«Αφορισμοί» για το άρμα Εφραίμ

February 28, 2009 § Leave a comment

  • Κληρικοί υποστηρίζουν ότι «θίγεται το ράσο, άρα και η Εκκλησία κι η Ορθοδοξία»

Στο φετινό πατρινό καρναβαλικό ξεφάντωμα, που κορυφώνεται με τη μεγάλη παρέλαση των αρμάτων και των δεκάδων χιλιάδων μασκαρεμένων αυτό το Σαββατοκύριακο, τη δόξα, αλλά ίσως και το στέμμα, του Βασιλιά Καρνάβαλου, έχει κλέψει μια ρασοντυμένη φιγούρα. Πρόκειται για το ομοίωμα του ηγούμενου Εφραίμ, το οποίο, παρά τις αντιδράσεις του θρησκευτικού συλλόγου «Αγιος Μάρκος, ο Ευγενικός» και άλλων ευσεβών ορθόδοξων «μαχητών», θα παρελάσει στους δρόμους της αχαϊκής πρωτεύουσας.

«Με ένα τέτοιο άρμα θίγεται το ράσο, θίγεται η Εκκλησία, η Ορθοδοξία», τονίζει στην «Κ» ο Αρχιμανδρίτης π. Τιμόθεος Παπασταύρου, μέλος του θρησκευτικού συλλόγου που αντιμάχεται το άρμα «Εφραίμ». «Ενα παιδάκι που θα πάει στην παρέλαση και θα δει τα άρματα, μεταξύ των οποίων και το συγκεκριμένο, ξέρει ποιος είναι ο Εφραίμ; Ξέρει τι έκανε ο Εφραίμ; Βλέπει το ράσο να σατιρίζεται, να περιγελάται, να περιυβρίζεται. Αυτός είναι ο σκοπός τελικά. Οι αποδέκτες είμαστε εμείς οι κληρικοί. Υβρίζοντας το ράσο, υβριζόμαστε εμείς, υβρίζεται ο κλήρος, η Εκκλησία. Ας μην κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε. Να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας», δηλώνει και προσθέτει πως η πρωτοβουλία του συλλόγου, με την κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων, «βρήκε μεγάλη παρασκηνιακή ανταπόκριση μεταξύ των πιστών».

  • Απέφυγε να αναμειχθεί

Το βέβαιο είναι ότι βρήκε την στήριξη της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Ορους, που μέσω επιστολής της ζήτησε από τον δήμαρχο Πατρέων κ. Ανδρέα Φούρα την απόσυρση του σατιρικού άρματος. Την ίδια στιγμή, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος απέφυγε να αναμειχθεί στη «διαμάχη», προφανώς, για να μην κατηγορηθεί για συντηρητισμό σε μια περίοδο που προσπαθεί να καλλιεργήσει ένα «προοδευτικό προφίλ».

Ωστόσο, η είδηση για τη δημιουργία του άρματος έφτασε μέχρι την έρημο της Ιουδαίας, προκαλώντας τη «λύπη και την ανησυχία» των μοναχών της Λαύρας του Αγίου Σάββα. «Δεν είναι μόνο το πρόσωπο του Αρχιμανδρίτου Εφραίμ της Ιεράς Μονής του Βατοπεδίου το οποίο διακωμωδείται και εξευτελίζεται στον εφετινό καρνάβαλο, αλλά ολόκληρο το Μοναχικό Τάγμα, του οποίου το μαύρο ράσο αποτελεί τη χαρακτηριστική ενδυμασία πνευματικής μάχης, καθώς άλλωστε και του τιμημένου ελληνικού κλήρου» υποστηρίζουν οι μοναχοί, οι οποίοι, όπως λέγεται, «κινητοποιήθηκαν» από υπερσυντηρητικό έγγαμο κληρικό της βορείου Ελλάδος. «Η διακωμώδηση των ιερών χριστιανικών θεσμών είναι συστατικό στοιχείο της τελετουργίας του σατανισμού και της μαγείας. Αντιλαμβάνονται οι διοργανωτές του καρνάβαλου ποιες δαιμονικές πύλες ανοίγουν και ποιους πνευματικούς νόμους ενεργοποιούν πάνω στην πόλη των Πατρών ιδιαίτερα με τον εφετινό καρνάβαλο;», διερωτώνται εμφατικά οι μοναχοί. Αλλά και ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος, μιλώντας στην «Κ», εμφανίζεται αντίθετος με το άρμα που αναπαριστά τον πρώην ηγούμενο της Μονής Βατοπεδίου. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πολύ βαρύ σφάλμα το γεγονός της γελοιοποιήσεως του θέματος της Μονής Βατοπεδίου και της ανανεώσεως του σκανδαλισμού στις ψυχές των πιστών. Γι’ αυτό νομίζω ότι αυτό το συγκεκριμένο άρμα στο πατρινό καρναβάλι δεν θα έπρεπε να γίνει», τονίζει ο κ. Ανθιμος, ο οποίος όταν ξέσπασε το «σκάνδαλο της Βιστωνίδας» ήταν από τους πρώτους που ζήτησε την παραίτηση του π. Εφραίμ από την ηγουμενία της Μονής.

«Το πρόβλημα δεν είναι εάν οι καρναβαλιστές θα διακωμωδήσουν τα πρόσωπα αυτά που έχουν εκτεθεί σε σκάνδαλα. Το πρόβλημα είναι τα ίδια τα πρόσωπα που δημιουργούν σκάνδαλα με τις συμπεριφορές τους και εκθέτουν την Εκκλησία. Οι λειτουργοί της Εκκλησίας με τα σεξουαλικά, ηθικά, οικονομικά σκάνδαλα τους εκθέτουν την Εκκλησία. Οπότε να μην ψάχνουμε στον απόηχο των σκανδάλων να βρούμε εχθρούς μέσα στην κοινωνία και στις διάφορες εκδηλώσεις της», υποστηρίζει ο κ. Λευρέντιος Ντε Τζώρτζιο, ιδρυτής και επικεφαλής της νεοσύστατης Φιλορθόδοξης Ενωσης «Κοσμάς Φλαμιάτος». Η συντηρητική οργάνωση, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, αγωνίζεται, κατά δήλωσή της, «για την αυθεντικότητα της ορθοδόξου πίστεως και την ακεραιότητα της Εκκλησίας», ενώ πολλές φορές έχει ασκήσει δριμεία κριτική σε ιεράρχες που υποστηρίζουν τον διάλογο με τους ετεροδόξους. «Η κριτική κατά της Εκκλησίας, έστω και αν αυτοί που την κάνουν είναι εκκλησιομάχοι, εχθροί της ή αντί-ορθόδοξοι, δεν θα γινόταν αν δεν είχαν δοθεί οι αφορμές από τα καμώματα και τις συμπεριφορές των λειτουργών της», δηλώνει στην «Κ» με αυστηρότητα ο κ. Ντε Τζώρτζιο.

«Σκοπός μας δεν είναι να θίξουμε την Εκκλησία. Σκοπός μας είναι να σατιρίσουμε -και όχι να κατηγορήσουμε- ένα συγκεκριμένο πρόσωπο για συγκεκριμένες ενέργειες με πολιτικές διαστάσεις», ξεκαθαρίζει από την πλευρά του Δήμου Πατρέων ο αντιδήμαρχος της πόλης κ. Αλέξης Σκαρμέας, εκφράζοντας τη βεβαιότητα πως εάν κατά τη διάρκεια της αυριανής παρέλασης υπάρξουν αντιδράσεις από κάποιους συντηρητικούς, «θα τους αντιμετωπίσει ο ίδιος ο κόσμος».

  • Δεν συμφωνούν

Τα περί «σάτιρας» ωστόσο δεν φαίνεται να ασπάζονται κάποιοι πολιτικοί που ουδέποτε έκρυψαν τους στενούς δεσμούς τους με εκκλησιαστικούς ή παραεκκλησιαστικούς παράγοντες. «Η διακωμώδηση είτε προσώπων είτε συμβόλων που έχουν σχέση με την Εκκλησία είναι μια προσβλητική πράξη για την Εκκλησία. Φοβούμαι όμως ότι όλος ο δημόσιος βίος της χώρας έχει γίνει καρνάβαλος», επισημαίνει στην «Κ» ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης κ. Στέλιος Παπαθεμελής.

Αντιθέτως, ο καθηγητής κ. Πέτρος Βασιλειάδης, πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ εκτιμά πως η Εκκλησία δεν πρέπει να στρέφεται εναντίον της σάτιρας. «Μπορεί κάποιοι να χλευάσουν, να σατιρίσουν μερικές φορές. Εξαρτάται από την Εκκλησία και τους ανθρώπους της, εάν με τη στάση τους δώσουν το σωστό στίγμα. Δεν μπορεί και δεν πρέπει η Εκκλησία να απαγορεύει οτιδήποτε, πολύ περισσότερο να απαγορεύει τη σάτιρα. Γιατί το αποτέλεσμα θα είναι εντελώς αντίθετο. Πρέπει να είναι έτοιμη να δεχτεί την καλοπροαίρετη κριτική, επιθέσεις, αλλά και τη σάτιρα», τονίζει στην «Κ».

  • Του Νικου Παπαχρηστου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/02/2009
Advertisements

Ταξίδια της μνήμης

February 28, 2009 § Leave a comment

  • Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

  • ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ 1961 ΒΡΕΘΗΚΑ ΜΕ ΤΟ «ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΘΕΑΤΡΟ» ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΜΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΟΝΤΗΡΗ ΣΤΙΣ ΗΠΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ (Ν. ΥΟΡΚΗ, ΣΙΚΑΓΟ, ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ, ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ, ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ)

Στο Λος Άντζελες η παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή έγινε στο υπαίθριο, μίμηση αρχαίου ρωμαϊκού Ωδείου, αμφιθέατρο με το χαρακτηριστικό όνομα «Γκρικ Θίατερ», χωρητικότητας περίπου 5.000 θεατών. Ιμπρεσάριος που είχε οργανώσει τις περιοδείες σε συνεργασία με τον αξέχαστο Θόδωρο Κρίτα ο Ντουλίτλ, μέγας και τρανός παράγοντας του αμερικανικού θεάματος. Ήταν ο ίδιος που την ίδια εποχή είχε φέρει στην Αμερική τα Μπαλέτα Κίροφ στην πρώτη τους έξοδο εκτός Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν τότε που στον πρώτο σταθμό τους στο Παρίσι είχε δραπετεύσει ο Νουρέγιεφ. Μ΄ αυτόν τον Ντουλίτλ είχαμε μια τρομερή εμπειρία. Όντας στη Ν. Υόρκη είχε διοργανώσει τιμητικό πάρτι στον θίασο στους κήπους της κατοικίας του. Τεράστιος χώρος με τεχνητές λίμνες και αρχιτεκτονημένες πρασιές. Οι καλεσμένοι του, η πνευματική αφρόκρεμα της Ν. Υόρκης, ανάμεσά τους ο Λι Στράσμπεργκ, ο Λιούις, η Στέλα Άντλερ και βέβαια ο φίλος του Ροντήρη και του Κρίτα, Ηλίας Καζάν. Σκορπισμένοι ανάμεσα στα δροσερά δρομάκια του κήπου (ήταν υγρός ζεστός Σεπτέμβριος του 1961) απολαμβάναμε τα απεριτίφ και τους περιφερόμενους μεζέδες χαζεύοντας, εμείς τα Ελληνάκια, διασημότητες, όταν την όλη χαρούμενη ατμόσφαιρα διέκοψε η περιφορά ενός αναπηρικού καροτσιού που έσπρωχνε μια εν στολή νοσοκόμος. Στο καρότσι ήταν ένας όμορφος άντρας γύρω στα σαράντα.. Πολλοί εντόπιοι έσπευσαν να του υποβάλουν τον χαιρετισμό τους και ρωτώντας κι εμείς μάθαμε πως ο ανάπηρος από παράλυση λόγω εγκεφαλικού ήταν αδελφός του οικοδεσπότη ιμπρεσάριου Ντουλίτλ, ένας από τους πιλότους που έριξαν την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Οι πιλότοι εκείνοι μάς πληροφόρησαν ότι δεν γνώριζαν, πλην της διατεταγμένης πορείας βάσει λεπτομερών εντολών, ούτε τι μετέφεραν ούτε το μέγεθος του ολέθρου που περιείχαν. Με αποτέλεσμα άλλοι να πάθουν κατάθλιψη και άλλοι καταληψία.

Γυρίζω στο Λος Άντζελες. Το «Γκρικ Θίατερ» ήταν κάτι σαν το Ηρώδειο, είχε περίοδο συνεχών παραστάσεων, διαφόρων παραστατικών και μουσικών τεχνών. Όπως μας πληροφόρησε ένα ενημερωτικό προσπέκτους, μετά τη δική μας παράσταση είχε προγραμματιστεί συναυλία της μπάντας τού Νατ Κινγκ Κολ. Με χαρά μας μάλιστα μάθαμε πως το συγκρότημα θα είχε σύντομη πρόβα μετά την «Ηλέκτρα» και αργότερα είχε ο Ντουλίτλ οργανώσει δεξίωση για να αποχαιρετήσει το «Πειραϊκό Θέατρο» και να υποδεχτεί τον Νατ Κινγκ Κολ. Χώρος της δεξίωσης, ένα μεγάλο ξενοδοχείο του Λος Άντζελες. Χαρήκαμε την πρόβα των μαύρων Αμερικανών σταρ, ο μεγάλος τραγουδιστής μάλιστα τότε λάνσαρε και την κόρη του Νάνσι και με το πούλμαν που μας μετέφερε στην αχανή πόλη φύγαμε για τη δεξίωση. Φθάσαμε πρώτοι, οι νέγροι καλλιτέχνες έπρεπε να τακτοποιήσουν τα πράγματά τους για την επομένη και ενώ βρισκόμαστε με τα γνωστά ποτήρια στο χέρι μάς αναστάτωσαν φωνές στην είσοδο. Και τότε έκπληκτοι μάθαμε πως η διεύθυνση του ξενοδοχείου απαγόρευε στους μαύρους καλλιτέχνες να εισέλθουν στον χώρο της δεξίωσης.

Ναι, σαράντα οκτώ χρόνια πριν στη μεγαλούπολη της ανατολικής ακτής, με περίπου τον μισό πληθυσμό έγχρωμο, υπήρχε τότε απαρτχάιντ ακόμη και για διασημότητες, όπως ο Κολ, για τον οποίον βέβαια και το τραγούδι του είχαν εξαντληθεί τα εισιτήρια του «Γκρικ Θίατερ». Η μέγιστη υποκρισία: «Θαυμάζω και απολαμβάνω τη μουσική σου, πληρώνω πανάκριβα να την ακούσω, αλλά δεν πίνω καφέ μαζί σου και δεν ταξιδεύω μαζί σου σε λεωφορείο ή βαγόνι». Όπως ήταν φυσικό και αυτονόητο, μόλις συνειδητοποιήσαμε την αδιανόητη συμπεριφορά, αποχωρήσαμε κι εμείς σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Αν τα ξανάφερε όλα αυτά τώρα η μνήμη λες και ήταν χθες, είναι γιατί ο Νατ Κινγκ Κολ, οι Πλάτερς, ο Ντιουκ Έλινγκτον ήταν για μας που μεγαλώσαμε στην ελληνική εμφυλιακή και μετεμφυλιακή επαρχία οι σταρ των νεανικών μας πάρτι. Δεν ήταν, βέβαια, πολλοί οι συνομήλικοι που διέθεταν δισκοθήκη και γραμμόφωνο (άγνωστο τότε και το πικ-απ). Έτσι οι ίδιοι δίσκοι και τα ίδια τραγούδια περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι και πάρτι δεν οργανώνονταν, αν πρώτα ο οικοδεσπότης δεν εξασφάλιζε τον κάτοχο των περιζήτητων δίσκων.

Ιδιαίτερα την εποχή των Απόκρεω, που υπήρχε και μια χαλαρότητα και ανοχή των εκπαιδευτικών απαγορεύσεων για τους χώρους συνάθροισης και την ώρα κυκλοφορίας των μαθητών. Θυμάμαι πως το 1955, τελειόφοιτοι του Γυμνασίου που ετοιμαζόμαστε για τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κουρεμένοι με την ψιλή και με πηλήκιο, πληροφορηθήκαμε πως είχε αποφασιστεί να σπάσει το άδυτο της «Λέσχης» της πόλης, ένας χώρος αυστηρής προσέλευσης των μεγαλοαστών. Εκεί διοργανώνονταν χοροί, λαχειοφόρες αγορές, φιλανθρωπικά τέια και δεξιώσεις υποδοχής υπουργών, βουλευτών, άλλων μεγαλόσχημων. Η διεύθυνση λοιπόν της «Λέσχης» αποφάσισε να ανοίξει τις αίθουσές της και στο νεανικό κοινό την τελευταία Κυριακή των Απόκρεω για να χορέψουν νέοι 5-9 το απόγευμα, αφού στις 10 το βράδυ θα ακολουθούσε ο χορός των μελών και των προσκεκλημένων τους.

Στα πάρτι των σπιτιών ήταν λογικό να συναντάμε φίλους, συμμαθητές και γνωστούς και από κορίτσια τις αδελφές των οργανωτών και τις αδελφές των συμμαθητών που είχαν την ανάλογη ηλικία και, φυσικά, γονική άδεια!

Οι Απόκριες με πήγαν σε εκείνα τα θλιβερά μετεμφυλιακά πάρτι, τα τραγούδια της μόδας στην Αμερική και στον ρατσισμό του ΄60

Θέατρο και χειραφέτηση των παιδιών

February 24, 2009 § Leave a comment

Ελένη Βαροπούλου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το θέατρο για παιδιά όπως το πρότειναν ηθοποιοί, σκηνοθέτες και σημαντικά θεατρικά σχήματα, είχε ολοκληρώσει τις φιλόδοξες προτάσεις του: με παραστάσεις εξαιρετικές όσον αφορά τη σκηνική γλώσσα και τα ερμηνευτικά επιτεύγματα. Με ένα παιδικό θέατρο ενταγμένο στο γενικότερο κίνημα του θεάτρου έρευνας και των ομάδων θεατρικής παρέμβασης σε διαφόρους χώρους της πόλης. Με έναν έντονο προβληματισμό για τα θεάματα που απευθύνονταν στο παιδί στοχεύοντας στην ανάπτυξη της παιδικής φαντασίας, στην ψυχαγωγία, στην αισθητική διαπαιδαγώγηση αλλά και στην καλλιέργεια μιας κριτικής ματιάς πάνω στην κοινωνία και στη ζωή. Παράλληλα με ένα τέτοιο θέατρο για παιδιά, υπήρξαν αξιόλογα εγχειρήματα τόσο από την πλευρά ενός θεάτρου όπου ενεργούν και παίζουν τα ίδια τα παιδιά όσο και από την πλευρά του θεάτρου εκείνου όπου ενήλικοι καλλιτέχνες δοκιμάζουν μορφές και δυνατότητες συνεργασίας με το παιδί. Ειδικά στα διαβήματα αυτά, την κύρια θέση κατείχαν η παιδαγωγική διάσταση, το ζήτημα της καλλιτεχνικής ή μη έκφρασης του παιδιού και ο ενεργός ρόλος του στο θεατρικό γεγονός.

Σήμερα είναι το θέατρο με παιδιά καθώς αυτά επιβάλλουν την παρουσία τους, δρουν και εκθέτουν προσωπικές εμπειρίες, η πιο χαρακτηριστική θεατρική τάση που εντυπωσιάζει το κοινό και προκαλεί διάφορα ερωτήματα. Πρόκειται για ένα θέατρο με χειραφετημένα παιδιά όπου με ευθύ τρόπο αντιμετωπίζονται δύσκολα ακόμη και δυσάρεστα θέματα και όπου γίνεται απερίφραστα λόγος για την πραγματικότητα και καθημερινότητα. Μπορεί και παλιότερα σε ένα ρεαλιστικό θέατρο για παιδιά να χρησιμοποιούνταν από τους ηθοποιούς αυθεντικές μαρτυρίες και ντοκουμέντα, όμως τώρα το ίδιο το παιδί παίρνει τον λόγο και πρωταγωνιστεί όχι επειδή παίζει ή υποδύεται κάποιο δραματικό πρόσωπο αλλά επειδή με την ίδια την προσωπικότητα, τις καταθέσεις, τη δράση του ανάγεται σε πρωταγωνιστή περφόρμερ.

Ο Τιμ Ετσελς από την ομάδα Forced Εntertainment συνεργάστηκε το 2007 με το θέατρο Victoria από τη Γάνδη στη θεατρική παραγωγή «Τhat night follows day» όπου 16 παιδιά ηλικίας 8-14 ετών στέκονταν μετωπικά σαν χορωδία ή σχολική τάξη απέναντι στο κοινό και περιέγραφαν με χιούμορ αλλά και οξύτητα πώς οι ενήλικοι προσδιορίζουν τον κόσμο των παιδιών. Με το κείμενο, ιδιότυπη καταγγελία ή διαμαρτυρία που προέκυψε από συλλογική δουλειά, με τις φωνές, τον ρυθμό και τα σώματά τους, τα παιδιά απευθύνονταν στους θεατές χρησιμοποιώντας φράσεις σαν κι αυτή: «εσείς μας ταΐζετε, μας πλένετε, μας ντύνετε…».

Η ομάδα Ρίμινι Προτοκόλ ήδη από το 2002 είχε οργανώσει μερικά παιδιά 13-17 ετών σε μια εκδήλωση σκοποβολής. Η σχέση των παιδιών με τα όπλα και με το έπαθλο του καλού σκοπευτή βρισκόταν στο επίκεντρο εκείνης της εμπειρίας που πραγματοποιήθηκε στην Ελβετία κάτω από τον τίτλο «Shooting Βourbaki». Η χορογράφος Κονστάντσα Μάκρας συγκέντρωσε πρόσφατα νέους και παιδιά από τις συνοικίες των προσφύγων και από το μουσουλμανικό «μιλιέ» του Βερολίνου για το «Ηell on Εarth», μια βραδιά όπου οι νέοι χορεύουν, τραγουδούν, αφηγούνται, δείχνουν την αλήθεια και τις καθημερινές μυθολογίες τους, τη δυσφήμηση που συνεχώς συναντούν και κυρίως την ερωτική και σεξουαλική πλευρά της εφηβικής ζωής τους. Με χορευτές και παιδιά από την περιοχή Νόικελν είχε δουλέψει η Μάκρας και το 2003 σε ένα «πάρτι» εμπνευσμένο από τη σκληρή ζωή στην ξενιτιά.

Τα μωρά είναι οι πρωταγωνιστές στο θεατρικό εγχείρημα της Σουζάνε Οστεν από τη Σουηδία, όταν στο Βaby drama του θιάσου Ούνγκα Κλάρα δέκα νεογνά ηλικίας μέχρι οκτώ μηνών που τα συνοδεύει ένας ενήλικος, μετέχουν σε ένα δρώμενο, αντιδρούν σε εικόνες δραματικές, σουρεαλιστικές, ακόμη και ανοίκειες. Ο φόβος όχι μόνο δεν αποφεύγεται αλλά και επιδιώκεται ως έναν βαθμό σε αυτού του είδους τις εμπειρίες αφού, όπως δηλώνει η Οστεν, «τα παιδιά θέλουν την αλήθεια. Γιατί η ψύχωση είναι ένα ουσιαστικό θέμα για το παιδικό θέατρο».

Νομίζω ότι το θέατρο με παιδιά και από παιδιά όπως εκδηλώνεται στις ημέρες μας έχει προκύψει από μιαν αλλαγμένη αντίληψη τόσο για τις παιδαγωγικές ιδέες όσο και για την ιδέα του τι μπορεί να είναι θέατρο. Ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία, η κίνηση της δημιουργικής μουσικής στα σχολεία επεδίωκε να καταστήσει το παιδί ενεργητικό πρόσωπο και όχι παθητικό αποδέκτη μιας μουσικής και θεατρικής παιδείας, ότι ο Μπρεχτ επίσης με τα διδακτικά έργα του απέβλεπε σε ένα θέατρο όπου μέσα από το δημιουργικό παιχνίδι διδάσκονται πρωτοβουλίες, συμπεριφορές, δραστηριότητες. Και τότε η παιδαγωγική εργασία και το θέατρο είχαν διασταυρώσει τις καινοτομίες τους. Στις ημέρες μας το θέατρο με παιδιά είναι μία ακόμη ένδειξη του πώς το θέατρο έχει περάσει από το έργο στη διαδικασία, από την αναπαράσταση στην εμπειρία, από το παιδί καταναλωτή της θεατρικής παράστασης στο ενεργητικό, χειραφετημένο παιδί της θεατρικής δράσης.

ΑΛΕΚΑ ΠΑΪΖΗ: Αδιαίρετο ήθος ζωής, αγώνων και τέχνης

February 22, 2009 § Leave a comment

Eurokinissi

  • Λήγει σήμερα το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ, στην έναρξη του οποίου υπήρξε μια πολύ λυπηρή απουσία. Η απουσία μιας – πάντα προσκαλούμενης και πάντα παρούσας στα Συνέδρια του ΚΚΕ – ξεχωριστής γυναικείας μορφής, μιας κομμουνίστριας, η οποία, με τους αγώνες, τη ζωή και την τέχνη της ποίησε Ήθος. Της Αλέκας Παΐζη.
  • Η Αλέκα Παΐζη πέρασε στην Ιστορία των αγώνων του ΚΚΕ, του λαού, του θεάτρου μας. Έσβησαν τα αστραφτερά μάτια της, που ακτινοβολούσαν την υπεραισθαντική ψυχή, τον καθάριο, καλόκαρδο, ευγενή, περήφανο και σεμνό χαρακτήρα της. Την αγέραστη θηλυκότητα και παιδικότητά της. Την ήσυχη συνείδησή της ότι πίστεψε και έπραξε το καλό. Οχι για την ίδια, αλλά για τον αδικημένο άνθρωπο, το λαό, τον τόπο μας. Μελένιο ήταν το χαμόγελό της. Βελούδινη η φωνή της. Πνευματώδες το χιούμορ της. Βαθύτατη η ανθρωπιά της. Γι’ αυτά όλα όσα ήταν κι έπραξε, αλλά και για το σπουδαίο ερμηνευτικό ταλέντο της, κέρδισε την αγάπη, προπαντός την εκτίμηση όλων. Συναγωνιστών, συναδέλφων, φίλων, θεατρόφιλων.
  • Η πορεία της Αλέκας Παΐζη στη ζωή και την τέχνη, συνθέτουν ένα σπάνιο μέγεθος ανθρώπου, αγωνιστή, καλλιτέχνη. Μέγεθος αξιοτίμητο και παραδειγματικό. Αξίζει, λοιπόν, ως ελάχιστη τιμή στη μνήμη της, να «αναδράμουμε» στη ζωή της.

Η επαναστατική Κρήτη «ρίζα» της

  • Γεννήθηκε (1919) στην Κρήτη. Αγαπούσε την Κρήτη και την ντοπιολαλιά της. Σφακιανή – «δυνατή αλλά και πολύ ευαίσθητη» – η μάνα της. Δάσκαλος, και ο μεγαλύτερος καπνοβιομήχανος – καπνέμπορος στην Κρήτη, ο πατέρας της. Εκείνος της αγόρασε το πιάνο της (ευφραινόταν παίζοντας πιάνο, μέχρι το τέλος της). Από παιδάκι, βλέποντας τους περιοδεύοντες στην Κρήτη θιάσους, κόλλησε το θεατρικό «μικρόβιο». Γι’ αυτό στο βιβλιοπωλείο – τυπογραφείο της οικογένειας των Αλεξίου (που συγγένεψε με τον Νίκο Καζαντζάκη) την είχαν «λίγο σαν Καραγκιόζη τους».
Ο Χαρίλαος Φλωράκης και η Αλέκα Παπαρήγα σε επίσημη πρεμιέρα της (9/1/1996)
  • Πλουσιόπαιδο εκείνη, «σημαδεύτηκε» μια μέρα που ένα φτωχό παιδάκι χτύπησε την πόρτα τους ζητώντας φαΐ. Του έδωσε κάτι και δακρυσμένη ρώτησε τη μάνα της, «γιατί αυτό παιδάκι δεν έχει να φάει; Αυτό το ερώτημα με μάρκαρε και το κρατώ σε όλη μου τη ζωή», έλεγε. Ο πατέρας χρεοκόπησε. Δεν άντεξε τον ανταγωνισμό του Παπαστράτου.
  • Μετά το Γυμνάσιο η Αλέκα Παΐζη, μόνη και οικονομικά «στον άσσο» – όπως για πάρα πολλά χρόνια στη ζωή της – έρχεται στην Αθήνα. Εισάγεται στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παντρεύεται έναν τραπεζικό υπάλληλο. Αγοράζουν ένα σπίτι στις Τζιτζιφιές, κοντά στην Αγία Ελεούσα. Κατοχή. Ιδρύεται το ΕΑΜ. Ανάμεσα στους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου, που αμέσως εντάσσονται σ’ αυτό και η Αλέκα Παΐζη. Το ανασυγκροτημένο ΚΚΕ, αποφασίζει να επανακυκλοφορήσει τον «Ριζοσπάστη». Σε μια εκδρομή κομμουνιστών και ΕΑΜιτών, η Αλέκα Παΐζη γνωρίζει τον κομμουνιστή δημοσιογράφο Κώστα Καραγιώργη, ο οποίος λίγες μέρες αργότερα της ζητά – κρυφά από τον άντρα της» – να διαθέσει το σπίτι της για την έκδοση του πρώτου παράνομου φύλλου του «Ριζοσπάστη». Εκείνη δέχεται.
  • «Φέρνει ο Καραγιώργης στο σπίτι μου μια μηχανή, χαρτί, στοιχεία και έναν τυπογράφο. Ήταν Αρμένης. Άρχισε να τυπώνει ο Αρμένης, αλλά όλα έβγαιναν μουντζούρα. Γέμιζα το μπουγαδοκόφινο με τα μουντζουρωμένα χαρτιά και τα ‘καιγα στο τζάκι. Δεν γινόταν τίποτα κι οι μέρες περνούσαν. Ο Καραγιώργης φέρνει άλλη μηχανή, με κύλινδρο. Εμένα το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να δω καθαρά τυπωμένο τον “Ριζοσπάστη”. Ο Αρμένης μια μέρα με ρώτησε: “Μαντάμ, αν χτυπήσει το πόρτα τι τα πείτε;”», διηγιόταν η Αλέκα Παΐζη, γελώντας σαν παιδάκι, σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη» (30/4/1988). Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» τυπώθηκε. Ο Καραγιώργης πήρε τα αντίτυπα και τη μηχανή. Αφησε τυπογραφικά στοιχεία και άλλα υλικά, που τοποθετημένα σε βαρέλι θάφτηκαν στον κήπο. Με μια καταρρακτώδη βροχή τα θαμμένα άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Άρον άρον το σπίτι εγκαταλείφθηκε και πουλήθηκε «για λίγα τρόφιμα και το πρώτο ενοίκιο ενός σπιτιού στην οδό Φυλής».
Η πρώτη σύλληψη
Στο Ηρώδειο, τιμώμενη από το ΣΕΗ, στην «Ημέρα του Ηθοποιού» (6/10/2003)
  • Αριστούχος της σχολής, προσλαμβάνεται από το Εθνικό Θέατρο ως πρωταγωνίστρια στο έργο «Μίνα φον Μπάρχλεμ». Εντάσσεται στο ΚΚΕ. Φθινόπωρο του 1942, παραμονή της πρεμιέρας, οι Γερμανοί, εισβάλλουν στο θέατρο. Με καταδότρια μια γυναίκα, με κουκούλα και ντυμένη ανδρικά, συλλαμβάνουν την Ευγενία Λαμπρινού (σύζυγο του δημοσιογράφου του «Ρ», Γιώργη Λαμπρινού), την μοδίστρα Βάσω και την Αλέκα Παΐζη. Τις δύο πρώτες τις στέλνουν σε στρατόπεδο. Την Παΐζη στην Μέρλιν. Ευτυχώς, δεν άνοιξαν την τσάντα της, όπου είχε «πολλά πανάκια κεντημένα με τη λέξη ΕΛΑΣ, μια έκφραση τρυφερότητας των γυναικών για τους αντάρτες». Για να μη ματαιωθεί η πρεμιέρα, παρεμβαίνει ο Άγγελος Τερζάκης και η Παΐζη αφήνεται ελεύθερη. Την επομένη της πρεμιέρας οι εφημερίδες επαινούν την ερμηνεία της.
  • Οι παραστάσεις του έργου τελειώνουν. Παρότι πρωταγωνίστρια, η Παΐζη παρατά το Εθνικό και εντάσσεται στο ΕΑΜικό «Θέατρο του Λαού» παίζοντας «ένα ρόλο δύο φράσεων, σ’ ένα επίκαιρο έργο του Λυδάκη». Το «Θέατρο του Λαού» δίνει το δικό του δύσκολο αγώνα κατά των κατακτητών, σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές. Η Αθήνα απελευθερώνεται, αλλά οι επιθέσεις των παρακρατικών στο «Θέατρο του Λαού», πυκνώνουν και το Δεκέμβρη του 1944 κορυφώνονται. «Ένα βράδυ οι Χίτες μπήκανε στην παράσταση και τα κάνανε λίμπα. Είχαμε μπει σε μια νέα πολύ άγρια περίοδο. Μα κι εμείς οι ηθοποιοί αντιστεκόμαστε. Και με θεατρικές παραστάσεις. Τι να πρωτοθυμηθώ! Μπορώ να λέω ώρες κι ώρες διάφορα…» («Ρ», 30/4/1988).
  • Από το μεταδεκεμβριανό διωκτικό όργιο εναντίον των αγωνιστών της ΕΑΜικής Αντίστασης, ιδίως των κομμουνιστών, δεν γλιτώνουν ούτε οι καλλιτέχνες. Ιδιαίτερα του ΕΑΜικού θιάσου «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες», στον οποίο μετέχει και η Παΐζη. Εμφύλιος. Το κυνήγι εντείνεται. Αύγουστο του 1949, η Ασφάλεια την εντοπίζει και τη συλλαμβάνει στο σπίτι της μάνας της. Όσο η Παΐζη βάζει σε ένα βαλιτσάκι τα αναγκαία, ο ασφαλίτης «συμβουλεύει» τη μάνα της να την πείσει να υπογράψει δήλωση μετανοίας. «Αλεξάντρα μου, είσαι πολύ νέα. Δεν κάμεις μια…». Πριν αποσώσει τη φράση της η μάνα, η κόρη την κόβει: «Μαμά δεν κάμω δήλωση. Να ξέρεις, αν ποτέ κάμω μετά θα αυτοκτονήσω». Κι η μάνα της λέει στον ασφαλίτη: «Δεν θα κάμει. Καλύτερα… Γιατί, αλλιώς δε θα ‘ναι πράμα…».
Δεύτερη σύλληψη. Ασφάλεια. Εξορία
Στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας του ΚΚΕ κατά των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία και της επίσκεψης Κλίντον (Σύνταγμα, 4/4/1999)
  • Κρατείται 45 μέρες στην Ασφάλεια. Η Ασφάλεια ζητά από τη σύζυγο του μεγαλοαξιωματικού της Χωροφυλακής Γ. Ντάκου, γειτόνων της Παΐζη, να την πείσει για δήλωση. (Η Παΐζη, στην κατοχή είχε μεσολαβήσει στον ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση της Ντάκου – αδελφής του σκηνοθέτη Πέλου Κατσέλη – ως ανταπόδοση στον Ντάκο που απελευθέρωσε τον αγωνιστή ζωγράφο Χρήστο Δαγκλή). Μάταια και η προσπάθεια της Ντάκου στην Ασφάλεια. «Όταν έτρεχα εγώ για σας κυρία Ντάκου δε σας ζήτησα να αποκηρύξετε τις ιδέες σας», απάντησε κατηγορηματικά η Παΐζη. Έπειτα της πρότειναν, τουλάχιστον, να αρθρογραφήσει σε εφημερίδα. «Δεν δημοσιογραφώ. Δεν έχω αυτή την κλίση», απάντησε τελεσίδικα.
  • «Είχα πεισμώσει. Έλεγα μέσα μου, αυτοί θα λένε να κάνω δήλωση, εγώ θα λέω δεν κάνω. Η αξιοπρέπεια δεν σ’ αφήνει να υποκύψεις. Αυτοί ήταν χυδαίοι κι εγώ θυμωμένη», διηγιόταν στον «Ρ». Ετσι, μαζί μ’ άλλες αγωνίστριες, εξορίζεται στο Τρίκκερι. Εκεί, σε σκηνές βρίσκονται 5.000 γυναίκες. Σύντομα, «αρχίζουν τα καψόνια. Μας παίρνουν τα ράντζα. Επιβάλλουν να κοιμόμαστε στο χώμα. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το Μακρονήσι. Έπεσε πολύ… σπήλαιο στους πνεύμονες των γυναικών μ’ αυτό το καψόνι. Από τις 5.000 γυναίκες, μείναμε για το Μακρονήσι 1.200 περίπου. Κι απ’ αυτές στο Τρίκκερι ξαναγυρίσαμε κάπου 500. Τσακίστηκε ο κόσμος (…). Στο κολαστήρι της Μακρονήσου πήγαμε με ένα καράβι που μετέφερε ζώα. “Παλιοκουμμούνες θα πεθάνετε”, μας λέγανε. Καψόνι, λιγοστό νερό, αρμυρές σαρδέλες για φαΐ, βούρδουλας, κόλαση».
  • «Ποτάμι» μαρτυρικών βιωμάτων, βασανιστηρίων του κορμιού και της ψυχής, συγκρατουμένων της και της ίδιας, ήταν εκείνη η συνέντευξή της στον «Ρ». Εδώ μόνο λίγα σπαράγματά της παραθέτουμε. Η Παΐζη στο Τρίκκερι περιλαμβανόταν μεταξύ των «100 πιο επικίνδυνων γυναικών», οι οποίες όταν μεταφέρθηκαν στο Μακρονήσι μπήκαν στο «σύρμα». Στο κολαστήρι της Μακρονήσου, μια μέρα ένας αρχιδεσμοφύλακας κραυγάζει: «Δεν μπορούν η Παΐζη, η Καραγιώργη, η Σιάντου, η Μαρκεζίνη να παρασύρουν τόσες άλλες γυναίκες». Με διαταγή του, οι αλφαμίτες βγάζουν από το σύρμα αυτές τις τέσσερις γυναίκες και χτυπώντας τες με βούρδουλα τις αναγκάζουν να τρέχουν. Ακολουθεί βασανισμός των τεσσάρων αυτών γυναικών, αλλά και πολλών άλλων μέσα σε σκηνές. «Ένα μερόνυχτο κράτησε το μεγάλο χτύπημα των γυναικών. Παντού ακούγονταν ουρλιαχτά. Πολλές οι σακατεμένες. Πολλές βρέθηκαν στο νοσοκομείο». Τη χτυπημένη Παΐζη τη σέρναν και από τη σκηνή στο διοικητήριο, όπου της ζητούσαν μια άλλη μορφή «μετανοίας». Ή να παίξει, ή να σκηνοθετήσει, ή να υπογράψει τάχα ως σκηνοθέτρια μια παράσταση, με την οποία το καθεστώς ήθελε να εμφανίσει το κολαστήριο ως «τόπο πολιτισμού και ψυχαγωγίας». Το επίμονο «Όχι» της Παΐζη και στο διοικητήριο συνεπαγόταν κι άλλα βασανιστήρια. Αυτό το μαζικό χτύπημα των γυναικών «ξεσήκωσε διεθνή θόρυβο. Ήρθαν ξένοι δημοσιογράφοι. Οι διοικούντες αναγκάστηκαν να κάνουν ψευτοαλλαγές». Λίγο αργότερα, οι αμετανόητες, όπως η Παΐζη, μεταφέρθηκαν πάλι στο Τρίκκερι.
Ο «γολγοθάς» της επιβίωσης
Απαγγέλλει σε εκδήλωση για τα 85χρονα του ΚΚΕ (7/12/2002)
  • Το καθεστώς, λόγω του ελληνικού και διεθνούς αγώνα για απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, σταδιακά αρχίζει να δίνει άδειες στους εξορίστους. Έτσι, Δεκέμβρη του 1951, ως «αδειούχος εξόριστη», με δεκαπενθήμερη άδεια η Α. Παΐζη φθάνει στην Αθήνα. Επί δεκαπέντε χρόνια, ως «αδειούχος εξόριστος», υποχρεωμένη να δίνει την παρουσία της στην Ασφάλεια, στερημένη τα πολιτικά της δικαιώματα, χωρίς διαβατήριο (απέκτησε διαβατήριο το 1966), βιώνει έναν άλλο «γολγοθά». Της επιβίωσης. Ελάχιστοι θίασοι τολμούν να την προσλάβουν. Πάλι καλά που μπόρεσε να κάνει θίασο ο – από παλιά σύντροφός της – μακρονησιώτης Μάνος Κατράκης και να συνεργάζεται μαζί της. Εκείνος, περισσότερο απ’ όλους, βοήθησε στην επιβίωσή της, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, που ο Γιώργος Θεοτόκης και ο Σωκράτης Καραντηνός, παρανόμως, την προσέλαβαν στο νεαρό τότε Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και όπου πρωταγωνιστώντας ξανάλαμψε το μεγάλο ταλέντο της. Όχι όμως για πολύ….
  • Το βράδυ της 21ης Απριλίου φυγαδεύεται από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και αμέσως μετά στο εξωτερικό. Εφτά χρόνια περιπλανήθηκε και βιοπάλεψε στην Ευρώπη και έδωσε το «μερίδιό» της στον αντιδικτατορικό αγώνα. Κι όταν πια επέστρεψε, όπως πάντα με το «σπαθί» της, χωρίς ίχνος καλλιτεχνικού συμβιβασμού, προπάντων ανυποχώρητη στην πίστη της, στις ιδέες της και το ΚΚΕ, μπόρεσε να επιδοθεί στην τέχνης της. Να βιοποριστεί ανθρωπινά. Να ερμηνεύσει μεγάλους ρόλους. Να αναγνωριστεί ως μεγάλη, σπουδαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου μας.
«Απολογισμός» ζωής, πλήρους νοήματος
  • Πλήθος οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι που έπαιξε. Υπόχρεη για την λεπτομερή καταγραφή και αποτίμηση της ερμηνευτικής προσφοράς της Παΐζη είναι η θεατρική και κινηματογραφική ιστοριογραφία. Εμείς θα κλείσουμε την τιμητική αναφορά μας στη ζωή της, με δικά της λόγια («Ρ», 30/4/1988).

Η Α. Παΐζη, απαγγέλλει ποίηση του Γ. Ρίτσου, σε εκδήλωση του ΚΚΕ για τα 50χρονα του ΔΣΕ (10/12/1996)
  • «Εμένα η συνείδησή μου είναι ήσυχη σαν πουλάκι. Δεν πίστεψα σε μια αοριστία. Θεωρητικά δεν μπορώ να τα πω καλά. Η αντίδρασή μου, η συμμετοχή μου στο μεγάλο αυτό λαϊκό κίνημα ήταν πρωτογενής. Είναι στοιχείο της ζωής να αντιδράς στο κακό. Εξαρτάται από το πώς αναπνέει κανείς. Αγωνίστηκα για να μπορώ να αναπνέω. Κι ας ήταν άγρια εποχή. Την αντέξαμε, γιατί είχαμε όνειρο να κερδίσουμε την ελευθερία, με γενικότερες προεκτάσεις. Είχαμε ιδανικά πέρα από την απελευθέρωση, ιδανικά που αντέχουν και ζητούν δικαίωση».
Αξέχαστη ως «Λυσιστράτη» (1983, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος)
Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 22/02/2009

Oliver!

February 15, 2009 § Leave a comment

Theatre Royal, Drury Lane

3 out of 5
Rowan Atkinson as Fagin in Oliver!

Comic but camply sinister … Rowan Atkinson as Fagin. Photograph: Tristram Kenton

Lionel Bart’s Oliver! is back. Mind you, it hardly ever seems to have been away in the 49 years since its premiere. And even this version, newly directed by Rupert Goold, is a re-creation of Sam Mendes’s 1994 production. But not even the expertise of the staging and a handful of fine performances can disguise the essential thinness of this piece of deodorised musical Dickens. Bart may have been a great tunesmith, but he was a maladroit storyteller; what his version misses is Dickens’s social anger and Gothic strangeness.

  1. Oliver!
  2. Theatre Royal, Drury Lane,
  3. London
  4. WC2B 5JF
  1. Booking to 26 September
  2. Box office:
    0844 412 2955
  3. Venue website

Dickens’s opening chapters are a savagely ironic attack on the new Poor Laws and a system under which Oliver and his workhouse companions “suffered the torture of slow starvation for three months”: all that is camouflaged by the cheery opening chorus of Food Glorious Food. And there is nothing here to match the Kafkaesque weirdness of Fagin’s trial, in which the old reprobate, while awaiting sentence of death, starts to speculate on how much the judge’s robe cost and how he put it on.

But although this is sanitised Dickens, Bart manages to write some thumping good tunes and provide scope for individual actors. And, allowing that Bart’s Fagin is hardly the Manichean figure of Dickens’s fevered imagination, Rowan Atkinson turns in a sprightly, distinctive performance.

Atkinson’s Fagin may be essentially comic but he endows the character with a camply sinister edge. Greeting Harry Stott’s well-mannered Oliver for the first time, he says: “I hope I shall have the honour of your intimate acquaintance” with lisping intensity. And there is even a mixture of paternalism and faint paedophilia in the way he gazes fondly at the sleeping boy.

Atkinson also plays up the character’s sexual ambiguity. When Bill Sikes presents him with a ring, he coquettishly cries: “This is all so sudden”, and goes on to don a tiara and choker with suspiciously feminine pleasure.

But Atkinson is at his best in Reviewing The Situation, where, responding to the kletzmer echoes in Bart’s music and the plangent sound of a solo violin, he twists his body into a state of corkscrewing indecision as he dithers between crime and respectability.

If this revival is worth catching, it is largely for Atkinson’s saturnine comic presence. The biggest fuss, of course, has been about the casting of Jodie Prenger as Nancy on the strength of TV’s I’d Do Anything competition. The good news is that she acquits herself extremely well. The role, as written, makes little sense, in that one minute Nancy is declaring her undying love for Bill Sikes in As Long As He Needs Me, and the next betraying him to the good guys.

But Prenger delivers her big number with passionate fervour. She is even better in the raucous Oom-Oom-Pah where the stage fills with Hogarthian detail as plump women retch into buckets and copulation thrives in the dark corners of the Three Cripples pub.

This is about as good as the show, or Matthew Bourne’s choreography, gets. For the rest, there are too many Cockney knees-ups in which characters actually do stick their thumbs into their waistcoat sides. And, although the house adored Ross McCormack’s pint-sized, top-hatted Artful Dodger, he seemed to me too aware of his cute charm. But this is the basic problem with a show altogether too full of beery cheer and too little conscious of the darkness of Dickens’s imagination.

Goold stages it with fluent efficiency, and Anthony Ward’s sets, with their perspectives of St Paul’s and their sliding bridges, are handsome to look at. But too many of the characters are ciphers, and the plot is largely a device for getting the numbers on. Only once did I feel an authentic whiff of Dickens — the creepy dual performances of Julian Bleach as a spindly, necrophiliac undertaker, and then a toothfully grinning, incompetent Dr Grimwig.

For the most part, however, this is Dickens as jolly family entertainment stripped of the sense of solitude that has roots in the author’s own experience and that makes Oliver Twist such a disturbing novel.

Από τη «Μαύρη Οχιά» και τον «Μίστερ Μπιν», ο Ρόουαν Ατκινσον περνάει στο μιούζικαλ, ερμηνεύοντας τον Φάγκιν στο «Ολιβερ!»

February 15, 2009 § Leave a comment

Rowan Atkinson as Fagin in Oliver!, Theatre Royal Drury Lane

Scene-stealer … Rowan Atkinson as Fagin. Photograph: Tristram Kenton

Ο ντροπαλός βασιλιάς της κωμωδίας

The Observer

Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Ρόουαν Ατκινσον πήγε μαζί με τη σύζυγό του σ’ ένα «ειδικό» σχολείο στο Κένσιγκτον για να δώσει λίγη χαρά στα 2.000 παιδιά που είχαν συγκεντρωθεί εκεί από τη φιλανθρωπική οργάνωση Kids Company. Οπως διαβεβαίωσε ένας παριστάμενος, τα μάτια του κωμικού ήταν συνεχώς δακρυσμένα. Το ίδιο βράδυ, έδωσε συνέντευξη σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε για την επέτειο των 25 χρόνων της κλασικής κωμικής σειράς «Μαύρη Οχιά». Λίγο αμήχανος στον ρόλο του Ρόουαν Ατκινσον, αποκάλυψε ότι υπήρχε τουλάχιστον ένα επεισόδιο της σειράς που δεν το είχε δει, μέχρι που έτυχε να το παίζουν σε μια αεροπορική πτήση. «Δεν γελάω εύκολα, δυστυχώς», ομολόγησε, «αλλά ίσως τότε να χαμογέλασα, που σημαίνει ότι μου φάνηκε πολύ αστείο».

  • Δύσκολος ρόλος

Πριν από λίγες μέρες, άρχισαν οι παραστάσεις του μιούζικαλ «Ολιβερ!» στο Theatre Royal-Drury Lane του Λονδίνου, όπου ο Ατκινσον υποδύεται τον Φάγκιν, τον «δάσκαλο της κλεψιάς» που ταλαιπωρεί τον μικρό Ολιβερ. Είναι μια απόδειξη της τόλμης του το γεγονός ότι, έχοντας μικρή θητεία στο θέατρο και ακόμα λιγότερη στο τραγούδι, ανέλαβε να ερμηνεύσει τον δύσκολο ρόλο του φιλάργυρου Εβραίου στη μουσική αυτή διασκευή του έργου του Ντίκενς. Αντίθετα με τον Αλεκ Γκίνες στην κινηματογραφική εκδοχή του «Ολιβερ Τουίστ» το 1948, ο Ατκινσον δεν χρειάστηκε να φορέσει προσθετική μύτη.

«Νομίζω ότι εκείνο που βγαίνει από την ερμηνεία του είναι η περιπλοκότητα αυτού του ήρωα», είπε ο Ρούπερτ Γκουλντ, ο σκηνοθέτης της παράστασης. «Οπως ο Σάιλοκ, ο ρόλος αυτός είναι από εκείνους που σε προβληματίζουν γιατί έχει χρησιμοποιηθεί σαν ραβδί για να χτυπηθεί η εβραϊκή ταυτότητα. Δεν μπορείς, όμως, να μην τον αντιμετωπίσεις. Χωρίς να αποφεύγει να τονίσει την εβραϊκή διάσταση του Φάγκιν, ο Ρόουαν καταφέρνει τελικά να σκιαγραφήσει ένα πορτρέτο που δεν είναι τελείως αντιπαθητικό».

«Ο Φάγκιν του Ατκινσον είναι ανατριχιαστικά διασκεδαστικός», έγραψε η Σάρα Χέμινγκ στους Financial Times. «Μάτια που λάμπουν σαν τα χρυσαφικά που καταχωνιάζει, είναι γρήγορος, επιδέξιος και πονηρός σαν αλεπού, αστείος και σκοτεινός ταυτόχρονα». Και ο Ματ Γουόλφ, στη «Χέραλντ Τρίμπιουν», εκθειάζει την «αραχνοειδή ευλυγισία του» και τον τρόπο που καταφέρνει να τραγουδά και να χορεύει παρότι δεν διαθέτει καμιά εμπειρία στα μιούζικαλ. «Τα μέλη του κυματίζουν σε αρμονία με τη μουσική του βιολιού στο «Reviewing the Situation» και η βραχνή, μουντή φωνή του ταιριάζει μια χαρά με τον στίχο «Μου είναι δύσκολο να είμαι τόσο μαύρος όσο με περιγράφουν». Είναι τρομακτικός όταν χρειάζεται, δεν φοβάται όμως να φανεί και γελοίος, κάτι που ταιριάζει σ’ ένα μιούζικαλ που ενδιαφέρεται λιγότερο για την ιστορική αληθοφάνεια και περισσότερο για τη διασκέδαση».

  • Σπάνιες εμφανίσεις

Πολύ σπάνια συμβαίνει ένας καλλιτέχνης να είναι τόσο αποφασισμένος όσο ο Ατκινσον να αφήσει μόνο τη δουλειά του να μιλήσει. Οι λιγοστές εμφανίσεις του σε τηλεοπτικά τοκ σόου φέρνουν σε μεγάλη αμηχανία τους παρουσιαστές όποτε κάνουν κάποια ερώτηση έστω και αμυδρά προσωπική. Κάποτε αρνήθηκε να πει σ’ ένα δημοσιογράφο πόσα παιδιά έχει. Σε ένα άλλο ντοκιμαντέρ για τη «Μαύρη Οχιά» στο Gold Channel, νωρίτερα φέτος, περιλαμβάνονταν συνεντεύξεις με τους συγγραφείς, τον Ρίτσαρντ Κέρτις και τον Μπεν Ελτον, και τους ηθοποιούς, όπως ο Τόνι Ρόμπινσον, ο Στίβεν Φράι, ο Χιου Λόρι, η Μιράντα Ρίτσαρντσον. Ολη η παλιοπαρέα, δηλαδή, εκτός από τον Ατκινσον.

Γιατί αυτή η επιφυλακτικότητα; Ολα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μεγάλο αίνιγμα, κανένα κλισέ για εσωτερική σύγκρουση και τα δάκρυα του παλιάτσου. Ο Ατκινσον, που φέτος θα κλείσει τα 54 χρόνια του, απλώς φαίνεται να μη διαθέτει το γονίδιο της σοουμπίζνες. Εχει μια προσωπική ενδοχώρα οικογενειακής ζωής και πάθους για τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, και το κλειδί της λαμπρής κωμικής του επίδοσης ίσως είναι το ότι τη βλέπει σαν δουλειά και τίποτα παραπάνω. Οπως λέει ο Ρούπερτ Γκουλντ: «Είναι ένας πολύ συγκρατημένος, αθόρυβος άνθρωπος, κι έτσι δεν νιώθεις πως ζητάει απεγνωσμένα να προκαλέσει ένα γέλιο. Μερικοί κωμικοί λαχταρούν τόσο πολύ να σε κάνουν να γελάσεις που εξωθούνται σε αχρείαστες ακρότητες, ενώ με τον Ρόουαν νιώθεις ότι το απολαμβάνει, όπως απολαμβάνει τον βόμβο της μηχανής ενός από τα αγαπημένα του αυτοκίνητα. Είναι μια προσωπική εμπειρία γι’ αυτόν, πράγμα που σημαίνει ότι αδιαφορεί για τη χυδαιότητα και το φτηνό αστείο».

Η ηθοποιία δεν ήταν «στο αίμα του», όπως λένε. Γιος αγροτών, ο μικρότερος από τρία αγόρια, μεγάλωσε σε μια φάρμα κοντά στο Νιούκαστλ και πήγε στο γυμνάσιο του Ντάρχαμ, όπου οι συμμαθητές του τον πείραζαν λέγοντας πως μοιάζει με εξωγήινο. Στο ίδιο σχολείο, δυο τάξεις παραπάνω, φοιτούσε ο Τόνι Μπλερ, τον οποίο ο διευθυντής περιγράφει ως «εξωστρεφή» σε σύγκριση με τον Ατκινσον, που ήταν «ντροπαλός και με ελαφρό τραύλισμα». Πήγε στο Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ όπου σπούδασε μηχανολογία και κατόπιν έκανε το μεταπτυχιακό του στο Queen’s College της Οξφόρδης.

Οταν εμφανίστηκε στην ομάδα συγγραφής θεατρικών σκετς της Οξφόρδης, ο συμφοιτητής του Ρίτσαρντ Κέρτις θυμάται πως καθόταν ακίνητος σε μια γωνιά χωρίς να λέει τίποτα. «Στις τρεις πρώτες συναντήσεις είχε μείνει τελείως βουβός. Και ξαφνικά, όταν ήταν ν’ αποφασίσουμε τι υλικό θα παρουσιάζαμε και είχαμε δοκιμάσει διάφορα νούμερα επί μήνες, ο Ρόουαν σηκώθηκε πάνω και εκτέλεσε δύο εκπληκτικά σκετς αφήνοντάς μας άναυδους».

Ο Ατκινσον έλαμψε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και έκανε περιοδείες με τον Ανγκους Ντέιτον ως κωμικό ντουέτο. Συμμετείχε κατόπιν στην πρωτοπόρα εκπομπή εναλλακτικής κωμωδίας «Not the Nine O’Clock News». Και ήρθε κατόπιν η φοβερή τηλεοπτική σειρά «Μαύρη Οχιά», το κωμικό χρονικό της αγγλικής ιστορίας, που έχει ανέβει πλέον στο βάθρο του κλασικού. Στα τελευταία επεισόδια, που εκτυλίσσονται στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ατκινσον έπλασε έναν κυνικό αντιήρωα αντάξιο του Γιοσαριάν στο «Κατς-22». Το κλίμα κορυφώθηκε όταν ο «Μαυροχιάς» παρίστανε τον τρελό σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγει από το πιο παρανοϊκό πολεμικό σφαγείο της Ιστορίας.

«Θυμάμαι μόνο ότι ένιωσα μια σκοτεινή κατάρα να πέφτει πάνω στον ήρωά μου», είπε ο Ατκινσον. «Ενας παράξενος κόμπος έσφιξε το στομάχι μου. Ηταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ως ηθοποιός αυτή την καταδίκη να βαραίνει τον ήρωα που έπαιζα».

  • Αψογος οικογενειάρχης με πάθος στα αυτοκίνητα

Εχει παρατηρηθεί έκτοτε ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο ασυμβίβαστα στρατόπεδα όσον αφορά τον Ατκινσον. Τους θαυμαστές της «Μαύρης Οχιάς» και τους θαυμαστές του «Μίστερ Μπιν», της επόμενης ενσάρκωσης του Ατκινσον. Η πρώτη ξεκίνησε στο BBC2 σαν μια κουλτουριάρικη σάτιρα με έξυπνα λογοπαίγνια στην παράδοση των Μόντι Πάιθον. Ο «Μίστερ Μπιν», στο ITV, βασιζόταν σε «σωματικό» χιούμορ με ελάχιστο διάλογο, στην παράδοση του Μπένι Χιλ. Ηταν μια τηλεοπτική σειρά που κατάφερε να ξεπεράσει τα πολιτιστικά σύνορα και να γίνει δημοφιλής σε εκατοντάδες χώρες. Η κινηματογραφική εκδοχή «Bean», του 1997, εισπράττοντας 12 εκατομμύρια στερλίνες, έγινε η πιο επικερδής βρετανική ταινία όλων των εποχών και ακολούθησε, με μικρότερη επιτυχία, το «Mr Bean’s Holiday». Εκανε διάφορες εμφανίσεις σε χολιγουντιανές ταινίες, αν και ο ίδιος κάποτε είπε ότι η μόνη ταινία για την οποία είναι υπερήφανος που συμμετείχε είναι η «Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία».

Ο Ρόουαν Ατκινσον, που ο ευρωσκεπτικιστής αδελφός του, ο Ρόντνεϊ, υπήρξε υποψήφιος του βρετανικού Κόμματος Ανεξαρτησίας, έκανε μια από τις σπάνιες πολιτικές παρεμβάσεις του όταν συμμετείχε στην επιτυχημένη καμπάνια ενάντια στην πρόθεση της κυβέρνησης να θέσει εκτός νόμου την «πρόκληση θρησκευτικού μίσους», υποστηρίζοντας ότι έτσι θα ποινικοποιούνταν όλα τα ανέκδοτα για καθολικούς, μουσουλμάνους, Εβραίους κ.ο.κ.

Το 15% που διαθέτει στην κινηματογραφική και τηλεοπτική εταιρεία Tiger Aspect τον έχει βοηθήσει να αποκτήσει μια προσωπική περιουσία που εκτιμάται μεταξύ 65 και 100 εκατομμυρίων στερλινών. Μια συνηθισμένη μέρα, το πιθανότερο είναι να βρίσκεται στο σπίτι του στο Τσέλσι, όπου μένει με τη γυναίκα του (γνώρισε τη Σανέστρα Σάστρι όταν εκείνη δούλευε ως μακιγιέζ στη «Μαύρη Οχιά») και τα δυο παιδιά τους, τη Λίλι και τον Μπέντζαμιν. Μπορεί επίσης να οδηγεί αυτοκίνητα go-cart στο γήπεδο τένις του εξοχικού του, μιας πρώην οικίας εφημερίου στο Γουοτερπέρι, ένα χωριό του Οξφορντσάιρ. Η μεγάλη πολυτέλεια που επιτρέπει στον εαυτό του είναι να συλλέγει σπορ αυτοκίνητα-αντίκες και να τα οδηγεί σε εκδηλώσεις όπως το Goodwood Festival of Speed.

«Σίγουρα δεν είναι εργασιομανής», είπε ο Τζον Λόιντ, παραγωγός του εδώ και χρόνια. «Μου είπε κάποτε ότι δεν τρελαίνεται να βρίσκεται μέσα στη σοουμπίζνες, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να μπορεί να αγοράζει τα αυτοκίνητα που του αρέσουν. Γι’ αυτό, πιστεύω, στις συνεντεύξεις κρίνει ότι η ιδιωτική του ζωή δεν αφορά κανέναν. Δεν υπάρχει άλλωστε τίποτα να γραφτεί που να βγάζει άπλυτα στη φόρα. Απλώς, είναι ένας άψογος οικογενειάρχης». [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009]

High hopes for Manchester

February 6, 2009 § Leave a comment

By Peter Aspden, Financial Times: January 30 2009 23:11 | Last updated: January 30 2009 23:11

For a fledgling cultural impresario who has already made waves on the global arts circuit, Alex Poots, the young director of the biennial Manchester International Festival, cuts an unassuming figure. I ask what lessons he has learnt from the first edition of the festival two years ago, and he takes an age, and several false starts, to begin to formulate his reply. “I have thought of nothing else for the past 18 months,” he explains as the thoughts palpably crowd his mind.

Here is one that might have sprung to attention: ambition pays off. He could not have dreamt, I suggest, that Monkey: Journey to the West, Damon Albarn’s thrilling collaboration with his Gorillaz co-star Jamie Hewlett and the Chinese film director Chen Shi-Zheng, would prove to be such a success, playing to full houses in Paris, in London at the Royal Opera House and at the O2 Arena, and providing the BBC with its theme for the Beijing Olympics.

It was a surprise, he says with the quiet satisfaction of a punter who has backed a hunch with his life savings. “But I did put on 12 nights of it. That’s 25,000 tickets for an opera in Mandarin. I knew it would be commercially successful. But we had some luck too. The artists just gelled and the subject inspired them.”

Poots is putting the finishing touches to the programme for the second festival, which runs for just over two weeks in July, and there is a similarly ambitious air about it. The full programme is yet to be announced but three of the main events already trailed can only whet the appetite of the arts-lover who feels jaded from the endless retreading of traditional forms.

There is a series of chamber concerts of music by Bach, performed in a new space designed by architect Zaha Hadid; Prima Donna, an opera composed by Canadian singer-songwriter Rufus Wainwright; and Everybody Loves a Winner, Neil Bartlett’s interpretation of a night out at the bingo “in which the audience become cast members for a show that’s as engaging as it is unpredictable”.

It is part of the festival’s unique appeal, says Poots, that it deals only in world premieres of new work (the concept is stretched a little, to include the Bach performances in Hadid’s new space). That premise has conditioned Poots’s primary response to the success of the 2007 festival: not to try to make things bigger second time around.

“I find myself fascinated by this idea of continuing our journey but maybe doing fewer things in the best possible way, to go against the climate of adding even more events and more stages. That’s great, and there is a market for it, but the genesis of our festival is forcing us to do things very differently.”

The Bach/Hadid evenings, he says, are a case in point. “I have been to so many chamber concerts, and the bigger the names involved, the bigger the concert halls. But these were pieces of music designed to play to 150-200 people. And isn’t a festival an opportunity to do that, in the most sumptuous and perfect way?”

Poots uses an unfashionable word to explain his thinking: “I think a festival should be a rarefied experience – not elitist, but rarefied. These works are jewels in the history of music and we asked how we could honour them in a contemporary way. It is a single idea but will result in nine concerts and a work of art (the space will be built inside the Manchester Art Gallery, and there is already interest in purchasing it).

“We are going back to what Bach did but doing it for an era that is so very visually literate and demanding. A lot of people don’t find wonderment in orchestral and classical music because it is so visually boring. That’s why pop has so many visual hooks, to lead people through it.”

Another tangible legacy of the first festival is the boost it gave to the city of Manchester, famed for its importance in Britain’s industrial history but wanting to raise its cultural profile. But Poots, again, goes slightly against the grain. “I’m a little scared of this word, ‘regeneration’,” he says. “The most important thing is for the festival to be artist-led. Regeneration is great if it sits behind the art as a benefit. But if we ever start programming for regeneration, I am running away.”

It is unlikely that anyone will let him do that just yet. The city of Manchester has once again supported the festival to the tune of £2m and Poots hails the “extremely and bizarrely enlightened” city council with an almost incredulous gratitude. “All I asked for in my contract is that they did not interfere for a second with the artistic programme and they have honoured that completely.”

A potential test case came in 2007 with the unveiling of Steve McQueen’s “Queen and Country”, a devastating philatelic condemnation of the war in Iraq, that was due to take place shortly before the Labour party conference in Manchester. It could have been potentially embarrassing, says Poots. “But I was rung up by the city council and asked if it was important. I said, ‘Yes’, and they said, ‘Fine.’”

With further support from the Arts Council, the Northwest Regional Development Agency and a host of top tier sponsors – Bruntwood, City Inn, Manchester Airport Group, PZ Cussons, NCP – that have shown no sign of pulling out even in these straitened times, Manchester’s £9.7m budget places it among the most generously funded festivals in the world.

Poots is keen to strengthen links with the local community and attract ever-broader audiences. He deliberately omitted the word “arts” from the title of the festival, “because that puts people off. The ideal is that people come and find themselves in an arts festival without having realised that’s what they were coming to.” He points out, with as near as he gets to triumphalism, that 28 per cent of the Monkey audience had never been to the theatre or the opera before.

“Suddenly they will have realised – that’s what goes on in the theatre, It doesn’t have to be some second-rate cast touring with a bad musical, the McDonald’s version of culture. I find that so patronising. If you put on something of good quality, with enough hooks so that people feel a connection, of course they will come to an opera in Mandarin. Why not?”

Poots has similarly high hopes of Neil Bartlett’s bingo evening at the Royal Exchange, which he confesses “sounds a bit cute but has a real tenderness and sadness about it, a sense of an old cultural aspect of Britain’s history that is dying out.”

It is Wainwright’s opera that seems to be the event that most fires Poots’s imagination, however. Prima Donna is the story of a soprano reaching the end of her days, determined to prove her critics wrong. Poots says he is “beguiled and nervous” at the prospect.

“We are going to get something that is so different from the operatic canon,” he adds with relish. “Rufus started in the classical world and is influenced by the French and Italian 19th-century tradition but he is not from that world – he is a singer-songwriter. Whether it works, I don’t know yet. But I think he will make something new and interesting that will add to the world of opera.”

Will ambition pay off once more? Don’t bet against it.

Manchester International Festival, July 2-19 www.mif.co.uk

Where Am I?

You are currently viewing the archives for February, 2009 at Κείμενα.