Ανάμεσα στις μεγάλες μαύρες παύσεις. Σάμιουελ Μπέκετ: Η αλληλογραφία 1929-1940

May 2, 2009 § Leave a comment

  • The Letters of Samuel Beckett
  • Τόμος πρώτος 1929-1940
  • επιμέλεια: Martha Dow Fehsenfeld και Lois More Overbeck, σε συνεργασία με τους Dan Gunn kai George Craig
  • εκδόσεις Cambridge University Press, σ. 822, 50 $

Φωτο: Henri-Cartier Bresson,magnum

Φωτο: Henri-Cartier Bresson,magnum

Γιατί ένας αναγνώστης εγκύπτει με λαιμαργία στην προσωπική αλληλογραφία ενός συγγραφέα; Για να τον φιλοξενήσει εντός του, προσπαθώντας να τον καταλάβει όσο γίνεται καλύτερα; Για να πλησιάσει την ανθρώπινη πλευρά που σκιάζεται από το έργο; Από ανεπίτρεπτη αδιακρισία; Ή μήπως, όπως σημειώνει ο Ελίας Κανέτι στο βιβλίο του «Η άλλη δίκη. Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε», επειδή «για τη φρίκη της ζωής, που σπανίως συνειδητοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι, εκτός από ορισμένους που δεν τη λησμονούν ποτέ, λες και κάποιες εσωτερικές δυνάμεις τούς έχουν ορίσει μάρτυρες, υπάρχει μόνο μία παρηγοριά: η συμμετοχή τους στη φρίκη που ένιωσαν μάρτυρες παρελθόντων χρόνων»; Ισως για όλους αυτούς τους λόγους μαζί. Ομως οι επιστολές του Κάφκα, του Κιτς, του Μπάιρον, του Βαν Γκογκ διαβάζονται όπως η μεγάλη λογοτεχνία: σαν ασκήσεις στην αυτογνωσία και στον στοχασμό, σαν κλεφτές ματιές σε ιδιωτικά άβατα, που μας αποκαλύπτουν όχι τόσο τον συγγραφέα ή την εποχή του, αλλά τον εαυτό μας. Το ίδιο και οι επιστολές του μανιώδους αλληλογράφου Νίκου Καχτίτση. Το ίδιο και οι πολλές και προς πολλούς, ποικίλες ως προς το ύφος και τον στόχο, επιστολές του Γιώργου Σεφέρη.

Και ο Σάμιουελ Μπέκετ ήταν πολυγραφότατος επιστολογράφος. Οι επιμελητές Martha Dow Fehsenfeld και Lois More Overbeck, που δούλεψαν σκληρά για τον πρώτο τόμο της αλληλογραφίας του Σάμιουελ Μπέκετ (1929-1940), ο οποίος μόλις εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις του Κέμπριτζ, μετέγραψαν περισσότερες από 15.000 επιστολές, γραμμένες στην πορεία 60 χρόνων: από το 1929, όταν ο Μπέκετ ήταν 23 ετών, ώς τον θάνατό του το 1989. 2.500 παρατίθενται πλήρεις, ενώ στις σημειώσεις φιλοξενούνται αποσπάσματα από 5.000 ακόμη. Μερικές που ενδεχομένως θα ήταν αποκαλυπτικές και συγκινητικές, δεν θα τις δούμε πιθανότατα ποτέ, αφού ο Μπέκετ, πριν ενδώσει στη δημοσίευση της αλληλογραφίας του, διευκρίνισε ότι επιθυμούσε να δημοσιοποιήσει μόνον όσες είχαν «σχέση με το έργο του». Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν θα διαβάσουμε, ακόμη και αν υπάρχουν, το ισοδύναμο των επιστολών του Κάφκα προς τη Μιλένα ή τη Φελίτσε -και είναι κρίμα γιατί οι ερωτικές ιστορίες του Μπέκετ δεν ήταν καθόλου αμελητέες, ούτε σε ένταση ούτε σε αριθμό.

Εστω· οι επιστολές που έχουμε δεν είναι λίγες, σχολιάζει ο συγγραφέας Gabriel Josipovici που παρουσιάζει τον πρώτο τόμο του έργου στους Times. Και μολονότι πολλές απ’ αυτές είχαν δημοσιοποιηθεί και παλιότερα, η αίσθηση εγγύτητας που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντάς τες συνολικά και όχι ενσωματωμένες σε κάποια βιογραφία (όπως π.χ. η πολύτιμη του James Knowlson που κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Scripta, σε μετάφραση Γ.Ι. Μπαμπασάκη) είναι μεγάλη. Γιατί η βιογραφία, όσο επιδέξια και διακριτικά και αν έχει γραφτεί, επιβάλλει μια ψευδή τελεολογία στο θέμα της ή δίνει σε μια ζωή το σχήμα και το νόημα που πιθανότατα δεν είχε για εκείνον που τη ζούσε -όπως είχε επισημάνει από χρόνια ο Σαρτρ. Κι αν η αλληλογραφία μάς συγκινεί, είναι γιατί μέσα από τις επιστολές που ξετυλίγονται παράλληλα με τη ζωή των συγγραφέων τους, ο χρόνος αποκαλύπτει τη διάσταση που έχει για τις δικές μας ζωές: ότι δεν είναι ποτέ γραμμικός, ακύμαντος, ούτε οδηγεί σ’ έναν ολοκάθαρα διακριτό προορισμό, αλλά είναι σκολιός, δόλιος, με «μεγάλες μαύρες παύσεις» – παύσεις που θα εγγραφούν, εξάλλου, σ’ ολόκληρο το σώμα του μπεκετικού έργου.

Το 1929 ο νεαρός Σάμιουελ Μπέκετ είχε ήδη ταξιδέψει στην Ιταλία και στη Γερμανία, και ύστερα από μια ιλιγγιώδη καριέρα ως υφηγητής γαλλικής και ιταλικής λογοτεχνίας στο Τρίνιτι του Δουβλίνου είχε πάρει τη θέση του λέκτορα στην Ecole Normale Superieure, όπου ο McGreevy, ένας πολύ μεγαλύτερός του Ιρλανδός, υπήρξε προκάτοχός του. Ο ΜακΓκρίβι, που ακόμη ζούσε στο Παρίσι, θα συστήσει τον Μπέκετ σε πολλούς φίλους του: ανάμεσα τους, ο Τζέιμς Τζόις -γραμματέας του οποίου θα διατελέσει ο Μπέκετ επί δύο χρόνια, εμπνέοντας, μάλιστα, καταστροφικό έρωτα στη διαταραγμένη ψυχικά κόρη τού Τζόις, Λουτσία- και ο Ρίτσαρντ Αλντινγκτον, ένας από τους πιο ένθερμους ιμαζιστές της εποχής, φίλος του Εζρα Πάουντ και σύζυγος της ποιήτριας Χίλντα Ντούλιτλ. Ο Μπέκετ πέρασε όλη τη δεκαετία του ’30 κυριολεκτικά on the road: επέστρεψε στο Δουβλίνο, πήρε και μετά εγκατέλειψε μια ακαδημαϊκή θέση στο Τρίνιτι, έγραψε ένα βιβλιαράκι για τον Προυστ, αρκετά ποιήματα, μερικά από τα οποία δημοσιεύτηκαν, μερικά διηγήματα, ανάμεσά τους και το αριστουργηματικό More Pricks than Kicks και δύο μυθιστορήματα, από τα οποία το πρώτο, Dream of Fair to Middling Women, δεν κατάφερε να βρει εκδότη και το δεύτερο, ο Μέρφι, δημοσιεύτηκε όταν η δεκαετία έφτανε στο τέλος της· προσπάθησε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο και άρχισε ψυχανάλυση με τον Wilfred Bion· έχασε τον πατέρα του που υπεραγαπούσε («Δεν μπορώ να γράψω γι’ αυτόν. Μπορώ μονάχα να περπατάω στα χωράφια και να σκαρφαλώνω στις πλαγιές ακολουθώντας τον», σημειώνει σπαρακτικά σε μια επιστολή λίγο μετά τον θάνατό του) και προσπάθησε να ζήσει και πάλι στο Δουβλίνο· ταξίδεψε επί ένα εξάμηνο στη Γερμανία για να μελετήσει τέχνη στα μεγάλα της μουσεία και ερωτοτρόπησε με την ιδέα ή να γίνει έμπορος έργων τέχνης ή να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, φτάνοντας μάλιστα να γράψει στον Αϊζενστάιν, ζητώντας του να τον προσλάβει ως βοηθό του· τέλος, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνάντησε και ερωτεύτηκε τη διά βίου σύντροφό του Suzanne Descheveaux-Dumesnil. Εκεί θα τον μαχαιρώσει αναίτια στο στήθος ένας παντελώς άγνωστός του μια γεναριάτικη νύχτα του 1938. Εκεί θα συναντήσει το παράλογο, ενσαρκωμένο στην απάντηση που έδωσε ο παραλίγο δολοφόνος του, όταν ο Μπέκετ τον ρώτησε γιατί του επιτέθηκε: «Δεν ξέρω, κύριε. Συγγνώμη». Εκεί θ’ αρχίσει να συναναστρέφεται μια μικρή ομάδα ιρλανδών και γάλλων διανοουμένων, να πίνει πολύ, να γράφει κείμενα ερμητικά, και να οικοδομεί το credo του: «Η μορφή είναι το περιεχόμενο, το περιεχόμενο είναι μορφή. Τα κείμενα ενός συγγραφέα δεν αναφέρονται σε κάτι· είναι αυτό το κάτι, καθεαυτό».

Οι φωτογραφίες του Μπέκετ, μ’ αυτό το βλέμμα του ανήσυχου πουλιού, το οστεώδες πρόσωπο, το αγέλαστο στόμα τού κατ’ εξοχήν προφήτη της στειρότητας και της απάνθρωπης ερημιάς του σύγχρονου κόσμου, δίνουν την εντύπωση ενός ανθρώπου κλειστού, απορροφημένου από την τέχνη του· κι όμως, σύμφωνα με όλους όσοι τον γνώρισαν, ήταν ένας από τους πιο εγκάρδιους συνομιλητές, πιστός και γενναιόδωρος φίλος, νευρωτικός και βαθιά ανθρώπινος. Οι επιστολές του, προς τον ΜακΓκρίβι, τον Γερμανό φίλο του Axel Kaun, τη φίλη του Nuala Costello, τον εξάδελφό του Μόρις Σίνκλερ κι άλλους φανερώνουν ολοκάθαρα τη θερμότητα και την ευγένειά του. Ταυτόχρονα, όμως, μιλούν για τις αγωνίες ενός φιλόδοξου και εσωτερικά βασανισμένου νέου συγγραφέα που προσπαθεί να ανακαλύψει ποιος είναι και τι θέλει από τη ζωή και την τέχνη του. Είναι, όπως και τα πρώιμα ποιήματα και διηγήματά του, ένα είδος στοχασμών – οι δοκιμές μιας φωνής, ενός τόνου, μερικές φορές και μιας άλλης γλώσσας.

Ολη τη δεκαετία του ’30 ο Μπέκετ θα ταλαντεύεται ανάμεσα στη βάσανο της τέχνης και την έγνοια του για την τύχη των έργων του· ανάμεσα σ’ ένα γιγάντιο εγχείρημα αυτομόρφωσης και τις καθημερινές μέριμνες. Μαθαίνοντας ότι ένας αμερικανός εκδότης είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον Μέρφι, αλλά απαιτούσε περικοπές, απαντάει αρχικά ότι ο ίδιος έχει περικόψει ό,τι μπορούσε να περικοπεί, μερικούς μήνες αργότερα, ωστόσο, γράφει στον πράκτορά του: «Εχουμε κανένα νεότερο για τον Κουίγκλι, εννοώ τον Μέρφι; Το τελευταίο που θυμάμαι είναι η προθυμία μου να πετσοκόψω το έργο, έστω και αφήνοντας μονάχα τον τίτλο. Τώρα είμαι έτοιμος να προχωρήσω ακόμα περισσότερο, και να αλλάξω τον τίτλο, αν θεωρείται προσβλητικός, σε Κουίγκλι, Τρομπέτενσλάιμ, Ελιοτ, ή όποιο άλλο όνομα γουστάρουν οι εκδότες». Περίπου την ίδια εποχή ξαναδιαβάζει τον Προυστ, και σημειώνει: «Διάβασα τον πρώτο τόμο τού “Από τη μεριά του Σουάν’ και τον βρήκα παράξενα άνισο. Υπάρχουν ασύγκριτα πράγματα -Φρανσουάζ, Ταντ Λεονί, Λεγκραντέν- και μετά κομμάτια που είναι προσβλητικά, πληκτικά, τεχνητά και σχεδόν ανέντιμα… Η φλυαρία του είναι ασφαλώς πιο ενδιαφέρουσα και έξυπνη από του Μουρ, αλλά εξίσου ακατάσχετη, ένα γλουγλούκισμα μασέλας, μια διάρροια λόγω μαντλέν, από μια κοιλιά που υποφέρει από κωλικούς. Επινε πολύ τίλιο φαίνεται. Και να σκέφτεσαι ότι είμαι υποχρεωμένος να τον παρακολουθώ στην τουαλέτα επί δεκαέξι τόμους!» Η αποστροφή του για τον Μπαλζάκ, εγγεγραμμένη και στο μυθιστόρημά του Dream of Fair to Middling Women («Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ εισπράττεις την εντύπωση ενός χλωροφορμισμένου κόσμου») ξεσπάει στην αλληλογραφία του απερίφραστα: «Διαβάζω την “Εξαδέλφη Μπέτι”. Η γελοιότητα του ύφους είναι τόσο τεράστια, που αναρωτιέμαι αν γράφει σοβαρά ή αν παρωδεί». Δεν χαρίζεται σε κανέναν. «Κι έτσι απέφυγα να τελειώσω το Le Desert de l’ Amour του Μοριάκ, που αναμφίβολα δεν μου αρέσει. Ενα καρτερικό, ανούσιο κλαψούρισμα που ανυπομονεί κανείς να το δει να καταλήγει θορυβωδώς σ’ ένα μυξομάντιλο». Ο Κιτς δεν γλιτώνει: «Μ’ αρέσει αυτό το κουκούβισμα και το κλώσημα που υπάρχει στον Κιτς – να κάθεται ανακούρκουδα στα βρύα, να συνθλίβει ένα πέταλο, να γλείφει τα χείλια του και να τρίβει τα χέρια του». Ακόμα και στον Ντοστογιέφσκι δεν δίνει carte blanche: «Διαβάζω τους “Δαιμονισμένους” σε μετάφραση. Πρέπει να είναι πολύ αφρόντιστα και άσχημα γραμμένο στα ρωσικά, γεμάτο κλισέ και δημοσιογραφικά κόλπα. Ομως η κίνηση, οι μεταπτώσεις! Κανένας δεν κινείται όπως ο Ντοστογιέφσκι. Κανένας δεν έχει συλλάβει τον παραλογισμό του διαλόγου όπως εκείνος».

Πανταχού παρόν το χιούμορ, που υποβόσκει ακόμη και στις πιο σκοτεινές πλευρές του έργου του. Πανταχού παρούσα και η ικανότητά του να διακρίνει ό,τι δεν του αρέσει σ’ ένα έργο από το σύνολό του που μπορεί και να εκτιμά. Σε μια επιστολή προς τον Μόρις Σίνκλερ γράφει: «Ποτέ δεν μπόρεσα να συμφιλιωθώ με την Ποιμενική Συμφωνία, στην οποία έχω την εντύπωση ότι ο Μπετόβεν διοχέτευσε ό,τι χυδαίο, εύκολο και παιδικό είχε (και είχε πολλά), για να τελειώνει μια και καλή με όλα». Αντίθετα, στην επιστολή του προς τον Axel Kaun αναφέρεται με πάθος στην Εβδόμη και στο πώς «η επιφάνεια του ήχου… καταβροχθίζεται από τεράστιες μαύρες παύσεις» – παύσεις ανάλογες, στην πυκνότητά τους, με εκείνες που καταβροχθίζουν το νόημα στα έργα του ίδιου του Μπέκετ, παράγοντας εκείνο το τόσο ασφυκτικό αίσθημα του κενού.

Είναι η εποχή που διαβάζει πολύ, παθιασμένα, με ιδιοτέλεια, αναζητώντας ερεθίσματα για τη δική του δουλειά και συναντώντας τα στα πιο απροσδόκητα σημεία -όπως στην Τζέιν Οστεν που, καθώς λέει στον ΜακΓκρίβι, «έχει πολλά να του διδάξει»- πηδώντας από τη φιλοσοφία στην κλασική ποίηση και από τους ήσσονες Γάλλους και Γερμανούς συγγραφείς στον Γκέτε και τον Σίλερ. Είναι ταυτόχρονα η εποχή που κονταροχτυπιέται με την αμφιβολία, την αποθάρρυνση, το αίσθημα της ανεπάρκειας. Είναι η εποχή της διαμόρφωσης, η οδυνηρή κυοφορία του μέλλοντος. Είναι τα χρόνια που κατατρώγεται από το άγχος της επίδρασης: «Ορκίζομαι να ξεπεράσω τον Τζ.Τζ. (Τζέιμς Τζόις) πριν πεθάνω». Το 1930 γράφει στον Τσαρλς Πρέντις από τον εκδοτικό οίκο Chatto and Windus, στον οποίο είχε υποσχεθεί μερικές επιπλέον σελίδες στο βιβλιαράκι του για τον Προυστ. «Δεν έχω να προσθέσω τίποτα στον Προυστ. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα εδώ – ούτε να διαβάσω ούτε να σκεφτώ ούτε να γράψω… Πρέπει να απολογηθώ για τον παραλογισμό της όλης δραστηριότητάς μου. Προσδοκούσα πιο γενναιόδωρα διαλείμματα στη γενική παράλυση που με έχει καταλάβει». Δύο χρόνια αργότερα, στον ΜακΓκρίβι: «Δεν προσπάθησα να γράψω. Η ιδέα και μόνο της συγγραφής μού φαίνεται γελοία». Οταν ολοκληρώνει κάποιο ποίημα ή διήγημα, αισθάνεται ότι η συγγραφή απλώς «του συμβαίνει», ανεξάρτητα από τη βούλησή του: «Εσωκλείω το μόνο κομμάτι που μου συνέβη από την εποχή του Παρισιού και που δεν μου περιποιεί ιδιαίτερη τιμή, απ’ όσο μπορώ να κρίνω». Πενθεί γιατί δεν διελαύνεται από την ακαριαία έμπνευση που διακρίνει «στον Ομηρο, τον Δάντη, τον Ρακίνα, και μερικές φορές στον Ρεμπό». Θρηνεί για την «έλλειψη ακεραιότητας» που καταλογίζει στα γραφτά του. Ομολογεί την απουσία της απόλαυσης: «Το γράψιμο είναι μια καταραμένη, φρικτή αγγαρεία. Εφτιαξα δύο ακόμη “short stories”, εμφιαλωμένες ατμόσφαιρες, comme ηa, χωρίς πίστη, μόνο και μόνο επειδή πρέπει κανείς να κάνει κάτι, αλλιώς θα αφανιστεί από πλήξη». Η ακηδία τον παραλύει: «Δεν έχω τον ελεύθερο χρόνο, ακόμη κι αν εμφανιζόταν η επιθυμία, να κάνω οτιδήποτε στον τομέα της λογοτεχνίας». Κι όμως, ανησυχεί: «Τρομοκρατούμαι μερικές φορές στην ιδέα ότι η φαγούρα της συγγραφής έχει θεραπευτεί».

Οπως παρατηρεί ο συγγραφέας Gabriel Josipovici στους Times, αυτό το πολύπλοκο και βασανιστικό πλέγμα αντιφατικών παρορμήσεων θυμίζει πολύ τον Κάφκα. Αλλά οι αναλογίες ανάμεσα στους δύο συγγραφείς είναι ακόμη περισσότερες. Οπως και ο Κάφκα, ο Μπέκετ συνεχώς παραπονιέται για σωματικές ενοχλήσεις, λες και η αποτυχία του να γράψει όπως θα ήθελε επηρεάζει αυτομάτως το σώμα: τα δόντια του χαλάνε, ο λαιμός του πονάει, έχει πλευρίτιδα, «φτερουγίσματα στο στήθος», «σμηγματώδεις κύστεις», τα πόδια του τον πεθαίνουν. Οπως ο Κάφκα, ο Μπέκετ πλήττει και βυθίζεται στην αδράνεια. Οπως ο Κάφκα μισούσε την Πράγα, έτσι ο Μπέκετ απεχθάνεται το Δουβλίνο, που του γεννά «κουρασμένη, αφηρημένη οργή, αόριστη παθητική αντίδραση». Ο Κάφκα ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία και ονειρευόταν να εγκατασταθεί μια μέρα στην Παλαιστίνη, για να δραπετεύσει από τον αυταρχικό του πατέρα· ο Μπέκετ έχει αντίστοιχα προβλήματα με τη διεκδικητική, πιεστική του μητέρα και εγκαταλείπει το Δουβλίνο για να ξεφύγει «απ’ την αρπάγη» της. Οπως συμβαίνει και με τον Κάφκα, τέλος, τα πάντα κρέμονται από το γράψιμο: «Οταν ο Φρανκ άκουσε ότι ο (εκδοτικός οίκος) Heinemann είχε απορρίψει τον Μέρφι, είπε: “Γιατί δεν μπορείς να γράψεις όπως θέλουν οι άνθρωποι;”, κι εγώ απάντησα ότι μονάχα έτσι μπορούσα να γράψω, δηλαδή, όσο καλύτερα μπορούσα (όχι σωστή απάντηση, βέβαια, καθόλου σωστή απάντηση)».

Ποια είναι η απάντηση που αναζητεί ο νεαρός ακόμη Μπέκετ, έχοντας κιόλας απορρίψει την ελέγχουσα αυθεντία και την αίσθηση τελικότητας στα κείμενα, τόσο ενάντιος στη χειραγώγηση, τον εξωραϊσμό ή την εξύμνηση της πραγματικότητας, τόσο εχθρικός στη δικτατορία της καλλιέπειας; «Γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, σχεδόν άσκοπο», γράφει στον Axel Kaun, «να γράφω σε τυπικά αγγλικά. Ολοένα και περισσότερο η γλώσσα μου μού φαίνεται σαν πέπλο που κάποιος πρέπει να σκίσει για να βρει τα πράγματα (ή το τίποτα) που βρίσκονται πίσω του. Γραμματική και ύφος! Φαίνεται ότι για μένα έχουν καταντήσει το ίδιο άσχετα όπως κι ένα μαγιό της εποχής Μπιντερμίαρ, ή το φλέγμα ενός τζέντλεμαν. Μια μάσκα. Ελπίζω πως θα έρθει η στιγμή, δόξα τω Θεώ, και σε κάποιους κύκλους έχει ήδη έρθει, που η γλώσσα θα χρησιμοποιείται καλύτερα, όταν κακοποιείται αποτελεσματικότερα… Ή μήπως μονάχα η λογοτεχνία θα μείνει πίσω, σ’ εκείνο τον παλιό ηλίθιο δρόμο που από καιρό εγκατέλειψαν η μουσική και η ζωγραφική; Υπάρχει κάτι παραλυτικά ιερό που περιέχεται μέσα στη στρεβλή φύση της λέξης και δεν ανήκει στα στοιχεία των άλλων τεχνών; Υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η τρομακτικά αυθαίρετη υλικότητα της λεκτικής επιφάνειας δεν πρέπει να διαλυθεί, όπως, για παράδειγμα, η ηχητική επιφάνεια της Εβδόμης του Μπετόβεν καταβροχθίζεται από τεράστιες μαύρες παύσεις, έτσι ώστε επί σελίδες στη σειρά δεν μπορούμε να την προσλάβουμε παρά σαν ένα ιλιγγιώδες μονοπάτι από ήχους που συνδέουν ανεξιχνίαστα χάσματα σιωπής; Αναζητείται απάντηση». Δεν ξέρουμε αν ο Kaun αποπειράθηκε να δώσει κάποια απάντηση, πάντως πολύ σύντομα ο Μπέκετ ανακάλυψε το δικό του ιλιγγιώδες μονοπάτι, παρασύροντας τους αναγνώστες του ίσως στον πιο εντελή, τον πιο συνεκτικό, στην απόγνωσή του, συγγραφικό κόσμο του 20ού αιώνα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

What’s this?

You are currently reading Ανάμεσα στις μεγάλες μαύρες παύσεις. Σάμιουελ Μπέκετ: Η αλληλογραφία 1929-1940 at Κείμενα.

meta

%d bloggers like this: