Το θέατρο και η δημοκρατία

May 24, 2009 § Leave a comment

Oταν μιλάμε για το θέατρο μιλάμε για τη δημοκρατία, για μια αντιπαράθεση των ιδεών και των αισθημάτων η οποία, στην όξυνσή της, είναι ικανή να παρακάμψει ή να ανατρέψει το δεδομένο τελετουργικό. Δεν μιλάμε για ένα σόου που απευθύνεται σε «χαυνοπολίτες», για να θυμηθούμε μία από τις τόσες λέξεις που έπλασε ο οίστρος του Αριστοφάνη, αλλά για μια εκκλησία του δήμου μέσα στην εκκλησία του δήμου. Η «διάδραση» μπορεί να μην είχε στην αρχαιότητα τη σημερινή της σημασία (και πάλι κατά τον Αριστοφάνη, «διαδρασιπολίτες» είναι όσοι αποφεύγουν να φορτωθούν οποιοδήποτε βάρος της πολιτείας, οι λουφαδόροι), αφού ο «διαδραστικός» έγινε του συρμού τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα για να περιγράψει το μη υπάρχον ή το οιονεί υπάρχον, ήταν ωστόσο γεγονός η συλλειτουργία και η δυναμική συνύπαρξη «κοινού», «ηρώων», ηθοποιών και ποιητών. Η ενσωμάτωση του Χορού στο αρχαιοελληνικό δράμα, την τραγωδία και την κωμωδία, υποστασιοποιούσε τον δήμο, ενεργό και παρεμβατικό· δεν ήταν η υποτιμητική αναπαράστασή του αλλά η ζώσα και δρώσα εικόνα του, που καμιά σχέση δεν είχε βέβαια με τον κονσερβαρισμένο δήμο που «εκπροσωπείται» από τα επίσης κονσερβαρισμένα γέλια που ακούμε στα αμερικανικά σίριαλ (παραδόξως, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επινοηθεί ούτε κονσερβαρισμένα κλάματα, επί δραμάτων, ούτε κονσερβαρισμένες κραυγές τρόμου, επί θρίλερ).

Ησυχη υπόθεση δεν ήταν ποτέ το θέατρο, κι αυτή η ιδρυτική ανησυχία του, γνώρισμα εσωτερικό και όχι επιδερμικό, είναι τμήμα της κληρονομιάς του σχεδόν εξίσου σημαντικό με τα καθαυτό κείμενα που παραλάβαμε. Μια γεύση για την εμπλοκή του δήμου στη θεατρική λειτουργία δίνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα από την «Ιστορία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου» του Νικολάου Λάσκαρη, θεατρικού συγγραφέα και ιστορικού του θεάτρου, αρχαιοελληνικού, ρωμαϊκού και νέου: «Οι θεαταί κατά την διάρκειαν της παραστάσεως επαθαίνοντο ευκόλως διά την μίαν ή την άλλην αιτίαν. Αλλοτε συνεκινούντο και έκλαιον διά τα παθήματα ή τας περιπετείας του τάδε ή δείνα ήρωος, άλλοτε ενθουσιάζοντο διά την τεχνοτροπίαν του συγγραφέως και ευθύς τον αντήμειβον, ενώ εξ άλλου τον απεδοκίμαζον α γ ρ ί ω ς οσάκις συνέβαινε να ασεβή προς τους θεούς. […] Οι θεαταί κατ’ ουδένα τρόπον επέτρεπον υπαινιγμούς από σκηνής διά την θρησκείαν των. Οταν ποτέ ο Ευριπίδης απετόλμησε διά τινος προσώπου του “Βελλερεφόντου” του να εκφέρη βλασφημίας τινάς, το ακροατήριον σύσσωμον θα ελιθοβόλει τον υποκρινόμενον το πρόσωπον αυτό υποκριτήν, εάν δεν ενεφανίζετο επί σκηνής ο ποιητής να το καθησυχάση λέγων ότι ο ούτω βλασφημήσας θα ετιμωρείτο σκληρώς εις το τέλος. Την αυτήν τιμωρίαν θα υφίστατο και ο Αισχύλος όταν απεκάλυψεν έν τινι τραγωδία του τα των Ελευσινίων μυστηρίων, εάν δεν κατέφευγε εις τον εν τη ορχήστρα βωμόν του Διονύσου».

Οσο για την αντίδραση των θεατών–πολιτών σε όσα άκουγαν και έβλεπαν, σημειώνει ο Ν. Λάσκαρης: «Εστιν ότε τους γέλωτας και τ’ αστεία των θεατών διεδέχοντο αυστηρόταται, αλλά και αυθάδεις επικρίσεις των από σκηνής λεγομένων. Διδασκομένου ποτέ του “Ορέστου” του Ευριπίδου, όταν ο ήρως του δράματος λέγη προς τον Τυνδάρεω: “Χωρίς πατέρα δεν γίνεται υιός”, εις εκ των θεατών, εγερθείς της θέσεώς του, εκραύγασε μεγαλοφώνως προς την σκηνήν: “Και χωρίς μητέρα, ω κάθαρμα Ευριπίδη!” […] Την αποδοκιμασίαν των την εξεδήλουν οι θεαταί διά συριγμάτων, ποδοκροτημάτων και κλωσμών [δηλ. με ήχους σαν κι εκείνους που κάνουμε με το στόμα μας για να διώξουμε τα πουλιά]. Εστιν ότε αι αποδοκιμασίαι, οσάκις υποκριτής τις καθίστατο ανυπόφορος, έφθανον και μέχρι λιθοβολισμού. Επί του προκειμένου, ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο υποκριτής Ηγήμων ο Θάσιος εισήλθέ ποτε εις την σκηνήν έχων το ιμάτιόν του πλήρες λίθων τους οποίους κατόπιν έρριψε εις την ορχήστραν προς μεγάλην έκπληξιν των θεατών· αφού δ’ επ’ ολίγον τους παρετήρησεν, είπε: “λίθοι μεν οίδε· βαλλέτω δ’ εί τις θέλει”. Αλλοτε μεταξύ αποδοκιμαζομένων υποκριτών και θεατών συνήπτετο άγριος πετροπόλεμος, οπότε επενέβαινον οι επιμεληταί της ευταξίας εν τω θεάτρω, οι ραβδούχοι καλούμενοι, ή, κατά τον Λουκιανόν, μαστιγοφόροι, και ερράβδιζον τους παρεκτρεπομένους υποκριτάς. Αλλά και τους επαινούντας εαυτούς από σκηνής ποιητάς φαίνεται ότι ετιμώρουν οι ραβδούχοι».

Χλεύη, άγρια μάλιστα, πετροπόλεμος, ραβδισμοί. Εν θεάτρω και λόγω του θεάτρου. Κάπως ηπιότερα, με τη βία μάλλον συμβολική, ήταν τα πράγματα στους επόμενους καιρούς. Και μολονότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η ιστορία διδάσκει, ας κάνουμε άλλη μία κίνηση προς το παρελθόν, προς τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. «Το θέατρο των χρόνων της επανάστασης αποτελούσε ένα ακόμη φλογερό πεδίο μάχης», σημειώνει η Μαίριλυν Γιάλομ στο βιβλίιο της «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών – Αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται» (μτφρ. Εύη Κλαδούχου, εκδόσεις «Αγρα», 2009). Και εξηγεί: «Το εύρος του θεάτρου ξεκινούσε από παρωδίες που ήταν γραμμένες για να διασκεδάζουν το αμόρφωτο πλήθος, ακόλαστες καρικατούρες της βασιλικής οικογένειας και των αυλικών της, έως σοβαρά δράματα που κήρυτταν τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας. Αρκετοί μάλιστα τόλμησαν να επιδείξουν την αφοσίωσή τους, όπως αφηγείται η Κυρία ντε Τουρζέλ [η τελευταία γκουβερνάντα των παιδιών του Λουδοβίκου του ΙΣΤ΄ και της Μαρίας – Αντουανέττας] στο ακόλουθο επεισόδιο: “Εδιναν μια παράσταση της “Ιφιγένειας” στην Οπερα. Η χορωδία, που τραγουδούσε ““Ας τιμήσουμε τη βασίλισσά μας”, χειροκροτήθηκε ένθερμα από τους βασιλικούς, που φώναζαν “κι άλλο”. Ακούγονταν διάφορες αποδοκιμασίες και μουρμουρητά από την αντίπαλη παράταξη… Η δυσαρέσκεια των αντιπάλων αυξήθηκε όταν ο [ηθοποιός] Lainez επέτρεψε στον εαυτό του να πει: “Νομίζω, κύριοι, ότι κάθε καλός Γάλλος πρέπει να αγαπά τον βασιλιά και τη βασίλισσα”… Επειτα από αυτήν τη δήλωση του πέταξαν ένα δάφνινο στεφάνι… Δύο μέρες αργότερα οι επαναστάτες, οι οποίοι είχαν αγοράσει όλες τις θέσεις στην πλατεία, δεν άφησαν τον Λαινέ να παίξει μέχρι να ποδοπατήσει το στεφάνι που του είχαν δώσει νωρίτερα”».

Ποια σχέση μπορεί να έχουν οι συμπεριφορές τού παρελθόντος με την πρόσφατη επίθεση στο θέατρο όπου θα παιζόταν το «Κίτρινο σκυλί» του Μισέλ Φάις, ένας μονόλογος που αφορμή του στάθηκε το δράμα της Κωνσταντίνας Κούνεβα, δράμα–στίγμα για την ελληνική πολιτεία; Την παραμικρή. Κι όχι μονάχα επειδή δεν ζούμε σε επαναστατική περίοδο, παρεκτός και δώσουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στη φαντασίωσή μας, περίπου την ίδια που μας αιχμαλωτίζει στην πεποίθηση πως είμαστε οι μοναδικοί ιδιοκτήτες της ευαισθησίας. Αλλά και επειδή ούτε η στάση των αρχαίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι: εκείνοι ερεθίζονταν από το έργο, από το λόγο, και αντιδρούσαν. Τώρα όμως ο λόγος απογοητεύτηκε πριν καν ακουστεί.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/5/2009

Tagged:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

What’s this?

You are currently reading Το θέατρο και η δημοκρατία at Κείμενα.

meta

%d bloggers like this: