Μυθιστορηματικές γυναίκες

March 21, 2009 § Leave a comment

Ακόμη δεν είχαμε καθίσει στα καθίσματά μας στο Θέατρο Τέχνης -στο περίφημο υπόγειο- όταν ακούσαμε την Μπλανς Ντυ Μπουά -Κάτια Γέρου- με μια βαλίτσα, ν’ αναζητά το τραμ στα Ηλύσια Πεδία για να φτάσει στο σπίτι της αδελφής της Στέλλας.

Μέσα στην άνοιξη -όπως τώρα- ποιος μαθητής θέλει ν’ ακούσει για τον Ουίτμαν, τον Χόθορν, τον Πόε; Αναρωτιέται. Κι αναρωτιόμαστε κι εμείς. Οι καφετέριες γεμάτες, οι τοίχοι στα πανεπιστήμια, στις σχολές μέσα στα συνθήματα. Η ροκ αυτοκτονία στους δρόμους της πόλης παρούσα. Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, λέει ο ποιητής. Κι εμείς.

Φτάνει στο σπίτι της Στέλλας, η Μπλανς, κι εκεί αρχίζει το παραλήρημα μέσα στους τέσσερις τοίχους, στους καπνούς του «βρομοαιγούκερου» Κοβάλσκι – ο άντρας της Στέλλας. Με μια τηλεφωνική συσκευή προσπαθεί να πιάσει γραμμή, να συνδεθεί με άλλες πόλεις της Αμερικής. Μέχρι που διαλύεται. Μια γριά τής λέει -στα ισπανικά- προσφέροντάς της άνθη: λουλούδια για τους πεθαμένους! Και αυτή τα παίρνει. Και η φράση – κλειδί: πάντα βασιζόμουνα στην ευγένεια των ξένων! Τένεσι Ουίλιαμς, ο συγγραφέας, Λεωφορείον ο πόθος, το έργο. Και αριστοτεχνικά, ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης, με τη συρραφή της Αγαθής Δημητρούκα, οδηγεί την Κάτια Γέρου -στο περίφημο ρεσιτάλ ηθοποιίας που παρουσιάζει- στο επόμενο μυθιστορηματικό πρόσωπο, τη γυναικεία ψυχή, αυτό που λένε οι Λατίνοι anima· αφού ορίζουν με το animus την αντρική ψυχή, στο Ενα τριαντάφυλλο στο στήθος. Στην Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ. Στον Γυάλινο Κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς και στα σπασμένα γυάλινα αλογάκια στο πάτωμα. Στον Ματωμένο Γάμο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Στο Γλυκό Πουλί της Νιότης, πάλι του Τένεσι Ουίλιαμς – σ’ ένα κρεβάτι η αποσυρμένη σταρ μετράει τις μέρες. Μεγαλειώδεις φράσεις της ρίχνονται στο κενό – όπως σε σελίδα μυθιστορήματος, λέει: πρέπει μια σταρ να ξέρει πότε ν’ αποσυρθεί! Το έργο σπάει τα ταμεία στη Νέα Υόρκη!… Και αυτή η φρενίτις της πάνω στο μονό κρεβάτι της, με τα κάγκελα -σαν φυλακή-, σε ρυθμό έρωτος που δεν έγινε… Ακολουθεί η Ευρυδίκη του Ζαν Ανούιγ – με το περίφημο άσμα του Χατζιδάκι, το «Τραγούδι της Ευρυδίκης». Ο Κύκλος με την Κιμωλία, του Μπρεχτ, σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Και η βραδιά κλείνει με το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, του Τένεσι Ουίλιαμς και πάλι.

Οι μυθιστορηματικές γυναίκες της βραδιάς ντύνονται με τη μουσική του Χατζιδάκι σαν τον Μπαχ που συνθέτει για τον Θεό κι αυτή την Κυριακή. Οχι μακριά από το σπίτι όπου μένει με την πολυπληθή οικογένειά του και την Αννα Μαγδαληνή Μπαχ. Τη σύζυγό του. Σχεδόν με μια θρησκευτικότητα, στο χαμένο, στο απραγματοποίητο.

Ολα παραστάσεις του 1946 με 1960, του Καρόλου Κουν. Μυθιστορήματα της ψυχής που θέλει να σπάσει τα δεσμά της και να φωνάξει: Φτάνει! Δεν αξίζει να υποφέρουμε! Κι όμως.

Βοηθός σε όλα αυτά ο Θόδωρος Κοτεπάνος, στο πιάνο, συνοδεύει θεϊκά και παίζει σε κάποια.

Βγήκα από το θέατρο. Η ζωή συνεχίζει στον δρόμο το φανταστικό βιβλίο της βραδιάς. Πήρα το μετρό -όπως το τραμ στο έργο- για την Ελευθεροτυπία. Επρεπε να δω μες στη νύχτα τη Βιβλιοθήκη. Το Καταφύγιο Θηραμάτων. Τα εύθραυστα υαλικά.

ΥΓ.: Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί, κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας. Κάρολος Κουν

Ας το υπογράψουμε κι εμείς. Σήμερα. Από ‘δώ.

**Το λογότυπο της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ, Καταφύγιο Θηραμάτων είναι σχέδιο του Εμμανουήλ Μπιτσάκη.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Advertisements

Θέατρο ή τηλεόραση, δίλημμα ή όχι, για τους νέους ηθοποιούς

March 21, 2009 § Leave a comment

  • Κάθε χρόνο αναζητούν ρόλους όλο και περισσότεροι απόφοιτοι δραματικών σχολών

Του Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009

  • Οι νέοι που αποφοιτούν κάθε χρόνο από τις ποικίλες θεατρικές σχολές της χώρας δεν μετρούνται σε δεκάδες, αλλά σε εκατοντάδες. Από αυτούς δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι που τρέφουν μέσα τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο ταλέντο και πολύ μεγάλα όνειρα, μιας ζωής αφοσιωμένης στην τέχνη που αγαπούν.

Παρά όμως τον, για πολλούς, υπεράριθμο αριθμό θεάτρων που ευδοκιμούν στη χώρα, η επαγγελματική ενασχόληση με την υποκριτική αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη υπόθεση για ένα νέο ηθοποιό. Ακόμα όμως κι όταν επιτευχθεί η πολυπόθητη άνοδος στο σανίδι, ο αποσπασματικός χαρακτήρας της δουλειάς και οι επονείδιστα πενιχρές απολαβές που προσφέρει υποχρεώνουν τον νέο ηθοποιό να αναζητήσει σε άλλες μορφές βιοπάλης τα του επιούσιου.

Η συγκεκριμένη αυτή κατάσταση έχει ως συνέπεια η τηλεόραση να παρουσιάζεται ως μονόδρομος, όχι απλώς για την καταξίωση, αλλά για την επαγγελματική ενασχόληση του νέου ηθοποιού με το αντικείμενο της καρδιάς του. Ωστόσο, το δίλημμα (με δεδομένη στην κοινή αντίληψη την απάντηση) θέατρο ή τηλεόραση είναι αληθινό ή μήπως πρόκειται για ένα ψευτοδίλημμα;

Ένας νέος ηθοποιός που διψάει να βελτιωθεί παίζοντας απαιτητικότερους θεατρικούς ρόλους πλάι σε καταξιωμένους ομοτέχνους του, υπό τις οδηγίες σημαντικών σκηνοθετών, πρέπει οπωσδήποτε να έχει πρωτύτερα περάσει από το γυαλί;

Η συμμετοχή σε μια εμπορική επιτυχία ενδέχεται, βέβαια, να ανοίξει τις πόρτες του θεάτρου σε έναν ηθοποιό. Από την άλλη, όμως, με ποια μέτρα και σταθμά το να ξοδεύει κανείς τη ζωή του σερβίροντας καφέδες ή ποτά, όπως πλείστοι όσοι νέοι, αποτελεί κατ’ ανάγκην καλύτερη επιλογή από τη συμμετοχή σε ένα μέτριο σίριαλ;

Ζητήσαμε από δύο νέους ηθοποιούς που μετρούν ήδη κάποια χρόνια στο επάγγελμα, την Κόρα Καρβούνη με θητεία στο θέατρο και στην τηλεόραση και τον θεατρικό ηθοποιό Στράτο Σωπύλη, να τοποθετηθούν επί του θέματος.

Με το σανίδι μόνο δεν επιβιώνεις

March 21, 2009 § Leave a comment

Του Στράτου Σωπυλη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009
  • Από τότε που σε ηλικία πέντε χρόνων παίζοντας έσπασα την τότε Philips του σπιτιού, η σχέση μου με την τηλεόραση είναι λίγο περίεργη. Αυτή με αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, εγώ με φόβο!

Μέχρι τώρα δεν έχω δουλέψει ποτέ σ’ αυτήν. Σε μια εποχή τυχαίων επιλογών και κατά συνθήκη αποφάσεων δεν διεκδικώ δάφνες καλλιτεχνικής ακεραιότητας. Απλώς τα ελάχιστα που μου προτάθηκαν ήταν πολύ εύκολο να τα αρνηθώ.

Όμως, ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια δουλειάς στο θέατρο, διαπιστώνεις ότι με το σανίδι μόνο δεν επιβιώνεις. Ακόμα και αν πληρώνεσαι μετά το τέλος της σεζόν, ακόμα και με τον κίνδυνο να το κόψουν στα μισά επεισόδια, τα χρήματα των σίριαλ φαντάζουν απαραίτητα. Μόνο που πρέπει να θυμάται κάνεις ότι ο ηθοποιός είναι σαν την φωτογραφία: κινδυνεύει τόσο από την υπερέκθεση όσο και από την υποέκθεση!

Το θέμα με την τηλεόραση είναι ότι δεν είναι όλα όσα προβάλλει κακά. Κάθε χρόνο θα υπάρχει ένα σίριαλ εποχής, συνήθως διασκευασμένο από βιβλίο, που πληροί κάποια στάνταρ, κάποια κωμική σειρά που πιάνει τον σφυγμό της εποχής.

Κι έτσι συντηρούνται οι προσδοκίες. Πρόκειται όμως για σταγόνα στον ωκεανό. Γιατί ο κυρίαρχος τόνος δίνεται από επιφανειακές φλυαρίες και κραυγάζουσες ανοησίες λατινοαμερικανικής προσφάτως προέλευσης. Σπαταλιέται έτσι πολύ ταλέντο. Πόσους μπορούν να απορροφήσουν οι «καλές» δουλειές; Στην τηλεόραση όπως και στη ζωή η ελπίδα όλων μας είναι στις μειοψηφίες. Όσο αντέξουν.

Να απορρίψει ένας σημερινός ηθοποιός την τηλεόραση είναι πολυτέλεια. Να πιστέψει ότι μέσω αυτής μπορεί να κάνει τέχνη είναι αφέλεια. Τι μένει; Να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί. Και να θυμάται ότι έχει το ίδιο δικαίωμα (και υποχρέωση;) που έχει και κάθε τηλεθεατής. Να κάνει τις επιλογές του!

* Ο Στράτος Σωπύλης είναι ηθοποιός.

Η οικονομική ένδεια κατευθύνει επιλογές

March 21, 2009 § Leave a comment

Της Κορας Καρβουνη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009

  • Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι η δουλειά στο θέατρο είναι πολυτέλεια κι ίσως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως «χόμπι». Τα συμβόλαια έχουν μικρή διάρκεια, οι απολαβές είναι πενιχρές και υπάρχει πάντα η ανασφάλεια για την εύρεση της επόμενης δουλειάς. Για να μπορέσει να επιβιώσει ένας ηθοποιός χρειάζεται τρεις θεατρικές δουλειές κάθε χρόνο. Λίγοι είναι οι ηθοποιοί με σχεδόν αδιάκοπη θεατρική εργασία και με το περιθώριο επιλογών.

Από την αντίθετη πλευρά, οι τηλεοπτικές παραγωγές αποφέρουν μεγαλύτερες οικονομικές απολαβές και κάποια περιστασιακή συμμετοχή σε τηλεοπτική διαφήμιση δίνει ένα σημαντικότατο και λυτρωτικό «χαρτζιλίκι». Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των δραματικών σχολών έχει αυξηθεί σημαντικά, με όλο και περισσότερους νέους ηθοποιούς να αποφοιτούν και να αναζητούν εργασία. Καθώς η προσφορά των ηθοποιών αυξάνεται, η δυνατότητα απορρόφησής τους και οι μισθοί μειώνονται. Συνεπώς, ακόμα κι η τηλεόραση γίνεται ολοένα και λιγότερο «ασφαλές» ή «σίγουρο» μέσο βιοπορισμού για τον ηθοποιό. Επίσης, είναι συνήθως γεγονός ότι καλλιτεχνικά η τηλεόραση δεν διεγείρει το ενδιαφέρον του ηθοποιού όσο το θέατρο. Στην ελληνική τηλεόραση λίγες είναι οι σειρές που γίνονται με υψηλές προδιαγραφές και που διαθέτουν καλλιτεχνικό όραμα και ποιότητα. Δυστυχώς, όμως, τη δυνατότητα επιλογής τέτοιων σειρών διαθέτουν ελάχιστοι ηθοποιοί. Οι περισσότεροι αναγκάζονται λόγω οικονομικής ένδειας να καταλήξουν σε δουλειές, οι οποίες όχι μόνο δεν τους εκφράζουν καλλιτεχνικά αλλά και υπό την παρούσα κρίση και υπερπροσφορά ηθοποιών, δεν τους καλύπτουν ούτε οικονομικά. Διανύουμε μια περίοδο που φέρει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες για τους ηθοποιούς και πολύ φοβάμαι ότι η ανεργία, η οποία ήδη βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα, θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Αρα, λοιπόν, δεν ξέρω κατά πόσο το δίλημμα «θέατρο ή τηλεόραση» θα εξακολουθεί να μας απασχολεί, καθώς τίθεται πλέον θέμα επιβίωσης.

*Η Κόρα Καρβούνη είναι ηθοποιός.

Το πολιτικό σώμα του χορού. Δύο θεάματα-καταπέλτες για τον τρόμο και την αθλιότητα στον παράδεισο της κατανάλωσης

March 15, 2009 § Leave a comment

  • Μήπως ο σύγχρονος χορός διεκδικεί σήμερα τη θέση ενός σεισμογράφου που καταγράφει τις δονήσεις της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας; Πληθαίνουν τα δείγματα ενός χορού με πολιτικοποιημένο περιεχόμενο και θα πρέπει να συμπεριλάβουμε σε αυτά και τις παραστάσεις που ως διάττοντες αστέρες παρουσίασαν πρόσφατα στις σκηνές της Γερμανίας οι δύο φλαμανδοί καλλιτέχνες Γιαν Φαμπρ και Γιαν Λάουερς. Οι διάσημοι αυτοί δημιουργοί, κινούμενοι ανάμεσα στον χορό, στην περφόρμανς, στο θέατρο, στις εικαστικές τέχνες και στην ποίηση, συνέπεσαν χρονικά, στο θέατρο Μουζόντουρμ της Φραγκφούρτης και στον χώρο Πακτ Τσόλφεραϊν της Εσσης, με δύο θεάματα καταπέλτες για τον τρόμο και την αθλιότητα στον καπιταλιστικό παράδεισο της κατανάλωσης.
  • Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Φαμπρ στην παράσταση «Όργιο ανοχής», εκγυμνασμένος στην ηδονή του χρήματος και εγκλωβισμένος στον τυραννικό ιδιωτικό χώρο του με τις Τσέστερφιλντ πολυθρόνες από δέρμα, είναι απόλυτα κενός. Αυνανίζεται με τα ακριβά προϊόντα και τη μόδα, απολαμβάνει παθολογικά την υποταγή, τα όπλα, τα βασανιστήρια και τα ναρκωτικά, είναι ρατσιστής και ακροδεξιός, διαγωνίζεται για τις σεξουαλικές επιδόσεις του και στοχεύει πάντα σε έναν καταναλωτικό οργασμό. Ο Γιαν Φαμπρ έχει στήσει μια μασκαράτα του λίμπιντο και της κατανάλωσης. Στην αποικία των ταπεινωμένων του, γελοιογραφικές μορφές και καρικατούρες, αποκρουστικές μάσκες και αντικείμενα φετίχ μετέχουν σε οργιαστικά σκετς. Μανάδες γεννούν στα καλάθια του σουπερμάρκετ όχι παιδιά αλλά ψώνια σε πλαστική συσκευασία. Τα καλάθια του σουπερμάρκετ στα χέρια των αγοραστών χορεύουν βαλς, ενώ η μελωδία του Στράους από την ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ υπογραμμίζει ειρωνικά την τωρινή Οδύσσεια της ανθρωπότητας. Ο φόβος είναι πια η ισχυρότερη παραγωγική δύναμη. Και κάτω από την απειλή των όπλων ο άνθρωπος είναι μονάχα ένα βιολογικό σώμα που μηχανικά ανταποκρίνεται στις επιταγές της αγοράς, που πειθήνια ακολουθεί τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης στο σεξ, που ανέχεται τα πάντα και θεοποιεί την ανεκτικότητά του.
  • Ο Γιαν Φαμπρ, ο οποίος χτυπάει άμεσα, απροκάλυπτα τη σημερινή βελγική κοινωνία και μαζί της τις τωρινές κοινωνίες της αφθονίας και του θεάματος, την τηλεόραση με τη λαγνεία της τρομοκρατίας, εμφανίζεται πιο επικαιρικός και πιο θεατρικός παρά ποτέ. Η παράστασή του, με εννέα μουσικούς, χορευτές και ηθοποιούς, είναι ένα όργιο εικόνων, βλάσφημο και ακραίο, με πολύ χιούμορ, μουσική ροκ και γκροτέσκες φιγούρες. Αλλά η αισθητική της εγκατάστασης, η ζωγραφικότητα, ο χορός και η περφόρμανς έχουν παραχωρήσει το προβάδισμα σε καθαρόαιμα θεατρικά στοιχεία, σε μια ριζοσπαστική κωμικότητα με θεατρική προέλευση.
  • «Το σπίτι των ελαφιών» του Γιαν Λάουερς προβάλλει αρχικά σαν μια εικαστική εγκατάσταση έτσι καθώς είναι ένας χώρος γεμάτος από λευκά ελάφια, νεκρά ή διαμελισμένα, τα κέρατα των οποίων βρίσκονται κρεμασμένα σαν τρόπαια. Αυτό το «νεκροταφείο ελαφιών» μεταμορφώνεται λίγο αργότερα σε τόπο θεατρικό, βεστιάριο ή σκηνή των δοκιμών όπου ένας θίασος, βιώνει την καθημερινότητά του που τη βαραίνουν τριβές, αμοιβαίες αμφισβητήσεις, θάνατοι. Μεταμορφώνεται επίσης σε έναν απομονωμένο, μυθικό τόπο παραμυθιού όπου μια οικογένεια ξωτικών έχει βρει καταφύγιο από τους κινδύνους και τον πόλεμο. Με τον ανάλαφρο, αυτοσχεδιαστικό τρόπο τους οι χορευτές της Νeedcompany περνούν άνετα από τον real time της καλλιτεχνικής ταυτότητας και του βιώματος, με τα αυτοβιογραφικά και ανεκδοτολογικά υλικά, σε έναν χρόνο του μύθου και της αλληγορίας αλλά και στον ιστορικό χρόνο των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία και ιδιαίτερα των συγκρούσεων στο Κοσσυφοπέδιο. Για τον θάνατο και το πένθος, για τον φόνο από εκδίκηση και τις φρικαλεότητες του πολέμου, για την προσωπική ευθύνη και την ενοχή γίνεται λόγος στο «Σπίτι των ελαφιών». Οι φωτογραφίες και οι μαρτυρίες από το ημερολόγιο ενός πολεμικού ανταποκριτή που σκοτώνεται στο Κοσσυφοπέδιο συνιστούν τον άξονα γύρω από τον οποίο υφαίνονται οι προσωπικές ιστορίες πόνου και θλίψης, τα οικογενειακά δράματα και η τραγωδία των καιρών μας.
  • Ο Γιαν Λάουερς με το ποιητικό κείμενό του, με αλλόκοτες εικόνες μέσα σε ένα φαντασμικό φως, με μιαν ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζεται από παραλλαγές του εφήμερου και του απροσδιόριστου, υποβάλλει στον θεατή έναν χώρο μεταιχμιακό: εδώ τα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο έχουν καταργηθεί, οι νεκροί συναναστρέφονται τους ζωντανούς και σε αυτή την καινούργια «Σονάτα των φαντασμάτων» κυριαρχούν η ανάμνηση των νεκρών, οι επιθανάτιοι θρήνοι και τα ταφικά έθιμα, η ταύτιση των ανθρώπων με τα ελάφια σε μια ζωομορφική διαδικασία.
  • Της Ελενης Βαροπουλου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Θεατρική Θεσσαλονίκη: Τούνελ χωρίς φως

March 1, 2009 § Leave a comment

  • Του ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ*, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 01/03/2009
  • Σε πρόσφατο αφιέρωμα ενός εντύπου free press στη Θεσσαλονίκη παρατήρησα το εξής ενδιαφέρον: Ενώ είχε σχόλια για τα πάντα, από τα τσουρέκια γνωστού ζαχαροπλάστη μέχρι τα in ψυχαγωγικά στέκια, δεν έκανε κουβέντα για θέατρο.
Παράλειψη που αναμφίβολα αδικεί ορισμένα σχήματα που επί σειρά ετών προσπαθούν για το καλύτερο, όμως ως γνωστόν η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα που λέει ότι η θεατρική Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει στον πολιτιστικό χάρτη της χώρας. Και όσοι ενίοτε τη θυμούνται είναι για καμιά αρπαχτή ή κανένα προσωρινό βόλεμα. Ακόμη και να θέλουν να προσφέρουν, μόνο απογοήτευση θα εισπράξουν.

Τη στιγμή που η Αθήνα έχει μεταμορφωθεί σε μια πολυποίκιλτη σκηνή όπου δοκιμάζονται πράγματα, η Θεσσαλονίκη, που κάποτε τη φανταστήκαμε να μετατρέπεται σε πολιτιστικό σταυροδρόμι των Βαλκανίων, κινείται επάνω σε ράγες που μόνο ελπίδα δεν κομίζουν.

Εχει καταντήσει κουραστικό να ακούμε διαρκώς πως από τη στιγμή που όλα βρίσκονται στην Αθήνα (τηλεόραση, κέντρα εξουσίας κ.λπ), είναι αναπόφευκτος ο μαρασμός της περιφέρειας. Δεν αρνούμαι ότι υπάρχει βάση σε αυτό, όμως δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για όλα τα στραβά που μας συμβαίνουν.

Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες μοντερνίστικοι διαχωρισμοί του τύπου κέντρο/περιφέρεια έχουν εν πολλοίς ξεπεραστεί. Μάλιστα, το καλύτερο θέατρο εδώ και δεκαετίες παράγεται στην πιο φτηνή (και συχνά πιο τολμηρή) περιφέρεια και κατόπιν μετακομίζει στο ακριβότερο (και συχνά πιο συντηρητικό) κέντρο.

Μόνο η Θεσσαλονίκη επιμένει να καταναλώνει (κατά κανόνα) ό,τι πιο δεύτερο ή πιο εμπορικό έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του στην Αθήνα και αναζητεί την επόμενη καλή πιάτσα. Σπάνια εξάγει το θεατρικό της προϊόν, ενώ θα μπορούσε, μιας και διαθέτει, εκτός από ορισμένους καλούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς, τρεις από τους καλύτερους αυτή τη στιγμή δραματικούς συγγραφείς (Δημητριάδης, Δήμου, Σερέφας), η παρουσία των οποίων, μέσα σε ένα άλλο κλίμα, θα ήταν μια καλή μαγιά να αλλάξουν τουλάχιστον οι διαθέσεις. Ως πρόχειρο παράδειγμα να αναφέρω την περίπτωση του Σικάγο, όπου η παρουσία ενός και μόνο συγγραφέα (του Ντ. Μάμετ) και ενός μεγάλου θεάτρου (Γκούντμαν) στάθηκαν η αφορμή να μεταμορφωθεί άρδην το θεατρικό σκηνικό που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν εντελώς αδιάφορο.

Το λυπηρό με τη θεατρική Θεσσαλονίκη είναι ότι τίποτα δεν δείχνει ικανό να αλλάξει την κατάσταση. Ούτε η κεντρική εξουσία αλλά ούτε και οι εδώ εκπρόσωποί της δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν κάτι. Για λόγους προσωπικής επιβίωσης μπορεί να «θεατρινίζουν», όμως ποσώς τους κόφτει το πραγματικό θέατρο. Αλλωστε, σε τι θα τους βοηθήσει! Ας είναι καλά η τηλεόραση. Οσο για τους ντόπιους επιχειρηματίες, φαίνεται πως προτιμούν να τ’ ακουμπούν σε καφετέριες και νυχτομάγαζα παρά στο θέατρο.

Στο χορό αυτής της στασιμότητας ευθύνη φέρουν και οι άβουλοι καταναλωτές, οι οποίοι απέχουν από οτιδήποτε θεατρικό, αλλά μόλις σκάσει μύτη αθηναϊκή παράσταση με μια υπερτιμημένη τηλεοπτική φίρμα τρέχουν μαζικά μη χάσουν το κελεπούρι.

Το ΚΘΒΕ, το μόνο ίσως που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η ατμομηχανή της αλλαγής, παραμένει εδώ και χρόνια κολλημένο σε μια αναχρονιστική φιλοσοφία που δεν το αφήνει να αναλάβει έναν πιο ανανεωτικό ρόλο· όπως δεν αναλαμβάνουν το ρόλο τους και οι περισσότεροι ηθοποιοί του, οι οποίοι εάν είναι πιο παλιοί παίζουν για τα ένσημα (αντί για τα εύσημα) και εάν είναι πιο νέοι ούτε μια μικρή μάχη δεν κάθονται να δώσουν. Φεύγουν ολοταχώς για την Αθήνα, αφήνοντας την πόλη καλλιτεχνικά μονίμως ακάλυπτη.

Οσο για τους υπόλοιπους νέους της πόλης, τι να πει κανείς! Είναι απορίας άξιον πώς με 130.000 φοιτητές η Θεσσαλονίκη δεν έχει κάποιο βιώσιμο εναλλακτικό θέατρο (ο φυσικός χώρος της νεολαίας), δεν καινοτομεί, δεν ταράζει, δεν ρισκάρει. Αν τα μισά λεφτά από τις «φραπεδιές» πήγαιναν σε εισιτήρια θεάτρου, σίγουρα θα προκαλούσαν μια μορφή «εξέγερσης» πολύ πιο επικίνδυνης από πολλές ολιγοήμερες «εξεγέρσεις».

  • Ο Σάββας Πατσαλίδης είναι καθηγητής θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: Χρόνια κωφεύουσα η πολιτεία

March 1, 2009 § Leave a comment

Το καμαρίνι του Αιμ. Βεάκη στο Θεατρικό Μουσείο

Μια ακόμη ένδειξη της συνολικότερης υποτίμησης της υπόθεσης του πολιτισμού σ’ αυτόν τον τόπο, από τις κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, αποτελεί η θλιβερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται εδώ και χρόνια το Θεατρικό Μουσείο – Κέντρο Μελέτης και Ερευνας του Ελληνικού Θεάτρου. Ο χώρος στέγασής του, επί της οδού Ακαδημίας 50, στον ημι-ισόγειο χώρο του Πνευματικού Κέντρου, είχε παραχωρηθεί από την πολιτεία ως προσωρινή λύση προ 30ετίας περίπου. Οι επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις από όλες τις κυβερνήσεις, που πέρασαν στο διάστημα αυτών των χρόνων, για μεταστέγαση σε χώρο επαρκέστερο και καταλληλότερο έπεσαν στο κενό.Και καθώς «δεν ιδρώνει το αυτάκι» της πολιτείας, σύσσωμος, πια ο θεατρικός κόσμος απαιτεί τη μετακίνησή του από τα υπόγεια της οδού Ακαδημίας σε νέο και αξιοπρεπές κτίριο, ανάλογο του έργου και της χρηστικότητάς του. Πρόσφατα μάλιστα, με πρωτοβολία του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, πλήθος κόσμου συστρατεύτηκε, απαιτώντας από το ΥΠΠΟ και την πολιτεία να σεβαστεί και να προστατεύσει την κιβωτό του θεατρικού μας πολιτισμού.

  • Απροθυμία της πολιτείας

Το κτιριολογικό βρίσκεται σίγουρα στην κορυφή των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το Κέντρο. «Δεν έχουμε χώρο να στεγάσουμε τον Κωτσόπουλο, την Αρώνη και τον Αλεξανδράκη» – είπε μεταξύ άλλων ο πρόεδρος Κώστας Γεωργουσόπουλος – «Δύο αποθήκες είναι γεμάτες αναξιοποίητο υλικό. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται ένας νέος χώρος. Ο καλύτερος είναι αυτός που βρίσκεται ακριβώς από πάνω μας: ανήκει στον δήμο και φιλοξενεί γραφεία του. Αλλά δε βλέπω προθυμία από τον δήμαρχο». Ο Νικήτας Κακλαμάνης, προτίθεται λέει – σύμφωνα μ’ αυτά που μετέφερε η Πέμυ Ζούνη – να συναντήσει τους επικεφαλής του Μουσείου για να τους προτείνει εναλλακτικά κτίρια. Εχουν ήδη περάσει δυόμισι χρόνια από τότε που ο δήμαρχος της Αθήνας είχε εντάξει στις προγραμματικές του δηλώσεις τη βοήθεια προς το Θεατρικό Μουσείο.

Το καμαρίνι της Τζένης Καρέζη

Eurokinissi

Στο κτιριολογικό προστίθεται ένα ακόμη «αγκάθι». Οι σχεδόν σταθερά απλήρωτοι υπάλληλοί του. «Χρειάζεται μια επιθετική πολιτική. Να πάμε σα στρατός στα υπουργεία να εκτεθούν, όπως εκτίθενται οι άνθρωποι που δεν πληρώνονται», πρόσθεσε η Κάτια Δανδουλάκη. «Οσο δεν πιέζει κανείς, δεν γίνεται τίποτα», είπε ο Χρήστος Λεοντής.Πόση άλλη πίεση χρειάζεται άραγε το ΥΠΠΟ, για να προστατεύσει τα μοναδικά εκθέματα και τα αρχεία που με την πρώτη βροχή μουλιάζουν, ενώ η υγρασία, διαβρωτική απ’ τη μεσοτοιχία του με τα δημόσια ουρητήρια θέτει σε κίνδυνο αξιολογότατα υλικά; Πόση πίεση χρειάζεται για να καταλάβει ότι ο χώρος είναι ακατάλληλος και επικίνδυνος; Στον ίδιο χώρο στεγάζεται υποσταθμός της ΔΕΗ και πριν από δύο χρόνια, σε ένα βραχυκύκλωμα, το μουσείο παρ’ ολίγο να γίνει στάχτη. Πόσες φορές θα χρειαστεί, και καλά να προλάβει, το προσωπικό του Μουσείο να το σώσει από πλημμύρες;

  • Απαξιωμένο και σε αδιέξοδο

Αν είχε φωνή θα φώναζε πια. Τόσα χρόνια απαξιωμένο από την πολιτεία. Τόσα χρόνια που ασφυκτιά, δέσμιο ενός χώρου ακατάλληλου από κάθε άποψη. Παλαιότητα κτιρίου, κάκιστος εξαερισμός, ανεπαρκής φωτισμός, απαράδεκτες και τριτοκοσμικές συνθήκες υγιεινής (ύδρευση, αποχέτευση), μόνιμος και υπαρκτός κίνδυνος πλημμύρας (λόγω γειτνίασης με τις δημόσιες τουαλέτες) και έλκυσης παντός είδους λυμάτων, τρωκτικά και έντομα, τεράστιος κίνδυνος για την υγεία εργαζομένων και επισκεπτών λόγω των συχνών απολυμάνσεων, παντελής έλλειψη κεντρικής θέρμανσης και κλιματιστικών μηχανημάτων, έλλειψη πυρασφάλειας κ.ά.

Δεν είναι λίγες οι φορές που το Κέντρο Μελέτης και Ερευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικό Μουσείο κινδύνευσε να αναστείλει τη λειτουργία του. Αποκλειστικά επιχορηγούμενο από την πολιτεία, το Θεατρικό Μουσείο έχει βρεθεί πολλές φορές σε πλήρες οικονομικό αδιέξοδο, λόγω συσσωρευμένων χρεών και εξαιτίας της καθυστέρησης κάθε χρόνο της επιχορήγησης του ΥΠΠΟ.

Ενδεικτικό του τρόπου και των ρυθμών που αντιμετωπίζει η πολιτεία το θέμα του Θεατρικού Μουσείου είναι ότι σε ανακοίνωση του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού, στο οποίο έχει μετατοπίσει την ευθύνη του, το ΥΠΠΟ και για το Θεατρικό Μουσείο αναφέρεται ότι ο πρόεδρός του Γ. Δραγώνας διευκρίνισε ότι για το Θεατρικό Μουσείο, θα γίνουν ξεχωριστές συναντήσεις για την αντιμετώπιση των οικονομικών τους προβλημάτων. Το πότε δεν αναφέρεται. Μόνο το «θα». Ωστόσο, στην ίδια ανακοίνωση επισημαίνεται ότι ο πρόεδρος του ΕΚΕΘΕΧ ενημέρωσε τον υπουργό για τα θέματα της αποπεράτωσης του «ΣΧΟΛΕΙΟΥ» της Ειρήνης Παππά και της ανάγκης μεταστέγασης του Θεατρικού Μουσείου. «Ο Υπουργός υπήρξε κατ’ αρχήν θετικός», αλλά αποφάσισε να επισκεφθεί το «ΣΧΟΛΕΙΟΝ», ώστε να έχει προσωπική αντίληψη επί του θέματος. Η επίσκεψη έγινε το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου. Δεν επέδειξε όμως ο υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς την ίδια ευαισθησία, ώστε να επισκεφθεί και το Θεατρικό Μουσείο.

  • Ιστορία 70 χρόνων

Το Θεατρικό Μουσείο ιδρύθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων στα 1938, όταν Πρόεδρός της ήταν ο Θεόδωρος Συναδινός. Από τότε Εφορός του ορίστηκε ο ιστορικός του Νεοελληνικού Θεάτρου Γιάννης Σιδέρης, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του γα την συγκέντρωση πλούσιου εκθεσιακού υλικού, καθώς και για την καταγραφή της Ιστορίας του Νεοελληνικού Θεάτρου.

Σε διάστημα λίγων χρόνων, το Θεατρικό Μουσείο εξελίχθηκε σε δυναμικό Kέντρο Μελέτης και Ερευνας του Νεοελληνικού Θεάτρου, έχοντας ένα μεγάλο αρχείο χειρογράφων, διαφόρων στοιχείων και πλούσια Βιβλιοθήκη για ό,τι αφορά το θέατρο. Ενδεικτικό είναι ότι όλοι οι θεατρολόγοι της χώρας μας και πολλοί μελετητές του θεάτρου από ξένα κράτη προσφεύγουν σε αυτό για πραγματείες και διατριβές τους.

Από το 1976, το ΚΜΕΕΘ – ΘΜ μετατρέπεται σε αυτοτελές Ιδρυμα Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου και από το 1996 υιοθετείται από τη Γενική Συνέλευση των μελών του η τωρινή επωνυμία του. Η Θεατρική Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε και στεγάζεται σε κτίριο επί της οδού Καραμανλάκη 7 (στάση Καλλιφρονά), ως προσωρινή κι αυτή λύση, καθώς θα έπρεπε να είναι στον ίδιο χώρο όλες οι υπηρεσίες του Κέντρου, για να μη στοιβαχτούν τα πολύτιμα βιβλία και χειρόγραφα σε κάποια αποθήκη. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει σπάνιες εκδόσεις και χειρόγραφα, 34.000 περίπου τόμους για το θέατρο, που χρονολογούνται από το 1736, εκατοντάδες χειρόγραφα από το 1860, δημοσιεύματα για το θέατρο, αφίσες, καθώς και το Αρχείο Αποκομμάτων. Επίσης, το ΚΜΕΕΘ – ΘΜ έχει προσαρμοστεί στις τεχνολογικές εξελίξεις και λειτουργεί με ηλεκτρονικό σύστημα μηχανογράφησης, παρέχοντας άμεσα πλήρη στοιχεία σε κάθε ερευνητή.

Τι άλλο χρειάζεται η κωφεύουσα πολιτεία, για να πράξει το χρέος της απέναντι στη θεατρική ιστορία της χώρας μας; Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν, επιτέλους, ώστε οι κατά καιρούς υπουργοί Πολιτισμού να επιδείξουν λίγη σύνεση πριν να είναι πολύ αργά; Τόσα κτίρια της κτηματικής του Δημοσίου υπάρχουν. Δεν μπορεί κάποιο να παραχωρηθεί στο Κέντρο; Μέχρι πότε μια τόσο σοβαρή ιστορία θα στηρίζεται στο φιλότιμο και την αυτοθυσία των εργαζομένων;

  • Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 1 Μάρτη 2009

Where Am I?

You are currently viewing the archives for March, 2009 at Κείμενα.