Βιζυηνός “Πάσχων”

May 31, 2009 § Leave a comment

Ο Βιζυηνός με τα έξι του διηγήματα άλλαξε το νεοελληνικό λογοτεχνικό χάρτη. Καταδύθηκε κάτω από την επιφάνεια της ηθογραφίας, της περιγραφικότητας, της «εθνικής-ηρωικής» θεματολογίας, φτάνοντας στα ερέβη της ανθρώπινης ψυχής, αναδεικνύοντας την γοητεία και την πολυμέρειά της. Ο Βιζυηνός πάνω στον αυτοβιογραφικό του καμβά συνθέτει ιδιοφυώς τους βίους των ηρώων του. Εγγράμματοι και χωρικοί, κοσμοπολίτες και βιοπαλαιστές, Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας -όχι τόσο με την «εθνική» παρεξηγημένη χροιά, αλλά με την πολιτισμική έννοια του όρου- άνθρωποι ζυμωμένοι από τα βάσανα του βιοπορισμού, τους πολέμους και τις ανακατατάξεις στη βαλκανική χερσόνησο, νέοι που ονειρεύονται την ευτυχία ,άλλα ματαιώνονται οικτρά και οδηγούνται στον ψυχικό και δευτερευόντως στον βιολογικό όλεθρο. Ποιητικές εικόνες της ανατολικής Θράκης απαράμιλλης αισθητικής ,γλαφυρές εικόνες της καθημερινότητας, εικόνες από τις χώρες και τις εμπειρίες που έζησε ο συγγραφέας και τις μεταστοιχείωσε σε δραματική -εικαστική σάρκα, κρουστή και ηδυσμένη.

Ο Βιζυηνός (όπως και ο Παπαδιαμάντης) είναι έντονα θεατρικός. Τα διηγήματά του πλημμυρίζουν από ζωντανές εικόνες, από εκείνο τον παράδοξο δυισμό της νεοελληνικής γλώσσας που ακροβατούσε μεταξύ της αρχαιοπρεπούς καθαρεύουσας και λαϊκής δημοτικής, φανερώνοντας τη δημιουργική σχιζοφρένεια ενός δύσκολου και μπερδεμένου λαού. Η δομή των χαρακτήρων και η εξακτίνωση των νοημάτων σε διάφορους τόπους-σκηνές, σε ποικίλες χρονικές φάσεις, οι αφηγηματικές διαστολές και πυκνώσεις, οι ψυχολογικές εντάσεις και υφέσεις συγκροτούν ένα εξόχως δραματικό τοπίο. Τα διηγήματά του αναπόφευκτα θα έβρισκαν σε δεδομένη χρονική στιγμή, το δρόμο τους για τη σκηνή. Εξάλλου η θεατροποίηση λογοτεχνικών κειμένων είναι μια από τις μεθόδους διαχείρισης του λογοτεχνικού υλικού, που με τους κατάλληλους χειρισμούς μπορεί να έχει σπουδαία σκηνικά αποτελέσματα. Ο ορίζοντας είναι ανοιχτός : διασκευές θεατρικών έργων, παράσταση διαλογικών μερών με τη μορφή μονολόγου ,παρουσίαση μονολόγων με τη μορφή χορικών, παράσταση «υμενικών λωρίδων» που μπορεί να είναι ακόμη και σελίδες από τον τηλεφωνικό κατάλογο ή το μενού εστιατορίου κα. Τα θεάματα εν εξελίξει, οι παραστάσεις-περφόρμανς, το θέατρο των πολυμέσων είναι κάποιες από τις γόνιμες παραστασιακές στρατηγικές. Στο πλαίσιο των πειραματισμών στέκομαι με συγκίνηση στην προ διετίας παράδοξη παραστασιακή προσέγγιση της ποίησης του Ν. Λαπαθιώτη στον περίβολο του ερειπωμένου (σχεδόν στοιχειωμένου) σπιτιού του στα Εξάρχεια, ένα είδος παράστασης δεδομένου χώρου (site-specific performance), απολύτως προσαρμοσμένης στην ελληνική ιδιοπροσωπία, από τον Γ.Σαχίνη και την ομάδα «Όχι Παίζουμε». Φέτος όμως στον Μοσκώβ-Σελήμ MID, πειραματίστηκε με το δύσκολο υλικό του Βιζυηνού. Ο Μοσκώβ -Σελήμ του Βιζυηνού είναι ένας Τούρκος, εκκεντρικός στην όψη και στη συμπεριφορά. Συναντάται με τον Έλληνα, αστό συνομιλητή του στην Καϊνάρτζα της Ανατολικής Θράκης. Η ζωή του Τούρκου είναι σημαδεμένη από πολέμους ,ματαιώσεις και από την αγωνία για το αλλόφυλο κι αλλόθρησκο που συμπυκνώνονται στη μορφή και τον σημασιολογικό φορτίο του «Ρώσου». Ο Βιζυηνός δίνει το στίγμα της πολυπολιτισμικότητας και της ανοχής, της αποδοχής του «άλλου» μετά από αγώνα και περίσκεψη. Ο Μοσκώβ-Σελήμ είναι μια δυνάμει σπουδή πάνω στην νεοελληνική πολυπολιτισμική πραγματικότητα, που μπορεί να είναι φιλόξενη, χωρίς να χρειάζεται να περιφρονήσει την τόσο παρεξηγημένη -και λεηλατημένη από τους πατριδοκάπηλους- ελληνικότητά της.

Ο Μοσκώβ-Σελήμ όμως της ομάδας «Όχι Παίζουμε» δε μοιάζει στο πρότυπό του. Το χρησιμοποιεί όπως ο ιός το κύτταρο-ξενιστή, ως ένα κούφιο κέλυφος για να αυτοδηλωθεί, ανεξάρτητα από τη αύρα και την λογοτεχνική ηθική του Βιζυηνού. Είναι μια άσκηση εγωπάθειας απέναντι σε ένα κείμενο που είτε δεν έγινε κατανοητό, είτε χρησιμοποιήθηκε για την επίπεδη έκθεση των αναφομοίωτων επιρροών του ερμηνευτή του. Τα δίπολα Τούρκος-Έλληνας, γυναίκα-άντρας, μητέρα -γιος στην σκηνοθετική απόπειρα του Γ. Σαχίνη παγιδεύουν στην, κατά Derrida, επανεγγραφή στο ίδιο σύστημα που προσπαθείς να αποδομήσεις.

Ανάμεσα σε πολυάριθμα, άσχετα με το δραματουργικό σώμα, σκηνικά αντικείμενα, μπροστά από αφίσες για την Παλαιστίνη, φέρετρα με το σήμα της ΚΟΑ, βιντεοπροβολές, φουρό και λάβαρα (σκην.-κοστ. Γ.Σκουρλέτης), κινούνται νευρωτικά οι ηθοποιοί, αλλάζοντας πρόσωπα, στάσεις, κάνοντας μούτες και τρώγοντας ποπ-κορν. Ο Μοσκώβ – Σελήμ είναι ντυμένος συνήθως σαν μπαλαρίνα (Δ. Μοθωναίος) και η -επιφορτισμένη με διάφορους ρόλους- συνάδελφός του, μακιγιαρισμένη σαν τον Τζόκερ από τον Μπάτμαν (Τζ. Θλιβέρη). Οι φιλότιμοι ηθοποιοί εξαντλημένοι, παρατονίζουν τα λόγια τους. Αλλά ο παρατονισμός ενός κειμένου δύσκολου και ιδιοπαθώς θεατρικού, που απαιτεί παιδεία για να το προσεγγίσεις είναι το έλασσον, σε μια παράσταση που τελικά δε μπόρεσε να πετύχει τους καλλιτεχνικούς στόχους ούτε της στοιχειώδους μεταμοντέρνας επιτέλεσης. Και ας μην αναφερθούμε σε πολιτικά και πολιτιστικά ζητήματα που «σφηνώθηκαν» στο άρρυθμο και μακρόσυρτο θεατρικό γεγονός, από το οποίο μένει μόνο η θυμωμένη λύπη, γιατί ούτε για μια στιγμή δεν «μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου», όπως θα έλεγε και ο Βιζυηνός…

  • ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ, Θεατρολόγος. Η ΑΥΓΗ: 31/05/2009

Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν οι κότες…

May 31, 2009 § Leave a comment


Μολονότι κατά τεκμήριον επαρκής αναγνώστης, ο συγγραφέας κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος πιάστηκε, κατά το κοινώς λεγόμενο, «αδιάβαστος». Στη λογοκριτική επίθεση ενάντια στο «Από Μηχανής Θέατρο», που είχε ως αποτέλεσμα εκτεταμένες καταστροφές και τη ματαίωση της πρεμιέρας του έργου του Μ. Φάις Το κίτρινο σκυλί, αναφέρεται, στο φύλλο του Σαββάτου 23/5 των Νέων («Τι κρύβεται μες στο αυγό της κότας»), ο ανά δεκαπενθήμερο αρθρογράφος.

Αφού παρατηρήσει πως «ούτε κι εμείς (σ.σ.: οι Α. Δοξιάδης, Π. Μάρκαρης και ο ίδιος, στο κείμενο-καταγγελία με αφορμή τη διακοπή της πρεμιέρας του Εθνικού το Δεκέμβρη) περιμέναμε πως οι φόβοι μας θα αποδειχθούν τόσο αληθινοί», καταλήγει χαρακτηρίζοντας «αυγό του φιδιού», τουτέστιν φασιστικές, ανάλογες πρακτικές.

Λίγο πριν την κατακλείδα όμως, ο κ. Θεοδωρόπουλος θεωρεί πως πρέπει να «αφήσουμε κατά μέρος την Αυγή η οποία με αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία προσπάθησε να ξεχωρίσει τους ‘υπεραριστερούς’ που τα έσπασαν στο ‘Από μηχανής’, από τους ‘απλώς αριστερούς’ που διέκοπταν τις παραστάσεις τον Δεκέμβριο. Αυτή έχει τη μεζούρα της Αριστεράς και δικαιούται να μετράει την πραγματικότητα όπως θέλει».

Φαίνεται πως ο κ. Θεοδωρόπουλος διάβασε αλλά μάλλον όχι επιμελώς το έργο του Πιερ Μπαγιάρ Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει… Αλλιώς δεν θα έπαιρνε δύο μονάχα λέξεις από την καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ («δήθεν ‘υπερεπαναστάτες’» χαρακτηρίζονται οι τραμπούκοι, κι όχι «υπεραριστεροί»: ακόμη κι εκεί κάνει λάθος…) αφήνοντας στη συνέχεια τα στερεότυπα τα οποία αποτελούν τη δική του μεζούρα με την οποία μετρά την πραγματικότητα να ανακαλύψουν την «αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία» της Αυγής, που τάχα ξεχώριζε τους «υπεραριστερούς» από τους «απλώς αριστερούς» -χωρίς, φυσικά, να μπει στον κόπο να τη διαβάσει για να μην εκτεθεί…

Αν θέλει να το κάνει, έστω και εκ των υστέρων, ας αναζητήσει την «αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία» μας στην ιστοσελίδα της Αυγής, στο κείμενο της 12/5 με τίτλο «Οι αυτόκλητοι ‘νταβατζήδες’ της Κ. Κούνεβα». Αλλά μάλλον δεν θα το κάνει… Γιατί, ως γνωστόν, αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με την άποψή μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα…

ΥΓ.: Το (πολύ χειρότερο) ενδεχόμενο να διάβασε την «αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία» μας και να μην κατάλαβε τι διαβάζει δεν θέλω καν να το σκέπτομαι…

  • Σ.Κ., Η ΑΥΓΗ: 30/05/2009

Τι κρύβεται μες στο αυγό της κότας

May 31, 2009 § Leave a comment

  • Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 23 Μαΐου 2009
  • Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΕΛΕΓΕ ΚΑΠΟΤΕ ΧΑΡΙΤΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΠΩΣ ΑΙΣΘΑΝΘΗΚΕ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 1959 ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΠΩΣ Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ «ΟΡΝΙΘΩΝ» ΕΙΧΕ ΑΠΑΓΟΡΕΥΘΕΙ. «ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟΙ, ΘΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΑΝ ΡΕΖΙΛΙ»

Την παραμονή, στην πρεμιέρα, το κοινό είχε αποδοκιμάσει την εμφάνιση ενός ιερέα ντυμένου με ρούχα παπά επί σκηνής και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, υπουργός Προεδρίας τότε, είχε αποφασίσει να μην αφήσει την ιεροσυλία να συνεχιστεί. Ως γνωστόν η παράσταση αυτή που επαναλήφθηκε μερικά χρόνια αργότερα, υπήρξε μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές, όχι μόνον του θεάτρου αλλά και της καλλιτεχνικής δημιουργίας γενικά, στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η μουσική του Χατζιδάκι δεν έχει γεράσει ούτε μέρα, τα σκηνικά του Τσαρούχη και η ανάγνωση του Αριστοφάνη από τον Κουν έφτιαξαν σχολή.

Ο χαμένος της όλης ιστορίας υπήρξε ο Τσάτσος. Τον θυμάμαι σε όλη μου την παιδική ηλικία να τον συνοδεύει εκείνη η κότα που του είχε κολλήσει ο Φωκίων Δημητριάδης στις γελοιογραφίες του στην πρώτη σελίδα των «ΝΕΩΝ». Το γεγονός παραμένει εμβληματικό και για έναν ακόμη λόγο. Ένας από τους πιο στιβαρούς διανοητές της εποχής, την κρίσιμη στιγμή συμπεριφέρθηκε σαν κοινός χωροφύλακας, θεματοφύλακας της συντηρητικής υστερίας που κυριαρχούσε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η πολιτική συγκυρία για μια ακόμη φορά αντιμετώπισε την καλλιτεχνική δημιουργία λες και ήταν άπλυτο εσώρουχο.

Έκτοτε η Δεξιά χρεώθηκε κατ΄ αποκλειστικότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πνευματικής λογοκρισίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σ΄ αυτά τα χρόνια ακόμη και η χρήση της λέξης «διανοούμενος» ήταν φορτισμένη με πολιτικές αποχρώσεις. Τα βλακώδη αντανακλαστικά της χούντας, με την αμορφωσιά και την ημιμάθεια των καραβανάδων «τεχνοκριτικών» της λογοκρισίας ήρθαν να κατοχυρώσουν περίτρανα τα εν λόγω δικαιώματα για λογαριασμό των πάσης φύσεως δεξιών, υπερδεξιών και συναφών επαγγελμάτων.

Στα χρόνια αυτά η Αριστερά μπορεί να μην είχε με το μέρος της τον νόμο, είχε όμως με το μέρος της την ηθική. Με τα χέρια καθαρά και το κεφάλι ψηλά αναλάμβανε την υπεράσπιση της πνευματικής ελευθερίας για λογαριασμό κάθε κατατρεγμένου. Μια πνευματική ελευθερία η οποία είχε, εννοείται, προ πολλού εξοριστεί από την επικράτεια του καταλάμποντος ακόμη τότε υπαρκτού σοσιαλισμού. Μια πνευματική ελευθερία την οποία, με το τεκμήριο της αθωότητας και της τραγικής ήττας στον Εμφύλιο, μπορούσε η ίδια η Αριστερά να τη χειρίζεται κατά βούληση.

Όποιος τολμούσε να σκεφτεί και μόνον ότι η Αριστερά μπορεί να ασκήσει λογοκρισία χρεωνόταν πάραυτα με τον ιό του αντικομμουνιστικού μένους, αφού δεν μπορούσε να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα, αφού, τυφλωμένος από την ιδεολογική του παράνοια, δεν μπορούσε να δει το οφθαλμοφανές: η Αριστερά όταν λογοκρίνει το κάνει για το καλό του κοσμάκη, για τον λαό, το προλεταριάτο, την Ιστορία και τον Σοσιαλισμό. Έτσι πέρασαν αφορολόγητες από το τελωνείο της δικής μας ιστορίας οι σταλινιάδες του Μάρκου Αυγέρη και άλλων που κατηγορούσαν συγγραφείς για ρεφορμισμό, μικροαστισμό και λοιπές λειχήνες που κατατρώνε το σώμα της επανάστασης. Αν ζούσε σήμερα ο Στρατής Τσίρκας θα είχε πολλά να μας πει, και ο Άρης Αλεξάνδρου ακόμη περισσότερα. Θα μου πείτε η υπόθεση έχει βαθιές ρίζες. Την είχε νιώσει στο πετσί του και ο Γληνός που ήταν αναγκασμένος να ακούει τις υποδείξεις αποφοίτων του Δημοτικού. Την ένιωσε αργότερα και ο Ρίτσος όταν αναγκάστηκε, υποτιμώντας και την ποιητική του ιδιοφυΐα και τη νοημοσύνη μας, να υμνήσει τα τανκς που χόρευαν στους δρόμους της Πράγας το 1968 ή «τα παιδιά της ΚΝΕ που λένε στη ζωή το μεγάλο Ναι».

Αυτά για την ιστορία. Και η ιστορία αξίζει ό,τι αξίζει για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι κάτι αξίζει. Το πνευματικό έργο, εδώ και μερικές δεκαετίες, έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό προϊόν και την επιλογή του τι πρέπει και μπορούμε να διαβάζουμε ή να βλέπουμε και τι όχι, την κάνουν μια χαρά οι κανόνες της αγοράς. Ο καθένας είναι ελεύθερος να λέει, να γράφει και να παίζει ό,τι θέλει, αρκεί αυτό που λέει, γράφει ή παίζει να μην ξεφεύγει αισθητά από τις απαιτήσεις του μέσου όρου των στατιστικών και των δημοσκοπήσεων. Αλλιώς είναι μια υπόθεση που αφορά μόνον τον ίδιον και τον εαυτό του, άρα ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού χώρου, άλλως, στην αρμοδιότητα των κατά μόνας ηδονών.

  • ΤΟ ΦΙΔΑΚΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΦΑΓΕ

//

Ούτε κι εμείς περιμέναμε πως οι φόβοι μας θα αποδειχθούν τόσο αληθινοί όσο αποδείχτηκαν μετά τα γεγονότα στο «Από μηχανής θέατρο». Το έργο «Το κίτρινο σκυλί» το έγραψε ο Μισέλ Φάις και αναφέρεται στην τραγική ιστορία της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Κάποιοι έκριναν πως η αντιμετώπιση της υπόθεσης δεν είναι αρκούντως επαναστατική, μπήκαν μέσα, έβγαλαν κάτι δεκάρικους και τα έκαναν λαμπόγυαλο.

Ας αφήσουμε κατά μέρος την «Αυγή» η οποία με αξιοθρήνητη επιχειρηματολογία προσπάθησε να ξεχωρίσει τους «υπεραριστερούς» που τα έσπασαν στο «Από μηχανής», από τους «απλώς αριστερούς» που διέκοπταν τις παραστάσεις τον Δεκέμβριο. Αυτή έχει τη μεζούρα της Αριστεράς και δικαιούται να μετράει την πραγματικότητα όπως θέλει.

Κι ας θυμηθούμε απλώς πως όταν από το αυγό βγει το νεογέννητο ερπετό είναι ένα μικρό συμπαθητικό φιδάκι που μπορεί να το λένε και Γιακουμή. Όταν όμως μεγαλώσει μάλλον του ταιριάζει το «μαύρο φίδι που μας έφαγε όλους μαζί».

  • Οι «εισβολείς» του Δεκεμβρίου

//

Τον περασμένο Δεκέμβριο, υπό το κράτος της επαναστατικής διέγερσης, ομάδες νέων ηθοποιών διέκοψαν παραστάσεις για να καταγγείλουν την αδιαφορία του κοινού που αντί να διαμαρτύρεται στους δρόμους πάει να δει θέατρο. Είναι αξιοσημείωτο πώς, επίδοξοι ηθοποιοί, οι οποίοι αγαπούν τόσο πολύ το θέατρο ώστε να θέλουν να του αφιερώσουν το υπόλοιπον του βίου τους το αντιμετωπίζουν ως μια περιττή και μάλλον νοσηρή δραστηριότητα σε περιόδους κοινωνικής υγείας- αφού πίστευαν πως ό,τι υγιές διαθέτει η κοινωνία μας είναι στους δρόμους και οφείλει και το θέατρο να τρέξει πίσω του.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι πως τα παιδιά αυτά χειροκροτήθηκαν από μέρος του κοινού που βρισκόταν στις αίθουσες, ενίοτε δε και από τους ίδιους τους θιασάρχες. Και ας αφήσουμε τους θιασάρχες που ενδέχεται να ήταν δυσαρεστημένοι γιατί το ΥΠΠΟ καθυστερεί εδώ και μήνες τις επιχορηγήσεις και οι άνθρωποι βρήκαν τον τρόπο να διαμαρτυρηθούν. Το κοινό όμως που κανείς δεν το είχε υποχρεώσει να βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, κανείς, εκτός από το γούστο του, γιατί χειροκρότησε; Τέλος πάντων, ας πούμε ότι κανείς δεν θέλει να λείπει από την επόμενη επανάσταση για να τελειώνουμε και με την υποκρισία μας.

Τότε είχαμε συνυπογράψει μια επιστολή με τους φίλους Απόστολο Δοξιάδη και Πέτρο Μάρκαρη για να δηλώσουμε δημοσία την αντίθεσή μας στο γεγονός.

Το κίνητρο ήταν απλό: κρίναμε πως αυτού του είδους οι παρεμβάσεις ανοίγουν μια κερκόπορτα, της οποίας οι ιστορικές καταβολές είναι γνωστές και η οποία, αν μείνει ανοιχτή, κινδυνεύει να τραυματίσει καίρια την πνευματική μας ελευθερία. Και ο φανατικός χριστιανός που διακόπτει την προβολή του «Τελευταίου Πειρασμού» κι αυτός πιστεύει πως έχει δίκιο, οπότε το θέμα δεν είναι αν έχεις δίκιο ή όχι, το θέμα είναι αν ο πολιτισμός σου σού επιβάλλει να σέβεσαι την ελευθερία της δημιουργίας. Η δημιουργία δεν έχει σωματοφύλακες για να την προστατεύσουν. Το μόνο που την προστατεύει είναι ο σεβασμός με τον οποίον την περιβάλλει ο πολιτισμός μας. Ορισμένοι φίλοι βρήκαν την αντίδρασή μας υπερβολική, άλλοι μας προπηλάκισαν και κάπου διάβασα πως κάποιος νέος πρωταγωνιστής, προφανώς χωρίς ιδιαίτερες ιστορικές γνώσεις μάς αποκάλεσε φασίστες.

Το κείμενο του Μισέλ Φάις και η πραγματικότητα Κωνσταντίνα Κούνεβα

May 26, 2009 § Leave a comment

  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
  • Η ΑΥΓΗ: 24/05/2009
  • Είναι γνωστά τα συμβάντα, πριν από δύο εβδομάδες, στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Μισέλ Φάις Το κίτρινο σκυλί (κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη). Οι αυτόκλητοι και «αγανακτισμένοι» υπερασπιστές της τέχνης και της Κούνεβα ματαίωσαν την πρεμιέρα, στο όνομα μιας ασαφούς «καθαρότητας», τόσο της τέχνης όσο και των κοινωνικών αγώνων, στην ουσία απαγορεύοντας κάθε μεταξύ τους σχέση και όσμωση. Τόσοι και τόσοι κατήγγειλαν την ενέργεια αυτή ως λογοκρισία – και καλώς έπραξαν. Το πράγμα όμως πήρε άλλη διάσταση όταν, μετά τη ματαίωση της πρεμιέρας, η ίδια η Κωνσταντίνα Κούνεβα, με ιδιόχειρο σημείωμά της, έδωσε την επίνευσή της στο κείμενο και στην παράσταση, δηλαδή στο εγχείρημα το δράμα της να καταστεί «θέμα» ενός κειμένου και μιας παράστασης.
  • Όταν όμως ο Φάις δημοσιοποίησε, σκαναρισμένο, το ιδιόχειρο σημείωμα της Κούνεβα, διατυπώθηκε μια αναπάντεχη ένσταση, με το εξής δημοσιογραφικό σχόλιο: «Tο σκανάρισμα του ιδιόχειρου της Kούνεβα γιατί έγινε; Προφανώς ως οπτικό υλικό, που προσθέτει βάρος στον λόγο. Aπό πότε όμως ένας θεράπων του γραπτού λόγου αισθάνεται πως το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Λυπάμαι που θα το πω, αλλά η απορία, αν «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις», είναι τόσο αρχαία όσο και η λογοτεχνική συνθήκη. Γιατί αυτό είναι το μείζον και διαρκές χαρακτηριστικό της τέχνης, αυτό είναι το μεγαλείο της.
  • Υπάρχει όμως και συνέχεια, και τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα, αφού ακολουθεί και νέα ένσταση: «θα περίμενε κανείς, [ο Φάις] να μη νομιμοποιήσει τους αστείους που ακύρωσαν την πρεμιέρα. Έκανε ακριβώς το αντίθετο: Άνοιξε κουβέντα μαζί τους, εμπλέκοντας μια πονεμένη κατάκοιτη μετανάστρια. Kαι με τον πλέον απροσδόκητο για το συγγραφικό μέγεθός του τρόπο: Mε το ποιος έχει την άδεια της Kωνσταντίνας Kούνεβα… Δυστυχώς, έτσι [ο Φάις] πέρασε στον χώρο των συστημικών».
  • Το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί με «ηθικά» κριτήρια, όποιος και να τα εκφωνεί, ό,τι πολιτικό πρόσημο κι αν τους δίνει. Γιατί, πάντα θα συναντά το αμείλικτο ερώτημα: «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Επειδή όμως, ναι, ξεφεύγει, αφού αυτός είναι ο τρόπος που ένα κείμενο, δηλαδή ένα σύνολο «λέξεων», λειτουργεί ως έργο τέχνης, και, επιπλέον, επειδή αυτό το «παράδοξο», αυτή η «μαγεία» συμβαίνει μόνο μέσα από τις αισθητικές προκείμενες του έργου, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται ούτε με βανδαλισμούς ούτε ερήμην του αισθητικού προτάγματος του έργου.
  • Θέλω να πω, ότι ένα έργο τέχνης, για να το καταγγείλουμε ή για να το σεβαστούμε, θα πρέπει πρώτα να το δούμε και να το κρίνουμε ως έργο τέχνης, δηλαδή να δούμε και να κρίνουμε τις αισθητικές του προκείμενες. Όχι γιατί η αισθητική είναι «πάνω» από την ηθική, αλλά γιατί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος δεν υπάρχει παρά ως αισθητικό αποτέλεσμα. Μόνο έτσι υφίσταται. Αλλιώς, μιλάμε εν κενώ ή μιλάμε για κάποιο άλλο έργο. Και η λογοτεχνία που κάνει ο Μισέλ Φάις έχει συγκεκριμένο αισθητικό πλαίσιο, εγγράφεται σε έναν συγκεκριμένο αισθητικό ορίζοντα. Μπορεί να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει, μπορεί να κρίνουμε το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα ως σημαντικό ή ως έλασσον, πάντως το έργο του μπορεί να κριθεί μόνο ως αυτό που είναι.
  • Ο Φάις, λοιπόν, κάνει μεταμυθοπλασία. Και αυτό το λογοτεχνικό είδος υφίσταται μόνο μέσα από το διαρκή διάλογο μύθου και πραγματικότητας. Μάλιστα, το κατ’ εξοχήν «τεχνικό» του χαρακτηριστικό είναι πως ολόκληρα, και αυτούσια, κομμάτια της πραγματικότητας ενσωματώνονται μέσα στη λογοτεχνική αφήγηση. Επιπλέον, έτσι, η «αφήγηση» δεν περιορίζεται στα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας ή στους τέσσερις τοίχους μιας θεατρικής σκηνής αλλά, στο μέτρο της δυνατότητας κάθε συγκεκριμένου έργου, η αφήγηση διευρύνει τα όριά της προς το χώρο της πραγματικής ζωής.
  • Αυτό το χαρακτηριστικό όχι μόνο καθορίζει το «περιεχόμενο» και τη «μορφή» του έργου, ή την «ειδολογική» του κατάταξη, αλλά και παράγει την πολιτικότητά του. Χωρίς αυτά τα σπαράγματα της πραγματικότητας, που «σπαράζουν» μέσα στο έργο, διατηρώντας συνεχώς ανοιχτούς τους διαύλους με την εκτός κειμένου πραγματικότητα, δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς το «έξω κείμενο», που μιλά τη δική του φωνή μέσα στο «έργο», δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, μιλάμε για ένα άλλο έργο, ενός άλλου συγγραφέα∙ για μια άλλη παράσταση, ενός άλλου έργου.
  • Είναι λοιπόν στοιχείο της ιδρυτικής συνθήκης ενός κειμένου μεταμυθοπλασίας, να μετέχουν στο έργο φωνές του «έξω κειμένου», όπως εν προκειμένω αυτή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Ακόμα και το σημείωμά της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους μιλά η φωνή της και συμμετέχει η ζοφερή πραγματικότητά της (το ίδιο θα συνέβαινε, ακόμα κι αν το σημείωμα κατάγγελλε το κείμενο και την παράσταση).
  • Από την άλλη, οι «αγανακτισμένοι» νεαροί, επειδή είναι τραγικά άσχετοι με την τέχνη, δεν υποψιάστηκαν ότι το έργο αυτό, ως έργο μεταμυθοπλασίας, θα μπορούσε να περιλάβει την αντίρρησή τους, να εγγράψει και τη δική τους φωνή στο ίδιο το καλλιτεχνικό γεγονός. Μάλιστα, η αντίρρησή τους θα μπορούσε ακόμη και να φωτίσει διαφορετικά το έργο. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να γίνει η παράσταση. Προτίμησαν να την καταστρέψουν. Γι’ αυτό και δεν έχουν σχέση με την αριστερά. Αγράμματη αριστερά δεν υπάρχει.
  • Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως οι επιλογές του κάθε συγγραφέα βρίσκονται στο απυρόβλητο. Δεν σημαίνουν πως το έργο του Φάις, αλλά και ολόκληρο το ρεύμα της μεταμυθοπλασίας, δεν υπόκειται σε κριτική. Σημαίνει, όμως, πως οι όποιες κρίσεις προσεγγίζουν και προϋποθέτουν το έργο ως έργο μεταμυθοπλασίας. Και όχι π.χ. ως ρεαλιστικό στόρυ, με τους «κριτές» να μετρούν την «απόσταση» του έργου από την πραγματικότητα, ή ως μαρτυρία ή ως μυθιστορηματική ανάπλαση ή, έστω, ως «δημοσιογραφικό μυθιστόρημα».
  • Ας το γενικεύσουμε: όλα υπόκεινται σε κριτική. Ακόμα και τα αισθητικά ρεύματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να θεωρήσει ένα έργο μεταμυθοπλασίας «αστικό θέαμα», να χαρακτηρίσει τον συγγραφέα του «συστημικό» ή ό,τι άλλο νομίζει. Όμως, οι ηθικές κρίσεις, επί ενός αισθητικού ρεύματος ή επί ενός καλλιτεχνικού έργου (με ό,τι αυτό περιλαμβάνει), δεν μπορούν να βασίζονται στη λογική του περιβόητου «κοινού νου», έστω κι αν, κατά την περίσταση, είναι «ριζοσπαστικοποιημένος», «ενημερωμένος» κ.λπ. Αυτό είναι φασισμός. Στην πιο καθαρή του μορφή. Οι ηθικές κρίσεις επί ενός αισθητικού ρεύματος νομιμοποιούνται (αν νομιμοποιούνται) μόνο όταν εδράζονται σε φιλοσοφικές/θεωρητικές προκείμενες. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση – καλοδεχούμενη.

Ενας απαραίτητος πλήρης οδηγός για το αρχαίο θέατρο

May 24, 2009 § Leave a comment


  • Αριστοτέλης Αναγνώστου: Εργα και ποιητές του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Εκδόσεις Αρμονία, σ. 288, 14 ευρώ

Ο Αριστοτέλης Αναγνώστου, γεννημένος στην Αθήνα το 1952, είναι φιλόλογος, καθηγητής στο 1ο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών και διδάκτορας της Παπυρολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκει Νομική Παπυρολογία σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Παντείου Πανεπιστημίου. Συνέγραψε αυτό το ιδιαίτερα διεξοδικό και κατατοπιστικό βιβλίο, το οποίο «απευθύνεται πρωτίστως στο θεατρόφιλο κοινό των παραστάσεων του αρχαίου δράματος, με σκοπό να το κατατοπίσει επαρκώς γύρω από την προέλευση και την εξελικτική του πορεία, τη θεματική και την προβληματική του, τα είδη και τους δημιουργούς του. Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσίαση των υποθέσεων των δραματικών έργων (τραγωδίες, κωμωδίες και σατυρικά δράματα), ώστε να διευκολύνεται ο θεατής στην παρακολούθησή τους. […] Καταβλήθηκε προσπάθεια, με τρόπο εύληπτο, περιεκτικό, σαφή και τεκμηριωμένο, να σχηματίσει ο αναγνώστης μια πλήρη εικόνα της τέχνης του αρχαίου ελληνικού θεάτρου από τις απαρχές του ώς τον 3ο π.Χ. αιώνα» (σ.σ. 10-11).

Ο συγγραφέας επιτυγχάνει απολύτως τον σκοπό του, αφού με συντομία και εμβρίθεια συμπυκνώνει σε λειτουργικώς διαρθρωμένα κεφάλαια τα βασικά στοιχεία, γνώσεις και πληροφορίες για «το θέατρο ως υπαρξιακή έκφραση από την προϊστορική εποχή» (σελ. 9 κ.ε.), για τις «απαρχές του δράματος» (σελ. 15 κ.ε.), για τη «διαμόρφωση της τραγωδίας» (σελ. 18 κ.ε.), για τους πρώτους τραγικούς ποιητές (σελ. 19 κ.ε.), για τις αθηναϊκές εορτές προς τιμήν του Διονύσου, θεού προστάτη των ηθοποιών και της θεατρικής ευωχίας (σελ. 20 κ.ε.), για τις «πολυπρόσωπες παραστάσεις» (σελ. 24 κ.ε.), για την «εξέλιξη του θεατρικού οικοδομήματος» (σελ. 25 κ.ε.), τα «πρόσωπα της παράστασης» (σελ. 28 κ.ε.), τα «σκηνικά μέσα» (σελ. 30 κ.ε.), τα «συστατικά στοιχεία της τραγωδίας» (σελ. 31 κ.ε.) και το «βαθύτερο νόημα της τραγωδίας» (σελ. 36 κ.ε.).

Ειδικά για την αρχιτεκτονική των αρχαίων θεάτρων από τις απαρχές του θεσμού μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια, επιλέγω από την προτεινόμενη -από τον Αριστοτέλη Αναγνώστου- βιβλιογραφία το εξαιρετικό βιβλίο του Η.D. Blume Εισαγωγή στο αρχαίο θέατρο (Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1986). Επίσης, γι’ αυτούς που ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες και κατόψεις όλων των ελληνικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών θεάτρων, θα τους πρότεινα -ως θεατρολόγος και διπλ. μηχανικός ΕΜΠ- τον ιδιαίτερα κατατοπιστικό τόμο της Margarete Bieber, The History of the Greek and Roman Theater (Princeton University Press, Princeton, New Jersey, 1971).

Επανερχόμενος σ’ αυτό το εξαιρετικά πολύτιμο χρηστικό εργαλείο για κάθε επαγγελματία -ή ερασιτέχνη- μελετητή ή θεατή παραστάσεων αρχαίου δράματος, θα τονίσω ότι εκτός από τα σημαντικότερα βιογραφικά στοιχεία των σπουδαιότερων τραγικών και κωμικών ποιητών, καθώς και των ποιητών που ασχολήθηκαν με το ιδιαίτερα ενδιαφέρον είδος του σατυρικού δράματος, «παρουσιάζονται οι υποθέσεις των 45 ολόκληρων έργων που σώζονται και 7 ακόμη των οποίων διαθέτουμε εκτενή αποσπάσματα, από τον Αισχύλο ώς τον Μένανδρο. Σημειωτέον ότι μόνο στον 5ο π.Χ. αιώνα υπολογίζουμε ότι παρουσιάστηκαν στα Μεγάλα Διονύσια και στα Λήναια περίπου 2.000 έργα» (σ.σ. 10-11). Από αυτή την τεραστίων διαστάσεων θεατρική παραγωγή έφτασε έως εμάς το απάνθισμα, τα ανθεκτικότερα ίσως κείμενα (ή σπαράγματα κειμένων), σύμφωνα πάντα με το αλάθητο (;) κριτήριο του Χρόνου και τις μεταβαλλόμενες -συν τω Κόσμω- απαιτήσεις του θεατρικού, και αναγνωστικού, κοινού.

Δυστυχώς, για πολλούς συγγραφείς, σώθηκε μόνον το όνομά τους και η «Υπόθεσις» των έργων τους, χάρη στην ακάματη εργασιομανία κάποιων βυζαντινών συγγραφέων ή σχολιαστών. Αλιεύω, παραδείγματος χάριν, στη σελ. 201 του εξαιρετικά χρήσιμου αυτού βιβλίου, στο κεφάλαιο «Πρόδρομοι και σύγχρονοι του Αριστοφάνη», την άκρως «φουτουριστική», «σουρεαλιστική» και «παράλογη» πληροφορία ότι ένας ποιητής, ο Κράτης, έγραψε μία κωμωδία με τίτλο «Θηρία», όπου «γίνεται αναφορά σε έναν μηχανοποιημένο πολιτισμό που λειτουργεί με αυτοματισμούς, ενώ γίνεται επίκληση στους ανθρώπους να ακολουθήσουν μια χορτοφαγική διατροφή!». Κι αυτό, 25 αιώνες πριν από τη γρίπη των χοίρων, τη γρίπη των πτηνών και τη νόσο των «τρελών» αγελάδων! Μπορεί η φαντασία των ποιητών να προπορεύεται της φιλοσοφίας, της επιστήμης και των ανθρώπινων ιδεών, όπως λέει ο Μάρκος Μέσκος στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του «στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο» (εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα, Μάρτιος 2009): «Αλλη εκδοχή που ομολογείται από εχθρούς και φίλους της Ποί- / ησης: η συγκεκριμένη συνείδηση που κυριολεκτεί, τιναγμένη / πέραν του γνωστού κόσμου, στην περιοχή των μελλοντικών / διαπιστώσεων της φιλοσοφίας, της επιστήμης και των ανθρώ- / πινων ιδεών – σχεδόν πάντα! // Σπιθίζει και υπερβαίνει η Ποίηση όταν η διακρίβωση γίνεται / γνώση και θεμέλιο. Το παράδειγμα από τον φυσικό κόσμο: / η αράχνη, πολλά χρόνια πριν, ανακάλυψε την εσωτερική κινη- / τικότητα της πέτρας-γαλαξία· έκτοτε τη χρησιμοποιεί στις / παγίδες της κατάχαμα. (Το γνωρίζουμε τώρα.)» (από το ποίημα LXXII της σελ. 86).

Εκτός λοιπόν από τους «ελάσσονες τραγικούς» (σελ. 191 κ.ε. του ιδιαίτερα συμπαγούς, ως προς την κωδικοποίηση των παρεχόμενων πληροφοριών, αυτού βιβλίου), ο Αριστοτέλης Αναγνώστου μάς δίνει τα βασικά στοιχεία για την κωμωδία και τις απαρχές της (σελ. 194 κ.ε.), για την «αρχαία κωμωδία» (σελ. 198 κ.ε.), για τον Αριστοφάνη (σελ. 203 κ.ε.), για τη «μέση κωμωδία» (σελ. 246 κ.ε.), για τη «νέα κωμωδία» (σελ. 249 κ.ε.) και κλείνει με τον Μένανδρο (σελ. 251 κ.ε.), την ελληνική και ξενόγλωσση προτεινόμενη βιβλιογραφία και το ευρετήριο όρων και κυρίων ονομάτων.

Ενα βιβλίο που δεν πρέπει να λείψει από καμία βιβλιοθήκη.

Ρούλα Πατεράκη διαδονούμενη

May 24, 2009 § Leave a comment

Ενα απόγευμα προς βράδυ. Στην οδό Κοραή, στην έξοδο του μετρό, αγόρια και κορίτσια περιμένουν τα ραντεβού τους. Κίνηση Σαββάτου. Η Ρ. Π. με περιμένει μετά τις πρόβες στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης – πρώην γερμανικά κρατητήρια. Κατεβαίνω σε έναν χώρο ανείπωτης έντασης. Διάδρομοι μέσα σε διαδρόμους, λέξεις και μηνύματα κρατουμένων σε ξεφτισμένους τοίχους, ημερομηνίες, η μνήμη συσπάται, μια χαμένη Ατλαντίδα αγωνίας, μια περίεργη σιωπή, οι επιφάνειες ρουφάνε τους ήχους. Η Ρ. Π. κάθεται σε μια καρέκλα. Τα μάτια της είναι εφηβικά. Είναι κείμενο. Είναι όπως την περιμένω: αυτή που δεν κατατάσσεται. Ο Γιάννης Πάνου, ο σύντροφός της, είναι εδώ κι ας είναι εκεί – μιλάει γι’ αυτόν σε ενεστώτα, στον χρόνο που δημιουργεί ασφάλεια. Η Ρ.Π. πειραματίζεται. Η ουτοπία είναι έγκλημα. Θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη εκατό χρόνια. Ο προβολέας επάνω της. Η κυρία Πατεράκη μιλάει.

Αν γράφω; Οχι… Εγραφα… Εγραφα πάντα κάτι που είχε σχέση με το θέατρο: πώς μπορεί να είναι κάποιος μεγάλος ηθοποιός, αλλά με έναν τρόπο που δεν φαινόταν ότι έγραφα για θέατρο… Εγραφα ένα διήγημα για κάτι, αλλά από πίσω, αν κάποιος ξεπερνούσε την αρχική εντύπωση ότι πρόκειται για διήγημα, θα μπορούσε να διακρίνει μια ολόκληρη θεωρία για τη θεατρική πράξη: πώς να γίνεις υπέροχος ηθοποιός! Δεν θέλω να τα δημοσιεύσω… όχι δεν θέλω να τα αφήσω σε κάποιον… Κουράστηκα πολύ για να τα ανακαλύψω… και για την ώρα δεν με νοιάζει να τα αφήσω σε κανέναν… Ισως αύριο το ξανασκεφτώ… ας έχω τέλος πάντων και μερικά μυστικά… Βεβαίως τα έβλεπε ο Γιάννης… Εκείνο τον καιρό έγραφα αγγλικά και δεν έγραφα ελληνικά… Ενα πρωί ξύπνησα και δεν ήξερα να γράφω πια ελληνικά, μονάχα αγγλικά… Μου φαίνεται ότι αυτό συνέβη την εποχή που η γραφή έγινε από πολυτονική μονοτονική… Τώρα δεν μπορώ να γράψω ούτε αγγλικά ούτε ελληνικά, τίποτα… δεν μπορώ να γράφω.

(Υποβολέας: …αν θυμηθούμε την ονειρική φράση του Μανώλη «τρώγε λωτούς, ξέχνα μας όλους»…*)

Το βιβλίο …από το στόμα της παλιάς Remington… του Γιάννη Πάνου ήταν μπροστά από την εποχή του. Πολύ αποσπασματική γραφή… βιβλίο υποκριτικό η Remington, γεμάτο προσποιήσεις… ο συγγραφέας ακόμη ναρκισσιστικά επιδεικνύει την ικανότητά του να εξαπατά – χαρακτηριστικό του καλού συγγραφέα, αλλά και του συγγραφέα που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοια ωριμότητα, ώστε να διαλύσει τον εαυτό του μέσα στο έργο του. Ενα είδος επιδεξιότητας και μαεστρίας που δείχνει τον μεγάλο συγγραφέα, το αληθινό ταλέντο, αλλά προδίδει και σχετική ανωριμότητα… Ακόμη ο συγγραφέας δεν έχει τη σοφία και τη σεμνότητα να κρύψει τη μαεστρία του και να αποσβέσει τον εαυτό του μέσα στο ίδιο του το έργο… Η Remington… κάθε κομμάτι της μπορεί να αποτελέσει ένα μυθιστόρημα αφ’ εαυτό… Με αυτή την έννοια, το τελευταίο κομμάτι της Remington, το απόκρυφο κεφάλαιο, προτείνει μια νέα περιπέτεια γραφής, αντίθετη από την κεντητή μπάντα του τοίχου που, αν την αναποδογυρίσουμε, θα ανακαλύψουμε την πονηριά της κατασκευής όλο ξέφτια και κόμπους και χοντρές βελονιές. Στην Ιστορία των Μεταμορφώσεων δεν υπάρχουν ούτε τα ξέφτια ούτε οι κόμποι, αλλά ούτε και ο αρχικός καμβάς, η τοιχογραφία του μυθιστορήματος… Εκεί δεν ξέρεις πού βρίσκεται ο γράφων… Είναι τόσο υψηλό το ύφος, τόσα μεγαλόπνοα τα περιεχόμενα και ο συγγραφέας τόσο λιωμένος μέσα στους πρωταγωνιστές του που δεν αναγνωρίζεται… εξαίσια ταπεινός… σοφός… και δεν διαπραγματεύεται την τέχνη του. Τώρα πώς έχω την αίσθηση ότι αδικώ τη Remington; Η Remington είναι η αγωνία της γραφής και της ελληνικής γλώσσας να σπάσει την εντοπιότητά της και να αγκαλιάσει τις μεγάλες ευρωπαίες αδελφές τής… Τζέην Ωστεν. Η «Βικτόρια» είναι ένα αριστούργημα… Ενα ψηφιδωτό κομψοτέχνημα, όπου η μια λέξη γεννάει την άλλη, η μία ιδέα γεννάει την άλλη. Αν μπορούσα να συγκρίνω… θα έλεγα ότι η Remington είναι το Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία και η Ιστορία των Μεταμορφώσεων είναι ο Οδυσσέας. Δεν πρόλαβε να γράψει το Finnegans Wake…

Ο φίλος μου συγγραφέας Μάνος Λαμπράκης μού πρότεινε να κάνω έναν μονόλογο από την Ιστορία των Μεταμορφώσεων και έτσι προέκυψε ο «Φιλόσοφος». Είναι η παράσταση που με έχει κουράσει περισσότερο από όλες… Ηταν μια φοβερή δοκιμασία της μνήμης μου… Κουράστηκα, αλλά αγάπησα ακόμα περισσότερο αυτό το βιβλίο…

Μου ζήτησαν κάποτε να κάνω μια διάλεξη και επειδή βαριόμουν έγραψα, σαν παιχνίδι, ένα κείμενο, όπου έβαλα τον Μπέρναρντ Σω, σε ηλικία εκατό χρονώ, να παίρνει συνεντεύξεις από ζώντες και πεθαμένους θεατρικούς συγγραφείς, ηθοποιούς κ.λπ. …θέλοντας να παίξει έναν ρόλο στο θέατρο, συγκεκριμένα τον Βασιλιά Ληρ, τους καλούσε για να εκμαιεύσει τρόπους και συστήματα υποκριτικής. Ετσι, καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του για την υποκριτική και τη σκηνοθεσία. Κονταροχτυπιόταν ο Μέγερχολντ με τον Στανισλάφκι, μαλλιοτραβιόταν η Σάρα Μπερνάρ με την Ελεν Τέρυ… υπήρχε και ένας υπηρέτης, ο Σάιμον -κάτι σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής- που εξασφάλιζε τη μνήμη, επειδή ο Μπέρναρντ Σω δεν θυμόταν τίποτα. Εγραψα μόνο την πρώτη μέρα και θα συνέχιζα για να τελειώσω με όλο το ρεύμα του μοντερνισμού. Κάποιοι μου πρότειναν μάλιστα να παιχθεί από αξιόλογους Ελληνες σκηνοθέτες και ηθοποιούς, όπως ο Παπαβασιλείου, ο Βογιατζής και…γιατί έβρισκαν πως άξιζε τον κόπο. Εγώ τουλάχιστον έβρισκα πως είχε χιούμορ, πολύ χιούμορ… Το είχα απαγγείλει παίζοντας όλους τους ρόλους.

(Υποβολέας: Η Ελένη τεντώνοντας το σώμα της αφέθηκε μετέωρη στην άκρη του γκρεμού. Η προσπάθεια που κατέβαλε για να τη συγκρατήσει του έσφαζε τους ώμους: «Τρελάθηκες», κατάφερε να ψιθυρίσει έντρομος…. «Ήθελα να δω πόσο μ’ αγαπάς. Αν θα μ’ άφηνες να πέσω».*).

Υπάρχω σίγουρα στις αφιερώσεις του. Ο,τι έγραφε μου το αφιέρωνε… Απ’ όλα τα πρόσωπα ίσως να βρίσκομαι ακροθιγώς στο πρόσωπο της Ελένης… από τη Remington. Ασαφές, μυστηριώδες πρόσωπο… αλλά κάποια σουσούμια της, κάποια κουσούρια της ο Γιάννης τα απέδιδε σε μένα… Ισως διατυπώνει ένα παράπονό του που δεν είχα αντιληφθεί. Τον αγαπώ πολύ, αλλά παραμένει ένας μεγάλος άγνωστος. Εβλεπε όλες τις παραστάσεις μου, παρακολουθούσε τις πρόβες μου, τον τρόπο που δίδασκα. Ημασταν νυχθημερόν μαζί. Με συμβούλευε, με νουθετούσε, μου μαγείρευε… ήταν και λίγο μπαμπάς… Αντικαθιστούσε τον πατέρα μου που τον είχα χάσει και του είχα και αδυναμία… Μου μάθαινε πράγματα για τους ανθρώπους. Μπορείς να καταλάβεις τους ανθρώπους, μου έλεγε, από τη φυσιογνωμία τους, αρκεί να είσαι παρατηρητική… Εγώ, ως πιο ενθουσιώδης τύπος, έκανα εύκολα φιλίες, ο Γιάννης δεν έκανε… Τον ρωτούσα αυτός σου αρέσει, μου λέγε, όχι. Δυσανασχετούσα. Ελεγε αυτός αξίζει τον κόπο ή αυτή η μαθήτριά σου θα γίνει κάτι… Είχε δίκιο σε όλες τις κρίσεις του, ποτέ δεν έπεσε έξω. Άρχισα να σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι δεν είναι μόνο το βάθος, όπως συνηθίζεται να λέμε, αλλά ότι αυτό το βάθος συχνά αναδύεται στην επιφάνεια και ζωγραφίζεται στο δέρμα τους. Συχνά, μου έλεγε, οι άνθρωποι είναι πουλιά, ψάρια, αλεπούδες, τσακάλια…

…Ο Γιάννης και η θέωση; Πίσω από την ταπεινότητα κρύβεται η μεγαλύτερη αλαζονεία. Η σιωπή του ήταν η δύναμή του. Τόσο αφ’ υψηλού. Κανέναν δεν καταδεχόταν. Τόσο αφ’ υψηλού που δεν καταδεχόταν ούτε να το δείχνει. Σε αυτό έχω καταλήξει σήμερα. Ηταν παγερά αδιάφορος. Εγραψε τις Μεταμορφώσεις και έκλεισε το βιβλίο στο συρτάρι. Οταν αρρώστησε, ήταν το τελευταίο του δώρο σε μένα. Μου έκανε τη χάρη να το βγάλει. Δεν έγραψε παραπάνω γιατί δεν είχε καιρό. Ασχολιόταν παρά πολύ με μένα για να γράψει παραπάνω. Οχι… δεν αισθάνομαι ενοχή, γιατί πρέπει να τον ευχαριστούσε πάρα πολύ αυτό. Φαίνεται ότι του έδωσα χαρά.

(Υποβολέας: -Η αγάπη είναι ζωή είπα. -Οχι, όχι, φιλόσοφε, η αγάπη είναι αθανασία, γι’ αυτήν δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε θάνατος.**)

…Αν ο έρωτας είναι μνήμη; Μμμμ… Ο έρωτας… Εχει μια φράση ο Γιάννης που λέει ότι ο έρωτας είναι αθανασία. Πίστευα ότι αθανασία είναι η δόξα. Σήμερα με καλύπτει. Είτε μνήμη είτε λήθη, ο έρωτας είναι Αθανασία. Αθανασία σημαίνει ότι είσαι κοντά στον Θεό, άρα Θεός. Ο μόνος αθάνατος είναι ο Θεός… Ασφαλώς και σήμερα ενδιαφερόμαστε για τον έρωτα, για τον θάνατο, όπως πάντα… Αλλά γιατί να κάνουμε πάντα τη σύγκριση με το παρελθόν; Γιατί να θεωρούμε ελλειμματικό το τώρα;… Κρίση; Μα ακόμα και η αρχαία Ελλάδα του 5ου αιώνα περνούσε κρίση… Σήμερα δεν είμαστε χειρότερα από χθες… Δεν βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο… Πιστεύω ότι για άλλους είναι εύκολα και για άλλους δύσκολα, αυτό είναι ζωή… Δεν είμαι αισιόδοξη. Δεν είμαι απαισιόδοξη. Δεν ξέρω αν είμαι ρεαλίστρια. Αν υπνοβατώ. Για παράδειγμα, όταν λέω ότι κάτι είναι ανυπόφορο, ως διά μαγείας, γίνεται υποφερτό. Κι εκεί που νομίζω ότι όλα πάνε θαυμάσια και θα μείνουν πάντα έτσι, ξαφνικά να σου ο πόνος. Αρα, λέω να έχω όλες μου τις αισθήσεις ανοιχτές στην περιπέτεια της ζωής. Να είμαι ανοιχτή στις εκπλήξεις. Να μην παθαίνω κλονισμό… να μην τρελαίνομαι…

Δεν ξέρω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω τι να σας πω. Είναι περιττό. Οπως και να ψάχνω τον εαυτό μου. Είναι απώλεια χρόνου, άπειρη. Δεν μπορώ να τον καταλάβω. Τι είναι ο εαυτός μου; Είναι κάτι πολύ φευγαλέο. Μερικές στιγμές δεν είναι καν… Είμαι τώρα εδώ; Υπάρχω; Αυτό που ζούμε τώρα είναι αλήθεια ή δεν είναι; Ή έχουμε πεθάνει και είμαστε αλλού; Τίποτα δεν ξέρω για τον εαυτό μου. Θα είχα μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα αν δεν είχα τη Δράση. Με την ύπαρξη δεν τα πάω καλά, αλλά μπαίνοντας στο παιχνίδι των δράσεων εκεί ίσως δικαιώνεται κάπως και η ύπαρξη μου. Δεν σκύβω στον εαυτό μου ομφαλοσκοπώντας. Το βρίσκω υπέρμετρο εγωισμό και χαζό ναρκισσισμό. Το σημαντικό είναι να αφήσεις Εργο σε οποιονδήποτε τομέα. Το Εργο είναι το παν. Εγώ για την ώρα έχω κάνει έργα. Θέλω να πεθάνω και να έχω αφήσει Έργο. Το Εργο στο μυαλό μου είναι Ηθος… όχι αυτό που λέμε καλές παραστάσεις, «παίξαμε καλά τον ρόλο μας»… Συνηθίζουμε να λέμε ότι το θέατρο είναι το εφήμερο… δεν μένει τίποτα… λάθος, μέγα λάθος… το θέατρο είναι Ήθος… Ήθος, άρα Έργο, άρα Θέατρο… για να γλιτώσουμε από τους εφιάλτες μας.

(Υποβολέας: Ερευνώ, ερευνώ, Πατέρα μου, δεν διατυπώνω ισχυρισμούς.**).

Εδώ με έχουν αποδεχθεί. Οχι ότι τρέχει και τίποτα. Με τις δεδομένες συνθήκες δεν μπορώ να πάω παραπέρα. Πόσο μπορώ να ερευνήσω άλλο στην Ελλάδα; Α! Η Εντα Γκάμπλερ. Μετά την Εντα Γκάμπλερ είχα μια κρίση αληθινά γκαμπλερική… Λέτε ότι η άφιξή μου στην Αθήνα ήταν θριαμβική… Υπερβολή. Είχα έρθει στην Αθήνα δύο χρόνια πριν, με την Εντα Γκάμπλερ, και τίποτα δεν έγινε. Κι όταν έκανα την Πέτρα φον Καντ μιλούσε όλος ο κόσμος. Δεν είναι παραλογισμός; Δεν το κατάλαβα ποτέ. Στην αρχή έπαθα τέτοιο ψυχικό σοκ που έκανα δύο χρόνια να βγω στη σκηνή. Οταν έκανα σημαντικά πράγματα δεν χτυπούσε η πόρτα κι όταν έκανα ένα κανονικό πράγμα -ε, δεν λέω, καλή ήταν η παράσταση, μια χαρά- αλλά να έχω τόσες προτάσεις; Τα χάνεις στην Ελλάδα… Αιρετική; Το πράγμα είναι απλό. Θέλω να κάνω έρευνα. Είναι μια αντίληψη για την Τέχνη που δεν με εγκαταλείπει ποτέ… Θα το ψάξω ο κόσμος να χαλάσει, αρκεί να έχω τα απαραίτητα εργαλεία και λίγα χρήματα… Είμαι εξερευνητής, φυσιοδίφης, ανασκαφέας και τυμβωρύχος…

Το έργο Puerto Grande*** του Μάνου Λαμπράκη, που θα ανεβάσω στις 24 Απριλίου, είναι για μένα το καλύτερο έργο που γράφτηκε ποτέ στο νεοελληνικό θέατρο. Ο γνήσια θεατρικός λόγος του κειμένου είναι απολύτως «ευρωπαϊκός». Αυτό οφείλεται στο πνεύμα, το ταλέντο και την παιδεία του συγγραφέα. Δεν θέλω να ανεβάζω ελληνικά έργα με αιχμή την εντοπιότητα… Δεν αντέχω άλλο την ελληνική ηθογραφία και το ντέρτι του Ελληνα ή του αλλοδαπού… Το θέμα του Puerto Grande κυριολεκτικά με καίει, γιατί δείχνει την απελπισία ενός πολυπρισματικού υποκειμένου που συνθλίβεται από τον μηχανισμό της Ιστορίας. Δύσκολα βρίσκεις θεατρικό έργο τόσο πυκνό… ένας Βόυτσεκ που δεν είναι Βόυτσεκ, σαν τη Μηχανή Αμλετ του Μύλλερ, που είναι ο Αμλετ, αλλά δεν είναι ο Αμλετ. Το ευρωπαϊκό Puerto Grande τιμάει το Ελληνικό Θέατρο.

Διαβάζω ένα σπουδαίο βιβλίο, το Βάλτενμπεργκ του Εντί Καντούρ…

Ναι, επανέρχομαι σε βιβλία που έχω διαβάσει… Ξαναδιάβασα Το Μοναστήρι της Πάρμας του Σταντάλ… θεωρώ τον Πεντζίκη μεγάλο συγγραφέα… Μου αρέσουν οι κλασικοί, όπως μου αρέσει φυσικά και ο Γιάννης Πάνου, δεν μπορεί να μη μου αρέσει… ο Στρίντμπεργκ… μεγάλος συγγραφέας. Γράφει σε μια γλώσσα φτωχή αριστουργήματα και κάνει τα σουηδικά μεγάλη γλώσσα. Η δυσκολία είναι που γεννάει γλώσσα. Η Τέχνη είναι μια ανυπόφορη μοναξιά που κάνει υποφερτό το ανυπόφορο…

Σημειώσεις

*Από το βιβλίο του Γιάννη Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington…, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998 [1η έκδοση Θεσσαλονίκη, 1981].

**Από το βιβλίο του Γιάννη Πάνου Ιστορία των Μεταμορφώσεων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.

***Το Puerto Grande ανέβηκε στις 24 Απριλίου (έως 31 Μαΐου) στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης-Κοραή.

Το θέατρο και η δημοκρατία

May 24, 2009 § Leave a comment

Oταν μιλάμε για το θέατρο μιλάμε για τη δημοκρατία, για μια αντιπαράθεση των ιδεών και των αισθημάτων η οποία, στην όξυνσή της, είναι ικανή να παρακάμψει ή να ανατρέψει το δεδομένο τελετουργικό. Δεν μιλάμε για ένα σόου που απευθύνεται σε «χαυνοπολίτες», για να θυμηθούμε μία από τις τόσες λέξεις που έπλασε ο οίστρος του Αριστοφάνη, αλλά για μια εκκλησία του δήμου μέσα στην εκκλησία του δήμου. Η «διάδραση» μπορεί να μην είχε στην αρχαιότητα τη σημερινή της σημασία (και πάλι κατά τον Αριστοφάνη, «διαδρασιπολίτες» είναι όσοι αποφεύγουν να φορτωθούν οποιοδήποτε βάρος της πολιτείας, οι λουφαδόροι), αφού ο «διαδραστικός» έγινε του συρμού τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα για να περιγράψει το μη υπάρχον ή το οιονεί υπάρχον, ήταν ωστόσο γεγονός η συλλειτουργία και η δυναμική συνύπαρξη «κοινού», «ηρώων», ηθοποιών και ποιητών. Η ενσωμάτωση του Χορού στο αρχαιοελληνικό δράμα, την τραγωδία και την κωμωδία, υποστασιοποιούσε τον δήμο, ενεργό και παρεμβατικό· δεν ήταν η υποτιμητική αναπαράστασή του αλλά η ζώσα και δρώσα εικόνα του, που καμιά σχέση δεν είχε βέβαια με τον κονσερβαρισμένο δήμο που «εκπροσωπείται» από τα επίσης κονσερβαρισμένα γέλια που ακούμε στα αμερικανικά σίριαλ (παραδόξως, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επινοηθεί ούτε κονσερβαρισμένα κλάματα, επί δραμάτων, ούτε κονσερβαρισμένες κραυγές τρόμου, επί θρίλερ).

Ησυχη υπόθεση δεν ήταν ποτέ το θέατρο, κι αυτή η ιδρυτική ανησυχία του, γνώρισμα εσωτερικό και όχι επιδερμικό, είναι τμήμα της κληρονομιάς του σχεδόν εξίσου σημαντικό με τα καθαυτό κείμενα που παραλάβαμε. Μια γεύση για την εμπλοκή του δήμου στη θεατρική λειτουργία δίνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα από την «Ιστορία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου» του Νικολάου Λάσκαρη, θεατρικού συγγραφέα και ιστορικού του θεάτρου, αρχαιοελληνικού, ρωμαϊκού και νέου: «Οι θεαταί κατά την διάρκειαν της παραστάσεως επαθαίνοντο ευκόλως διά την μίαν ή την άλλην αιτίαν. Αλλοτε συνεκινούντο και έκλαιον διά τα παθήματα ή τας περιπετείας του τάδε ή δείνα ήρωος, άλλοτε ενθουσιάζοντο διά την τεχνοτροπίαν του συγγραφέως και ευθύς τον αντήμειβον, ενώ εξ άλλου τον απεδοκίμαζον α γ ρ ί ω ς οσάκις συνέβαινε να ασεβή προς τους θεούς. […] Οι θεαταί κατ’ ουδένα τρόπον επέτρεπον υπαινιγμούς από σκηνής διά την θρησκείαν των. Οταν ποτέ ο Ευριπίδης απετόλμησε διά τινος προσώπου του “Βελλερεφόντου” του να εκφέρη βλασφημίας τινάς, το ακροατήριον σύσσωμον θα ελιθοβόλει τον υποκρινόμενον το πρόσωπον αυτό υποκριτήν, εάν δεν ενεφανίζετο επί σκηνής ο ποιητής να το καθησυχάση λέγων ότι ο ούτω βλασφημήσας θα ετιμωρείτο σκληρώς εις το τέλος. Την αυτήν τιμωρίαν θα υφίστατο και ο Αισχύλος όταν απεκάλυψεν έν τινι τραγωδία του τα των Ελευσινίων μυστηρίων, εάν δεν κατέφευγε εις τον εν τη ορχήστρα βωμόν του Διονύσου».

Οσο για την αντίδραση των θεατών–πολιτών σε όσα άκουγαν και έβλεπαν, σημειώνει ο Ν. Λάσκαρης: «Εστιν ότε τους γέλωτας και τ’ αστεία των θεατών διεδέχοντο αυστηρόταται, αλλά και αυθάδεις επικρίσεις των από σκηνής λεγομένων. Διδασκομένου ποτέ του “Ορέστου” του Ευριπίδου, όταν ο ήρως του δράματος λέγη προς τον Τυνδάρεω: “Χωρίς πατέρα δεν γίνεται υιός”, εις εκ των θεατών, εγερθείς της θέσεώς του, εκραύγασε μεγαλοφώνως προς την σκηνήν: “Και χωρίς μητέρα, ω κάθαρμα Ευριπίδη!” […] Την αποδοκιμασίαν των την εξεδήλουν οι θεαταί διά συριγμάτων, ποδοκροτημάτων και κλωσμών [δηλ. με ήχους σαν κι εκείνους που κάνουμε με το στόμα μας για να διώξουμε τα πουλιά]. Εστιν ότε αι αποδοκιμασίαι, οσάκις υποκριτής τις καθίστατο ανυπόφορος, έφθανον και μέχρι λιθοβολισμού. Επί του προκειμένου, ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο υποκριτής Ηγήμων ο Θάσιος εισήλθέ ποτε εις την σκηνήν έχων το ιμάτιόν του πλήρες λίθων τους οποίους κατόπιν έρριψε εις την ορχήστραν προς μεγάλην έκπληξιν των θεατών· αφού δ’ επ’ ολίγον τους παρετήρησεν, είπε: “λίθοι μεν οίδε· βαλλέτω δ’ εί τις θέλει”. Αλλοτε μεταξύ αποδοκιμαζομένων υποκριτών και θεατών συνήπτετο άγριος πετροπόλεμος, οπότε επενέβαινον οι επιμεληταί της ευταξίας εν τω θεάτρω, οι ραβδούχοι καλούμενοι, ή, κατά τον Λουκιανόν, μαστιγοφόροι, και ερράβδιζον τους παρεκτρεπομένους υποκριτάς. Αλλά και τους επαινούντας εαυτούς από σκηνής ποιητάς φαίνεται ότι ετιμώρουν οι ραβδούχοι».

Χλεύη, άγρια μάλιστα, πετροπόλεμος, ραβδισμοί. Εν θεάτρω και λόγω του θεάτρου. Κάπως ηπιότερα, με τη βία μάλλον συμβολική, ήταν τα πράγματα στους επόμενους καιρούς. Και μολονότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η ιστορία διδάσκει, ας κάνουμε άλλη μία κίνηση προς το παρελθόν, προς τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. «Το θέατρο των χρόνων της επανάστασης αποτελούσε ένα ακόμη φλογερό πεδίο μάχης», σημειώνει η Μαίριλυν Γιάλομ στο βιβλίιο της «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών – Αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται» (μτφρ. Εύη Κλαδούχου, εκδόσεις «Αγρα», 2009). Και εξηγεί: «Το εύρος του θεάτρου ξεκινούσε από παρωδίες που ήταν γραμμένες για να διασκεδάζουν το αμόρφωτο πλήθος, ακόλαστες καρικατούρες της βασιλικής οικογένειας και των αυλικών της, έως σοβαρά δράματα που κήρυτταν τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας. Αρκετοί μάλιστα τόλμησαν να επιδείξουν την αφοσίωσή τους, όπως αφηγείται η Κυρία ντε Τουρζέλ [η τελευταία γκουβερνάντα των παιδιών του Λουδοβίκου του ΙΣΤ΄ και της Μαρίας – Αντουανέττας] στο ακόλουθο επεισόδιο: “Εδιναν μια παράσταση της “Ιφιγένειας” στην Οπερα. Η χορωδία, που τραγουδούσε ““Ας τιμήσουμε τη βασίλισσά μας”, χειροκροτήθηκε ένθερμα από τους βασιλικούς, που φώναζαν “κι άλλο”. Ακούγονταν διάφορες αποδοκιμασίες και μουρμουρητά από την αντίπαλη παράταξη… Η δυσαρέσκεια των αντιπάλων αυξήθηκε όταν ο [ηθοποιός] Lainez επέτρεψε στον εαυτό του να πει: “Νομίζω, κύριοι, ότι κάθε καλός Γάλλος πρέπει να αγαπά τον βασιλιά και τη βασίλισσα”… Επειτα από αυτήν τη δήλωση του πέταξαν ένα δάφνινο στεφάνι… Δύο μέρες αργότερα οι επαναστάτες, οι οποίοι είχαν αγοράσει όλες τις θέσεις στην πλατεία, δεν άφησαν τον Λαινέ να παίξει μέχρι να ποδοπατήσει το στεφάνι που του είχαν δώσει νωρίτερα”».

Ποια σχέση μπορεί να έχουν οι συμπεριφορές τού παρελθόντος με την πρόσφατη επίθεση στο θέατρο όπου θα παιζόταν το «Κίτρινο σκυλί» του Μισέλ Φάις, ένας μονόλογος που αφορμή του στάθηκε το δράμα της Κωνσταντίνας Κούνεβα, δράμα–στίγμα για την ελληνική πολιτεία; Την παραμικρή. Κι όχι μονάχα επειδή δεν ζούμε σε επαναστατική περίοδο, παρεκτός και δώσουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στη φαντασίωσή μας, περίπου την ίδια που μας αιχμαλωτίζει στην πεποίθηση πως είμαστε οι μοναδικοί ιδιοκτήτες της ευαισθησίας. Αλλά και επειδή ούτε η στάση των αρχαίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι: εκείνοι ερεθίζονταν από το έργο, από το λόγο, και αντιδρούσαν. Τώρα όμως ο λόγος απογοητεύτηκε πριν καν ακουστεί.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/5/2009

Where Am I?

You are currently viewing the archives for May, 2009 at Κείμενα.