε στον σκοπό του και λόγω αυτού ακριβώς του αλαζονικού χαρακτήρα του. Ο δυτικός πολιτισμός βρίθει από «μοντέλα ισχυρών ανδρών», ισχυρών υβριστών που υπερισχύουν στους πολιτικούς αγώνες μέσα από εκατόμβες αθώων θυμάτων – μιλάμε για έναν κατεξοχήν αλαζονικό πολιτισμό, που θεμελιώνεται στην «κυρίαρχη και κυριαρχική πράξη» του πατέρα αφέντη· αυτό ακριβώς εκθέτει ο Αισχύλος με τη φιγούρα του Αγαμέμνονος. Πέραν τούτου, ο Αγαμέμνων ως πατέρας του Ορέστη είναι εκ των προτέρων «δικαιωμένος» στα μάτια του γιου του, στον οποίο έχει δώσει και την ταυτότητα του φύλου.

Από την πλευρά της, η Κλυταιμνήστρα είναι η κατεξοχήν γυναίκα: μητέρα (του Ορέστη), σύζυγος (του Αγαμέμνονος) και ερωμένη (του Αίγισθου)· σκοτώνει τον Αγαμέμνονα χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς: ο προαιώνιος φόβος του άνδρα απέναντι στη γυναίκα εμφανίζεται στην τριλογία της Ορέστειας σε όλο του το μεγαλείο. Την Κλυταιμνήστρα δεν την απασχολεί ούτε στο ελάχιστο η έννοια του παραπτώματος – θέλει μονάχα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, τον οποίο μισεί μέσα από τα έγκατα της ψυχής της.

Ο φόνος της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη είναι ένας ιδιότυπος φόνος. Κατά μία έννοια είναι ένας «δίκαιος φόνος» για δύο λόγους: Πρώτον, έρχεται ως πράξη απονομής δικαιοσύνης «από τα χέρια» του γιου της Ορέστη, τιμωρία της Κλυταιμνήστρας για τον φόνο του Αγαμέμνονος που έχει διαπράξει εκείνη νωρίτερα, ο οποίος συνιστά έγκλημα καθοσιώσεως. Δεύτερον, είναι ένας φόνος αποφασισμένος από τους θεούς (από τον ίδιο τον Απόλλωνα).

Η Κλυταιμνήστρα έχει προσβάλει ό,τι ιερότερο για ένα αγόρι: το πρόσωπο αλλά και το σύμβολο του πατέρα – ένα σύμβολο με χαρακτηριστικά «ιερότητας». Ετσι, ο Ορέστης οφείλει να κάνει έναν φόνο ως απάντηση στην προσβολή, στην ύψιστη προσβολή του ονόματος του πατέρα του (ας θυμηθούμε τους αλλεπάλληλους φόνους του Αμλετ στον Αμλετ του Σαίξπηρ) – αυτή την έννοια έχει η απόφαση των θεών, που τον θέλουν να εκδικείται και όχι να συγχωρεί – είναι, αλήθεια, δυνατόν να συγχωρέσει κανείς ποτέ τον φόνο του πατέρα του από την ίδια τη μητέρα του; Από την άλλη, ο Ορέστης «επιλέγει» να κάνει τον φόνο και αυτό το γεγονός τον καθιστά άτομο υπεύθυνο, αλλά και τραγική προσωπικότητα. Αν ο φόνος της Κλυταιμνήστρας γίνεται για να «απαντηθεί» ο φόνος του Αγαμέμνονος, είναι πάντως «μητροκτονία» – είναι επίσης «έγκλημα καθοσιώσεως» από το μέρος του.

Η διάπραξη του φόνου της μητέρας του συνιστά το ίδιο το πεπρωμένο του Ορέστη: ο Ορέστης στη δυτική λογοτεχνία είναι μια ούτως ή άλλως «ενοχική προσωπικότητα» -έτσι παριστάνεται στην Ανδρομάχη του Ρακίνα π.χ.-, αλλά ισχύει και κάτι άλλο: ο Ορέστης κάνει αυτόν τον φόνο όχι μόνο για να τιμωρήσει την Κλυταιμνήστρα, αλλά και «για να υπάρξει» αυτός ο ίδιος ως dramatis persona αλλά και ως άτομο. Ο Ορέστης δεν εμφανίζεται στην Ορέστεια παρά αρκετά αργά, και αυτό γίνεται με σκοπό να διαπράξει τη συγκεκριμένη μητροκτονία. Ο φόνος της Κλυταιμνήστρας «γεννά» τον Ορέστη, τον φέρνει στο φως, τον βγάζει από την ανυπαρξία γιατί του δίνει ένα νόημα – το νόημα να είναι αυτός που δικαιώνει τον πατέρα του σκοτώνοντας τη μητέρα του. Ο Ορέστης έρχεται στο φως για να κάνει τον φόνο και κάνει τον φόνο για να έρθει στο φως. Είναι μητροκτόνος, δεν διαπράττει απλώς έναν οποιοδήποτε φόνο, αλλά «τον φόνο», τον φόνο που του δίνει την ταυτότητα του μητροκτόνου. Ο ίδιος είναι απολύτως συνειδητός σ’ αυτήν του την απόφαση -να σκοτώσει την Κλυταιμνήστρα-, αλλά διαπράττει τον φόνο όχι δίχως δισταγμό (τελευταία στιγμή τον σπρώχνει ο φίλος του Πυλάδης στη μοιραία πράξη)· από την άλλη πλευρά, είναι λιγότερο εκδικητής -το μίσος βρίσκεται κυρίως με την πλευρά της Ηλέκτρας και όχι τόσο του Ορέστη- και περισσότερο τιμωρός – βάφει τα χέρια του στο αίμα της μητέρας του και αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη γι’ αυτή του την πράξη.

Ποια είναι η έννοια της δικαίωσης του Ορέστη από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου; Να ένα ερώτημα ιδιαίτερα δύσκολο να απαντηθεί. Οι χθόνιες θεότητες Ερινύες, αρχαϊκές εικόνες της ανθρώπινης ψυχής, θέλουν τον Ορέστη ένοχο, μα όχι δίχως διάλογο με την Αθηνά και τον Απόλλωνα στις συγκλονιστικές Ευμενίδες.

Η αρχαία πόλη των Αθηνών συνιστά ένα όλως διόλου «διαφωτιστικό» αρχέτυπο για ολόκληρη τη δυτική σκέψη και λογοτεχνία και μέσα στον Αρειο Πάγο τον δικάζουν οι αντιμαχόμενες δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής: η ενοχή και η πεφωτισμένη σκέψη. Οταν θα δικαιωθεί με την καθοριστική ψήφο της Αθηνάς – «η οποία δεν γεννήθηκε από γυναίκα», όπως λέει η ίδια.

Ο Ορέστης, ένα κατεξοχήν «αρχέτυπο» του δυτικού ανθρώπου, εικόνα ενός γιου νεκρού πατέρα -ας θυμηθούμε τον Οιδίποδα τύραννο- είναι και το αρχέτυπο ενός ανθρώπου που ξέρει τι σημαίνει συνείδηση και που κάποια στιγμή «δεν μπόρεσε να πράξει διαφορετικά» απ’ ό,τι τελικά έπραξε, μα φέρει την ευθύνη της επιλογής του καθ’ ολοκληρίαν – η έννοια της ηθικότητας στην αμιγέστερή της μορφή. Ο Αγαμέμνων και η Κλυταιμνήστρα έφυγαν από «το προσκήνιο της ιστορίας» και ο Ορέστης θα δικαιωθεί -δύσκολα μεν, μα θα δικαιωθεί μέσα από επιταγή του ορθού λόγου (εδώ, της Αθηνάς και του Αρείου Πάγου).

Το θέμα της ενοχής, του φόνου -λιγότερο, αλλά ορατά, το θέμα της εξουσίας- και το θέμα της ευθύνης είναι τα κεντρικά στην Ορέστεια, σ’ αυτό το αρχέτυπο του δυτικού πολιτισμού που θα ακολουθήσει την εποχή του Αισχύλου. Ο Αισχύλος αποκωδικοποιεί βαθιές πραγματικότητες της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης σκέψης βάζοντας τα χέρια του «επί των τύπων των ήλων»: ο Φρόυντ (Freud) είχε μιλήσει για ένα ενοχικό υπόβαθρο στην ανθρώπινη ψυχή που καραδοκεί για να εκφραστεί σαν τέτοιο με την πρώτη δυνατή κατηγορία που θα διατυπωθεί και το οποίο έχει τις ρίζες του κάτω και από αυτό το ίδιο το ατομικό ασυνείδητο. Η βαθιά και «ρηξιγενής» πραγματικότητα της ανθρώπινης ψυχής ζητεί την αποκωδικοποίηση στην Ορέστεια καθώς έρχεται στο φως μέσα από προβληματικές αμιγώς πολιτισμικές (η έννοια του φόνου και της εκδίκασής του) – προβληματικές πρώτ’ απ’ όλα του ορθού λόγου. Αυτό που δεν απαντιέται στην Ορέστεια είναι αν και πώς είναι δυνατόν ο δυτικός άνθρωπος να πετύχει την ειρήνη με τον εαυτό του, στρέφοντας με το μέρος του τα αρχαϊκά κομμάτια της ψυχής του και εξασφαλίζοντας την τόσο ποθητή γι’ αυτόν απενοχοποίηση. Αυτό το ερώτημα ο Αισχύλος αφήνει εμάς να το απαντήσουμε.

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Δύο μέτρα και σταθμά

October 3, 2009 § Leave a comment

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΒΑΝΔΑΛΟΣ (ΕΤΣΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΗΓΕΣΙΑ) ΝΥΧΤΑ ΑΠΕΚΟΨΕ, ΜΕ ΣΦΥΡΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ, ΤΑ ΓΕΝΝΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΒΟΛΟΥ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ, ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΛΙΜΑΡΜΑΡΟ

Αυτό το απεχθές γεγονός θεωρήθηκε (και είναι) εκτός από βανδαλισμός, φασιστική απόπειρα να επιβληθεί λογοκρισία στην τέχνη, να επέμβει αυθαίρετα και τρομοκρατικά μια ηθικολογούσα ιδεολογία στην ελευθερία της έκφρασης.

Επίσης πριν από λίγα χρόνια στα σχολικά εγχειρίδια του λυκείου κάποιοι σεμνότυφοι, για να το πω κομψά, εκπαιδευτικοί σύμβουλοι, υπεύθυνοι για το μοναδικό βιβλίο ελληνικής Λογοτεχνίας που εκδίδεται από τον Κρατικό Οργανισμό Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων είχαν αφαιρέσει από το ποίημα του Καβάφη «Ιθάκη» τούς στίχους: «Και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής- όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά». Ήταν μάλιστα εποχή Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου και το ποίημα μπήκε ως θέμα στις εξετάσεις και τα απαξιωτικά σχόλια για τη λογοκριτική επέμβαση σε ένα τελειωμένο και καταξιωμένο έργο τέχνης δώσαν και πήραν και εκτός εκπαιδευτικής κοινότητας που έγκαιρα σε ανύποπτο εξεταστικό χρόνο είχε διαμαρτυρηθεί.

Πριν από πολύ λίγα χρόνια κάποιοι αλήτες, φασίστες και πουριτανοί, είχαν γεμίσει με αγκυλωτούς σταυρούς και αισχρές αναφορές την προτομή του Κουν στου Μακρυγιάννη στην αρχή της οδού Φρυνίχου, όπου το «Θέατρο Τέχνης- Κάρολος Κουν». Σύσσωμη εξεγέρθηκε όχι μόνο η θεατρική, καλλιτεχνική εν γένει κοινότητα, αλλά κυρίως ο ευαίσθητος πάντα προοδευτικός Τύπος. Πέρα από τη χυδαία προσβολή που γινόταν στο πρόσωπο ενός σημαντικού εργάτη της τέχνης που τίμησε το ταλέντο του και τη χώρα, γινόταν βάναυση επέμβαση στην ακεραιότητα και την αισθητική ενός καλλιτέχνη- εδώ του γλύπτη που είχε ελεύθερα αποδώσει στην ύλη το ήθος και το ύφος του Δασκάλου, ακολουθώντας τους κανόνες και τις αρχές της τέχνης του και της ιστορίας της συντεχνίας του.

Για να φτάσω στην ακραία υπερβολή εκείνων που κάκιζαν τον Μίκη Θεοδωράκη που δεν είχε κρατήσει την άνω τελεία (!) στους στίχους του ποιήματος «Άρνηση» του Σεφέρη που μελοποίησε. Ξέρετε: «Πήραμε τη ζωή μας· λάθος, κι αλλάξαμε ζωή».

Κι αυτή η υπερβολική ευαισθησία υπερασπιζόταν, εδώ ακραία, τη βούληση του ποιητή, την αυθεντική του σκέψη, αλλά και (κι αυτό χρησιμοποιήθηκε ως κριτική) τη ρυθμική ακολουθία!! Δεν χρειάζεται, πιστεύω, να αναφερθώ στις ιερεμιάδες που έχουν γραφτεί, ακουστεί και συλλαληθεί για τον σεβασμό που οφείλουμε στα αρχαία μνημεία. Ένα αρχαίο θραύσμα αγγείου μετατοπίζεται από μια προθήκη, ένα πωλητήριο στήνεται σε αρχαιολογικό χώρο και επιστρατεύονται συχνά βίαιες αντιδράσεις για την ιεροσυλία. Και δικαίως, λέω εγώ.

Και βέβαια η πανεθνική εκστρατεία για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, πάνω σε τι τάχα επιχειρηματολογείται. Ότι ένας κλέφτης της Ιστορίας, ένας αρχαιοκάπηλος λόρδος διέσπασε μια γλυπτική ενότητα, αφαίρεσε καταστρέφοντας την αρμονία ενός μνημείου, αλλά και την πνευματική καλλιτεχνική Σκέψη ενός Γλύπτη, τμήμα όλου προκαλώντας μια ανεπούλωτη πληγή και διασαλεύοντας την ισορροπία του έργου τέχνης.

Αγανακτήσαμε πρόσφατα γιατί σεμνότυφοι υποκριτές έριξαν μπογιά σε ζωγραφικό πίνακα σε διεθνή έκθεση και προχθές διότι πέρα από την αλήθεια του περιεχομένου που θέλησαν κάποιοι να αμφισβητήσουν λογοκρίνοντας την Ιστορία, προσέβαλαν βάναυσα την ελευθερία έκφρασης του σκηνοθέτη Γαβρά.

Ο αείμνηστος Μάνος Χατζιδάκις (και ήμουν ο μοναδικός μάρτυρας στη δίκη για τα προσωρινά μέτρα, που έγιναν δεκτά) είχε ασκήσει το ηθικό πνευματικό του δικαίωμα και είχε απαγορεύσει να παιχτούν έργα του στην περίφημη τέντα της λεωφόρου Συγγρού, διότι, ισχυριζόταν, ότι τα έργα του δεν ταίριαζαν με το σκεπτικό, την όλη σύνθεση και το κοινό που εκείνος επιθυμούσε να απευθύνεται.

Δυστυχώς όμως, ο νόμος περί πνευματικών δικαιωμάτων και κατ΄ εξοχήν το ηθικό δικαίωμα (δηλαδή η προστασία του έργου Τέχνης ή της Λογοτεχνίας από όποια κακοποίηση, κακομεταχείριση, εμπορευματικοποίηση και παραποίηση) δεν ισχύει μετά την παρέλευση εβδομηκονταετίας από τον θάνατο του δημιουργού. Τα πριν απ΄ αυτό το όριο είναι έρμαια στις ορέξεις των εμπόρων, των διαφημιστών, των διασκευαστών, των κάθε είδους και ήθους εκμεταλλευτών της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Αυτό σώζει π.χ. που δεν μπορεί ένας μεταμοντέρνος χλεχλές, Γερμανός ή άλλος, όχι μόνο να αλλοιώσει ένα έργο του Μπέκετ, αλλά και να του τροποποιήσει τη διανομή. Έτσι οι φύλακες των πνευματικών ηθικών του δικαιωμάτων (ανεξάρτητα αν οι παραγωγοί είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν τα νόμιμα οικονομικά δικαιώματα), οι κληρονόμοι του πρόσφατα απαγόρευσαν σε γερμανική παράσταση να παιχτεί το «Περιμένοντας τον Γκοντό» από γυναίκες ηθοποιούς. Ο Αισχύλος όμως, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Σαίξπηρ, ο Μολιέρος, ο Γκαίτε, ο Τσέχωφ δεν γλιτώνουν.

  • Ο κάθε ρατές σκηνοθέτης μπορεί να αφαιρεί πράξεις από τον Στρίντμπεργκ και να μπολιάζει τα έργα του με τον μισητό του Ίψεν

Where Am I?

You are currently viewing the archives for October, 2009 at Κείμενα.